γράφει ο Αντώνης Βραδής

Επόμενος, και κάποιος πρέπει να με διέταξε να σηκωθώ και να περπατήσω προς την σκοτεινή είσοδο του κοντέινερ στα αριστερά μου, και πριν προλάβω να συνηθίσω το να περπατάω και πάλι κάποιος άλλος μου βάζει μια τρικλοποδιά, ή τέλος πάντων κάπως με σπρώχνει προς τα κάτω, πάντως πέφτω και καθώς πέφτω το κεφάλι μου γίνεται μάλλον εύκολος στόχος, και με μια γονατιά στο αριστερό μου αυτί έχω εκτοξευτεί, τώρα διατρέχω μια τροχιά μέσα στο κοντέινερ, και προσγειώνομαι στη λευκή του πόρτα απέναντι, και τη σπρώχνω με το σώμα μου, ένα ανθρώπινο φλιπεράκι που πέτυχε διάνα όπως κατάλαβα μια στιγμή αργότερα, το αυτί μου βουίζει στο σκοτάδι, στο σκοτάδι, στο φως, η πόρτα έστω κι έτσι έχει ανοίξει, και τώρα είμαι στο προαύλιο, ένα προαύλιο που περικλείεται από κοντέινερ κι έχω, φαντάζομαι, την έκφραση που είδα στα πρόσωπα τόσων που πέρασαν την ίδια πόρτα μετά από εμένα, την έκφραση που λέει τι ήταν αυτό τι συνέβη μόλις και σε ποιά επόμενη πίστα να πέρασα.

Αλλά το προαύλιο έχει συντρόφους, έχει αγκαλιές και βλέμματα αλληλεγγύης και πώς είσαι, σε χτύπησαν πολύ, θες λίγο νερό, ποτέ όμως όλα αυτά δεν κρατάνε για πολύ, γιατί σε λίγο, σε πολύ λίγο, ακολουθεί ο επόμενος ή η επόμενη, ξεκινάμε και πάλι από την αρχή, πώς είσαι, σε χτύπησαν πολύ, θες λίγο νερό, κι έτσι περνάνε τα λεπτά που γίνονται ώρες, που γίνονται σκοτάδι που γίνεται κρύο, κι εμείς ακούμε ακόμα, ξανά και ξανά σε λούπα τους ίδιους ήχους, τον ξερό γδούπο του σώματος, του κεφαλιού που χτυπάει στο μέταλλο, τα ουρλιαχτά, τον ηλεκτρικό ήχο του τέιζερ, τα ουρλιαχτά, τις κλωτσιές και τις μπουνιές και τα ουρλιαχτά, τα ουρλιαχτά.

Κάπου ανάμεσα στους ήχους του ενός βασανιστηρίου και του επόμενου βρίσκω το χρόνο να περιεργαστώ το όλο σκηνικό, και είναι όλα τόσο οριοθετημένα, τόσο προσεκτικά τοποθετημένα, που πράγματι κάπως σαν ένα σκηνικό μοιάζει, βρισκόμαστε στο κατώτερο κατάστρωμα ενός πολεμικού πλοίου, κι έξι κοντέινερ σε διάταξη παραλληλόγραμμου ορίζουν το χώρο της κράτησης και της διαβίωσής μας, ας μην τον πούμε ζωτικό χώρο γιατί τα πράγματα είναι ήδη κάπως ζόρικα, πάντως σε κάθε γωνία αγκυροβολημένος στο κατάστρωμα από πάνω μας υπάρχει κι από ένας στρατιώτης, πάντα με το πρόσωπο του καλά καλυμένο και το όπλο παρατεταγμένο προς το μέρος μας, ο δε στρατιώτης που βρίσκεται διαγώνια απέναντι από το κοντέινερ των βασανιστηρίων στέκεται δίπλα σε ένα μεταλλικό σωλήνα, διαμέτρου περίπου της μικρής διάστασης του Α4, κάπου είκοσι εκατοστά, ο σωλήνας ορθώνεται σε ένα σχήμα γάμα, ξεκινά δηλαδή κάθετα από το πάτωμα, σηκώνεται για περίπου δύο μέτρα κι εκεί γυρνά και πάλι κάθετα σε ορθή γωνία, παράλληλα δηλαδή τώρα με το πάτωμα, με την απόληξη προς το μέρος μας, προσπαθώ για λίγο να σκεφτώ σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύει, και γιατί να δείχνει προς το μέρος μας, και γιατί να μην είναι ελαστική η απόληξή του, όπως θα ήταν φαντάζομαι ότι θα έπρεπε να ήταν εάν έβγαινε υγρό από εκεί, αλλά δε θέλω να συνεχίσω το συλλογισμό μου, δεν μου αρέσει το κατά πού πάει, δεν είναι κι ό,τι καλύτερο, κι άλλωστε η λούπα έχει ξεκινήσει και πάλι.

Στο κοντέινερ ακριβώς δίπλα σε αυτό των βασανιστηρίων αριστερά δηλαδή όπως (και να) βγαίνεις από αυτό κατέληξαν οι πρώτοι που έφεραν, πριν από εμάς, ενώ το κοντέινερ που βρίσκεται διαγώνια, κι άρα πιό μακριά από το κοντέινερ των βασανιστηρίων, ας πούμε λοιπόν ότι είναι το πιό ασφαλές, κι έτσι ανήκει δικαιωματικά στους πιο βαριά τραυματίες μας, και κανείς από τους υπόλοιπους δεν θέλει να περάσει και πολύ χρόνο εκεί μέσα, μάλλον από σεβασμό, έχει σπασμένα πλευρά αυτό το κοντέινερ, έχει δύσκολες ανάσες, έχει ραγισμένους σπόνδυλους και αναφιλητά, έχει πρόσωπα και σώματα μέσα στα αίματα και αυτοσχέδιους νάρθηκες χεριού συναρμολογημένους με τους κρίκους και τις ετικέτες των μπουκαλιών του νερού, όλο και κάποιο βραβείο ευρυσιτεχνίας σε χιπ διαγωνισμούς θα κέρδιζε αυτό κάπου αλλού μακριά από εδώ, εδώ έχει γιατρούς να αναζητούν μια δεύτερη μπλούζα, το ξέρω ότι σας πήραν όλα τα ρούχα εκτός από ένα, σε όλους το ίδιο έκαναν, αλλά λέω μην τυχόν, λέω μπας και, γιατί χρειαζόμαστε επειγόντως κάποιο ύφασμα για να δέσουμε τις πληγές, και ο κόσμος έξω από το κοντέινερ που όντως τυχαίνει με κάποιο τρόπο να έχει μια δεύτερη μπλούζα τη βγάζει χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλά για να βρεθεί μέσα στο δεύτερο κοντέινερ ούτε λόγος, αυτό είναι λοιπόν το δεύτερο κοντέινερ.

Στην αρχή δε φαινόταν να υπάρχει τρίτη επιλογή αφού τα δύο κοντέινερ στη μικρή διάσταση του παραλληλόγραμου ήταν εξ αρχής κλειδωμένα, και το τελευταίο από τα τέσσερα στη μεγάλη του διάσταση ήταν ακριβώς απέναντι από αυτό των βασανιστηρίων, ποιός και γιατί να ήθελε λοιπόν να πάει εκεί, κι ακόμα χειρότερα ήταν πέρα από τη μαύρη ταινία στο πάτωμα, μας θέλουν πίσω από τη μαύρη ταινία κάποιος μουρμούρισε την πρώτη φορά που μπούκαραν οι βασανιστές μας από την άσπρη πόρτα, κι από τότε το πέρα από αυτή έγινε κάπως εκτός ορίων, αλλά τώρα πια δεν έχουμε κι άλλη επιλογή, δεν έχουμε χώρο, γέμισαν τα υπόλοιπα, οπότε τι να κάνεις, ας ξεκινήσουμε να πάμε, ένας-μία αρχικά, διστακτικά πάντα, αλλά κάπως όλο και λιγότερο, γεμίζουμε σώμα σώμα το κοντέινερ, το οικειοπούμαστε κάπως, οικείο δεν ξέρω αν είναι η σωστή λέξη, αλήθεια σκέφτομαι από εδώ και πέρα θα δυσκολευτώ, όχι τόσο να βρω τις λέξεις, αυτές πάντα υπάρχουν σε αφθονία, το νερό είναι που εκλείπει, δεν είναι οι λέξεις το πρόβλημα, το πρόβλημα είναι αν οι λέξεις είναι η λύση, δεν ξέρω αν είναι σωστό να καταβάλω προσπάθεια, ενέργεια, φροντίδα, προσοχή, επιμέλεια για ένα κείμενο που μέχρι και κάπως όμορφο θα μπορούσε να το πει κανείς, καλά δεν μιλάμε για κανένα αριστούργημα εννοείται, αλλά κάτι που είναι στημένο επιμελώς, όπως επιμελώς όμως είναι στημένος και αυτός ο χώρος, ο χώρος του εγκλεισμού, της απαγωγής, του βασανισμού, φροντισμένα, όχι φροντισμένα δεν είναι σίγουρα η σωστή λέξη, μεθοδικά, μεθοδικά λοιπόν υπολογισμένα, οριοθετημένα, λεπτομερώς κανονισμένα όλα, οκτώ τουαλέτες, έξι όμως κλεισμένες με tire up, δύο μόνο για εμάς, λευκά ψωμάκια, υπολογισμένα μάλλον να κρατήσουν θερμιδικά στη ζωή αυτούς για τους οποίους προορίζονται αλλά όχι και για πολλά παραπάνω, και κάπου τα μισά από αυτά σερβίρονται παγωμένα, για την ακρίβεια πεταμένα στα νερά του καταστρώματος, η κατά Μπεν Γκβιρ διαιτητική προσέγγιση, ένα αυτοκόλητο ‘Fuck Hamas’ κολλημένο στην πόρτα του κοντέινερ των βασανιστηρίων, διακοσμημένο με μια αμερικανική και μια ισραηλινή σημαία, τοποθετημένο στο ύψος μας, στο ύψος του ματιού, ένα χέρι θα έφτανε για να το ξεκολλήσει, ένα ακόμα αυτοκόλλητο σαν τόσα άλλα, τα τόσα αυτοκόλλητα που θα είχαν ήδη ξεκολλήσει χωρίς άλλη σκέψη τόσα χέρια πίσω σε τόσες πόλεις εκεί, πολλά χιλιόμετρα από εδώ, όπου και αν είναι το εδώ.

Είναι βράδυ, αργά φαντάζομαι, αλλά ο χρονοκράτης μας σύντροφος κοιμάται αρκετά σώματα μακριά μου, δε θα τον ξύπναγα να τον ρωτήσω τι ώρα είναι, χρονοκράτης, γιατί έχει βρεθεί με το ένα μονάχα από τα δύο ρολόγια που γνωρίζουμε εμείς τουλάχιστον πως υπάρχουν στο πλοίο, μεγάλη η ευθύνη, δεκάδες οι εκμηστηρεύσεις, πάντα μακριά από τα μάτια των φρουρών μας, είναι τέσσερις και δέκα, είναι πέντε παρά είκοσι, είναι πέντε, είναι πέντε και μισή, άστον να κοιμηθεί, θα χρειαστεί να είναι ξεκούραστος και για τις αυριανές του χρονικές εκμηστηρεύσεις, και πίσω του, λίγο πιο πέρα, στο άνοιγμα που κάποτε μπορεί και να είχε μια πόρτα καθιστός κοιτά προς τα έξω και κρατά το πλευρό του ο σύντροφος που χτυπήθηκε τόσο, κοιτά εκεί απ’ όπου έρχεται ένα φως στρόμπο, ένα φως που αναβοσβήνει πάνω στο πρόσωπό του, και το κόκκινο λέιζερ του όπλου του φρουρού απέναντι του ζωγραφίζει το πρόσωπο, το δικό του και ύστερα ένα ένα και τα πρόσωπα όσων ακόμα βρίσκονται κοντά στο άνοιγμα, τα ζωγραφίζει μεθοδικά, να λοιπόν κι άλλη μεθοδικότητα, άλλος ένας εδώ μέσα που κάνει τη δουλειά του με προσοχή, αν φυσικά κανείς του ζήτησε να κάνει τη συγκεκριμένη δουλειά, ποιός ξέρει, μπορεί και να είναι μια δική του πρωτοβουλία, ίσως να είναι ο ενθουσιώδης εργαζόμενος που βάζει πλάτη σε παραπάνω κι απ’ όσα του ζήτησε το αφεντικό, ο ενθουσιώδης εργαζόμενος που βάζει μια πινελιά ακόμα μαύρο πάνω στο μαύρο.

Πίσω στη Σκωτία μοιραζόμαστε την πλατφόρμα μιας εκδήλωσης με τον Όμαρ Κατίμπ, κουίρ Παλαιστίνιο σύντροφο που πρόσφατα πέρασε δεκαέξι μήνες στη φυλακή, πρόσφατα όταν λέμε δηλαδή στην τελευταία, την τωρινή φάση της γενοκτονίας, και μάλιστα στην ίδια φυλακή, την Κέτσιοτ, εκεί που μας έστειλαν και εμάς, μόνο που ο Όμαρ δε θέλει να μιλήσει γι’ αυτά, είναι ένας πρόσχαρος άνθρωπος, ένας εκπληκτικός ομιλητής, σε σαγηνεύει και ταυτίζεσαι, καλά να ταυτιστείς δε μπορείς, αλλά τέλος πάντων σου ανοίγει τον κόσμο του προσεκτικά, όχι αυτό όμως, όχι αυτούς τους δεκαέξι μήνες, αλλά ξεκινά κάποια στιγμή με τα πολλά να περιγράφει κάποιους τσιμεντένιους τάφους, κάποια υπόγεια, κάποια απομόνωση, άνθρωπους δεμένους, να κάνουν τις σωματικές τους ανάγκες έτσι, κι ο ένας να προσπαθεί να καθαρίσει τον άλλο, κι ας είναι αλυσοδεμένοι ακόμα, αυτό είναι όλο, δεν θέλω να μιλήσω παραπάνω γι’ αυτά, θα σας πω αυτά μονάχα, και είναι αρκετά, αυτά λοιπόν από τον Όμαρ, δεν έχει όρεξη δεν έχει διάθεση δεν έχει κέφι να βρει όμορφες λέξεις και κομψά, δυναμικά λογοτεχνικά στυλ γραφής, βρεθήκαμε στο ίδιο γεωγραφικό στίγμα αλλά μέχρι εκεί, εμείς περάσαμε και δεν ακουμπήσαμε, είμασταν στα γόνατα βέβαια συνεχώς, αλλά και πάλι, ακόμα κι έτσι, δεν ακουμπήσαμε, αν θεωρούσαμε ότι τα πράγματα ήταν άσχημα μάλλον δεν ήταν και τόσο τελικά, εντάξει σχετικά είναι όλα αυτά, πάμε πίσω στο τώρα, τώρα είμαστε ακόμα στο παρόν του πλοίου-φυλακής, κι έχουμε την τιμή της συμμετοχής στην πρεμιέρα του, τουλάχιστον στην κανονική του πρεμιέρα, μια δειλή εμφάνιση την είχε ήδη κάνει, μια πρόβα τζενεράλε στην Κρήτη τον Απρίλη, αλλά να τα εδώ τα αποκαλυπτήρια, νάτη όλη η ιδέα στην πλήρη της ανάπτυξη, οι φρουροί με τα λείζερ και το κοντέινερ με το ξύλο και το χαρτί που λείπει και το ψωμί που λείπει και το νερό που λείπει και τι ακόμα θα γίνει και αναρωτιέμαι πού θα φτάσει όλο αυτό, μέχρι εδώ ήταν ή έχει κι άλλο, σαν ένα βιβλίο που δε σε τραβάει ιδιαίτερα και κοιτάς να δεις πόσες σελίδες σου έχουν μείνει, βέβαια χωρίς να μπορούμε εδώ να μετρήσουμε, σαν ένα βιβλίο λοιπόν που ούτε σου αρέσει ούτε και μπορείς να ξέρεις πόσο ακόμα έχει μείνει, ούτε όμως κι αν η χειρότερη σκηνή του έχει παρέλθει, κάποια στιγμή βέβαια κατάλαβα που θα πάνε τα πράγματα, η λευκή πόρτα ανοίγει και οι βασανιστές μας βγαίνουν στην κλασική τους διάταξη, ασπίδες μπροστά και ως συνήθως προτάσουν τα όπλα τους προς το μέρος μας και ως συνήθως πετάνε κρότου λάμψης μέσα στο πλήθος και ως συνήθως οπισθοχωρούμε πίσω από τη μαύρη ταινία και ως συνήθως μας πετάνε ακόμα δύο κρότου λάμψης, πρώτα τη μία και μετά και την άλλη, και το ξέρω πια το σενάριο το έχω ξαναδεί, όλοι μας το έχουμε ξαναδεί έχει κάτι το καταπραϋντικό όλο αυτό, τα έχουμε δει τα ξέρουμε τα γνωρίζουμε και ένα από τα όπλα πυροβολεί κατά πάνω μας και η πλαστική σφαίρα πετυχαίνει τον διπλανό μου και του διαλύει τον αστράγαλο καθόλου ως συνήθως.

Είναι κάποια στιγμή, κάποια ώρα, τι ώρα ακριβώς δεν ξέρω, έχω ρωτήσει τον χρονοκράτη παραπάνω απ’ όσο θα μου αναλογούσε και άλλωστε τι σημασία έχει, είναι απόγευμα γιατί ο ήλιος είναι στα κάτω του, και κάποιος έρχεται από το δίπλα κοντέινερ να μας ανακοινώσει θριαμβευτικά πως κάποιοι είδαν πουλιά κάπου ψηλά πάνω από το κατάστρωμα, όχι τυχαία πουλιά ε, περιστέρια, πουλιά της γης δηλαδή, της στεριάς, καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό έτσι δεν είναι, βρισκόμαστε κοντά σε στεριά, και σε λίγο, αν ήταν λίγο, έρχεται στο κοντέινερ μας και μια γαλλίδα συντρόφισσα, με το ζόρι μπορεί να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της, δεν είναι μόνο τα περιστέρια, είδαμε και δύο από τους φρουρούς να δοκιμάζουν τα σωσίβιά τους, θα μπουν σε κάποια λέμβο, σε αυτή λογικά που θα μπούμε κι εμείς, σωσίβια και περιστέρια, πόσες άλλες αποδείξεις πια να χρειάζονται, φτάνουμε σε στεριά είναι σίγουρο ετοιμαστείτε αλλά διακριτικά ε, μη μάθουν ότι ξέρουμε, και μαζέψτε ότι πράγματα έχετε το ξέρω ότι δεν έχετε και πολλά, μάλλον τίποτα, τέλος πάντων να ετοιμάζεστε φτάνουμε. Επιτέλους.

Λίγες στιγμές μετά, λεπτά ή ώρες, ό,τι σημασία είχε πια, λίγο αφού η συντρόφισσα μας είχε ανακοινώσει την επικείμενη μας αναχώρηση, η λευκή πόρτα ανοίγει και πάλι, δεν είναι ποτέ καλό σημάδι αυτό, αλλά τώρα για μια φορά μπορεί και να είναι, νάτες οι δύο κρότου λάμψης, να οι βασανιστές μας σε σειρά με τις ασπίδες παρατεταμένες, νάμαστε και πάλι στριμωγμένοι στην απέναντι γωνία αλλά αυτή τη φορά κάτι έχει αλλάξει, οι βασανιστές μας δε φεύγουν, μας διατάζουν να μπούμε στο ένα από τα κοντέινερ, να κάτι που γίνεται για πρώτη φορά, καλό σημάδι αυτό πολύ καλό σημάδι, κάτι έχει αλλάξει, όχι μόνο κάτι, όχι μόνο ένα πράγμα, τα περιστέρια και τα σωσίβια, η διαταγή να μπούμε στα κοντέινερ, δεν είναι και λίγα σημάδια αυτά, καθόλου λίγα, τι λίγα σίγουρο είναι, πάμε σπίτια μας, και οι βασανιστές μας ζητάνε δυό εθελοντές να μαζέψουν τα σκουπίδια, να και το άλλο σημάδι, δυό άτομα προσφέρονται κατευθείαν και γιατί να μη το κάνουν, οποιοσδήποτε από εμάς θα το έκανε πια, άλλωστε πάμε σπίτια μας, κι ούτε είχε σημασία που είχαμε στοιβαχτεί έτσι στο κοντέινερ, ούτε και που κάποια στιγμή δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε, βρήκαμε γρήγορα τη λύση και αρχίσαμε να περπατάμε κυκλικά μέσα στο κοντέινερ, έτσι όλες και όλοι έχουν μια ίση ευκαιρία σε μια γερή ανάσα οξυγόνου, πόσο δημοκρατική αυτή η περιστροφή, την έχουν την ευκαιρία αυτές κι αυτοί που το χρειάζονται τουλάχιστον, κάνω στο πλάι σκέφτομαι ίσως το οξυγόνο το χρειάζονται άλλοι περισσότερο, αλλά και αλήθεια γιατί η οποιαδήποτε κίνηση μου φαίνεται πιο κουραστική από το να περιμένω, αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά, πάμε σπίτια μας, και πάνω στην κίνηση και στη σκέψη κάπου δε τους είδα, κάπου τους έχασα, δεν πρόσεξα τους βασανιστές μας να φεύγουν και πάλι αφήνοντας για μια ακόμα φορά πίσω τους μια στοίβα από νερά, δώδεκα ή εικοσιτέσσερα λίτρα άφηναν κάθε φορά για εκατόν εβδομήντα περίπου ανθρώπους, μισό ή ένα ποτήρι στον καθένα δηλαδή, και τα λευκά ψωμιά, είτε παγωμένα είτε πεταμένα στα νερά έκαναν πάντως την απεργία πείνας να φαίνεται κάπως πιο εύκολη, την έκαναν μια κάπως καλή επιλογή, αλλά τώρα τι σημαίνουν αυτές οι νέες προμήθειες, σημαίνουν πως θα μείνουμε εδώ κι άλλο λένε πολλοί και βυθίζονται, αλλά εδώ και κάποια ώρα εγώ έχω αρχίσει να το καταλαβαίνω το κόλπο για τα καλά, είμαι παράδοξα διαυγής παρά την κούραση και την αφαγία, έχω καταλάβει πως αυτό είναι ένα ακόμα ψυχολογικό κόλπο, ένα μαρτύριο, θέλουν να μας δώσουν την αίσθηση ότι θα μείνουμε κι άλλο, μέχρι και την τελευταία στιγμή δεν θέλουν να ξέρουμε πως αυτή είναι πράγματι η τελευταία στιγμή.

Είμαι σίγουρος είμαι σίγουρος είμαι σίγουρος και η ώρα περνάει και το φως πέφτει, δεν είναι όμως δυνατόν, φεύγουμε φεύγουμε φεύγουμε μέχρι που ακούμε και πάλι τον ήχο μιας μηχανής που ανασύρει κάτι πάνω στο πλοίο, τα ζόντιακ πρέπει να είναι τον έχουμε ξανακούσει αυτό τον ήχο και πια ξέρουμε τι σημαίνει, σημαίνει πως όπου να ’ναι, και όντως, ξεκινάνε και πάλι τα ουρλιαχτά οι κλωτσιές ο ήχος τους στο μέταλο τα τέιζερ αλλά αυτή τη φορά σημαίνει κι ότι δεν φεύγουμε, και αυτή τη φορά είναι ατελείωτα, αυτή τη φορά κρατάνε τόσο που ο κόσμος αρχίσει να φωνάζει αρκετά σταματήστε και το ξέρουμε πια, κάποια πράγματα τα γνωρίζουμε, ξέρουμε πως τόση πολλή ώρα στα κοντείνερ περνάνε τούρκοι ή άραβες, και για πρώτη φορά δε χρειάζεται να κοιτάξουμε τον ήλιο και τα περιστέρια για να καταλάβουμε πού βρισκόμαστε γιατί οι νέες αφίξεις φέρνουν μαζί τους και νέα, τα πρώτα νέα εδώ και πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες από τότε που μας πιάσαν, νέα που δεν τα θέλουμε αλλά ήρθαν, έφτασαν, νέα που λένε πως σύντομα θα φτάσουμε στο Ισραήλ, αυτό το λέει ο έξω κόσμος, κάποιος τρόπος όμως θα υπάρχει να πιστέψουμε ότι δεν είναι αλήθεια, κάποιος λόγος θα υπάρχει να έχουν κάνει λάθος, κάποια σκόπιμη παραπληροφόρηση θα υπάρχει από την οργάνωση, κάπου αλλού θα μας πάνε, κάτι άλλο θα γίνει, όχι εκεί, όχι αυτό.

Κάπως περνάει ένα ακόμα βράδυ κι έρχεται ένα ακόμα πρωί και η πόρτα ανοίγει όπως πάντα με κάποια κλωτσιά από μέσα και οι κρότου λάμψης πέφτουν όπου βρουν και οι βασανιστές μας και πάλι και πάλι στοιχίζονται και νέες κρότου λάμψης και πλαστικές σφαίρες αλλά αυτή τη φορά δε λένε να φύγουν ζητάνε ένα διερμηνέα και μας προστάζουν να στοιχιστούμε εμείς με τη σειρά μας σε δεκάδες, θα το πάμε με τα νούμερα που σας έχουμε περασμένα στον καρπό, το ένα μέχρι το δέκα εκεί σε μια σειρά, το έντεκα μέχρι το είκοσι πίσω τους, για πάμε, και είμαι το εξήντα ο τελευταίος δηλαδή στη σειρά μου κακό σημάδι σκέφτομαι πίσω στην Αθήνα ο τελευταίος στις πορείες κι από τις δύο μπάντες είναι συνήθως αυτός που μπορεί να φάει πιο πιθανά το ξύλο κακό σημάδι αυτό αλλά όχι ότι μοιάζει οτιδήποτε εδώ με οτιδήποτε πίσω στην Αθήνα, όχι ότι μοιάζει με οτιδήποτε, κάπου εδώ φαντάζομαι καθώς κλείνω το κείμενο θα είχε ένα νόημα να μιλήσω για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της οποιασδήποτε έννοιας διεθνούς δικαίου κι άλλα τέτοια ωραία στιβαρά λόγια δικαιωματικά και ίσως να πρέπει να μιλήσω και γι’ αυτή τη γκρίζα ζώνη στην οποία βρεθήκαμε ή κάποιο μαύρο κουτί, θα έπρεπε να διαλέξω χρώμα γκρίζο ή μαύρο και και ένα χωρικά προσδιοριστικό ουσιαστικό, η ζώνη και το κουτί ωραία δεν είναι, ίσως αυτό το τελευταίο δίνει μια επιπλέον διάσταση, ακόμα πιο δυνατό, να διαλέξω θα έπρεπε τις λέξεις μου προσεκτικά γι’ αυτή την πρεμιέρα της νέας φάσης, ότι νέα φάση κι αν είναι αυτή, αλλά τι σημασία έχει, τι λέξεις να αντιστοιχίσουν, τι να σου κάνουν κι αυτές.

Τα ηχεία ξεκινάνε να παίζουν τον εθνικό ύμνο του Ισραήλ, απροειδοποίητα και στη διαπασών, όχι ότι τον ήξερα από πριν και σίγουρα δεν μπορώ και να τον τσεκάρω στο σαζάμ, αλλά την εθνικοπατριωτική χροιά την πιάνεις, εντάξει από αυτά ξέρουμε τα έχουμε ξανακούσει, να επιτέλους κάτι οικείο, με κάποιο τρόπο αυτή η μουσική υπόκρουση είναι η πρώτη στιγμή στο ταξίδι που αναγνωρίζει κανείς σύνορα και διεθνές δίκαιο και διεθνή ύδατα, έστω κι έτσι, αφού ξεκινά να παίζει ο εθνικός ύμνος μόνο όταν είμαστε πια σίγουρα σε Ισραηλινά ύδατα, τώρα πια πρέπει να απέχουμε ελάχιστα από την ακτή, όχι ότι μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά, και η προφορά αυτού που μας διατάζει να πέσουμε στα γαμημένα τα γόνατά μας και να μη σηκώσουμε το κεφάλι αν δε θέλουμε να μας πυροβολήσει ακούγεται υπερβολικά αμερικάνικη, και τα λεπτά περνάνε, και ο ύμνος παίζει σε λούπα, μια ακόμα λούπα, ξεκινάω να τον μετράω για να διατηρήσω έστω μια αίσθηση του χρόνου, ένα λεπτό και δέκα δευτερόλεπτα, και μετά από λίγο σταματάω να μετράω το λεπτό και να μηδενίζω και ξεκινάω να μετράω κατευθείαν από το ένα μέχρι το εβδομήντα, εβδομήντα δευτερόλεπτα τη φορά, είναι πιό εύκολα έτσι, και τώρα έχει παίξει πολλές, δεκάδες φορές, κάπου σταματάω και χάνω το μέτρημα, χάνω το χρόνο, ο ιδρώτας ακριβώς κάτω από το μέτωπό μου κάνει μια μικρή λίμνη στη μεταλλική επιφάνεια του πατώματος και την παρατηρώ, παρατηρώ το κάθε σημάδι γύρω της στο πάτωμα και αρχίζω να τα μετράω κι αυτά ένα ένα, αφού έχασα το χρόνο προσπαθώ κάπως να ψηλαφήσω το χώρο, και η κοπέλα δίπλα μου στα αριστερά μου φωνάζει όχι δε φωνάζει ίσα που ακούγεται μόνο εγώ την ακούω γιατί είναι ακριβώς δίπλα μου, βοήθεια, βοηθήστε με, θα λιποθυμίσω, δεν αντέχω άλλο, βοήθεια βοηθήστε με θα λιποθυμίσω δεν αντέχω άλλο.