Ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης, είπε ότι το ζήτημα της ανανέωσης ή μη της θητείας δικαστικών λειτουργών δεν αφορά την κυβέρνηση. Αναφερόμενος στην προσφυγή της κ. Κοβέσι στον Άρειο Πάγο για τη θητεία των Ελλήνων εντεταλμένων ευρωεισαγγελέων, τόνισε χαρακτηριστικά ότι «Το θέμα της ανανέωσης ή μη της θητείας οποιουδήποτε δικαστικού λειτουργού, οπουδήποτε και αν αυτός υπηρετεί, δεν αφορά σε καμία περίπτωση την ελληνική κυβέρνηση, την όποια ελληνική κυβέρνηση».
Παραδέχθηκε ακόμη ότι: «Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν έχουν καμία δουλειά από το Σύνταγμα εδώ και 100 χρόνια και καμία αρμοδιότητα και καμία δυνατότητα να εμπλέκονται στις υποθέσεις που αφορούν μεταβολές στην υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών και των εισαγγελέων. Αυτή καθορίζεται αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Επομένως, εδώ είναι ένα ζήτημα το οποίο εμφανίζεται ότι αφορά μία αντιπαράθεση της ελληνικής κυβέρνησης ή μία διχογνωμία ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτό δεν έχει καμία απολύτως βάση. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμία εμπλοκή στο θέμα αυτό. Απολύτως καμία, απολύτως».
Στη συνέχεια ο υπουργός περιέγραψε τι έχει προηγηθεί στην υπόθεση, σημειώνοντας πως όταν τον περασμένο Νοέμβριο ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η ανανέωση της θητείας των ήδη υπηρετούντων αποσπασμένων Ελλήνων εισαγγελέων για πέντε χρόνια, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι η αρμοδιότητα ανήκει στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Όπως είπε, «από την ώρα που τον περασμένο Νοέμβριο ανακοινώθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ότι προχώρησε στην ανανέωση της θητείας των ήδη υπηρετούντων αποσπασμένων Ελλήνων εισαγγελέων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, νομίζω για πέντε χρόνια, τότε η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου εξέδωσε μια ανακοίνωση λέγοντας ότι το θέμα αυτό ανήκει στην αρμοδιότητα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, δηλαδή του Αρείου Πάγου, και ξεκίνησε τη διαδικασία ενόψει του ότι η θητεία λήγει 30 Ιουνίου για να κάνει αυτά που προβλέπει το Σύνταγμα και η ελληνική νομοθεσία. Δηλαδή, έβγαλε μία πρόσκληση και ζήτησε από όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν στη διαδικασία επιλογής για αυτές τις θέσεις, όπως επίσης και τους ήδη υπηρετούντες να δηλώσουν αν επιθυμούν να συνεχίσει η απόσπασή τους εκεί να κάνουν τις σχετικές δηλώσεις. Έκαναν όλοι όσοι ενδιαφέρονταν τις αιτήσεις τους, ανάμεσα σε αυτούς ήταν και οι τρείς ήδη υπηρετούντες, των οποίων η θητεία έχει ανανεωθεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία».
Σύμφωνα με τον ίδιο, μετά τις αιτήσεις αυτές, η κ. Κοβέσι υπέβαλε αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου ζητώντας να εγκρίνει την απόφαση που είχε ληφθεί στο Λουξεμβούργο. Όπως ανέφερε, «Έκαναν κι αυτοί αιτήσεις και στη συνέχεια η κυρία Κοβέσι έκανε η ίδια αίτημα στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, ζητώντας να εγκρίνει το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο την απόφαση που είχαν πάρει στο Λουξεμβούργο, που είναι η έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας».
Πρόσθεσε ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο αποφάσισε την ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων εισαγγελέων για δύο χρόνια, γεγονός που οδήγησε σε νέα προσφυγή της Ευρωπαίας Εισαγγελέως στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Όπως είπε, «Λοιπόν, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο πριν από λίγο καιρό αποφάσισε ότι ανανεώνει τη θητεία των τριών Ελλήνων εισαγγελέων που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά δύο χρόνια. Αυτό τώρα, από ό, τι έχουμε δει, οδήγησε στο να κάνει αίτημα η κ. Κοβέσι προς την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πια, γιατί εκεί προσφεύγει κάποιος όταν έχει μία αντίρρηση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον κατά μιας αποφάσεως που έχει ληφθεί από το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο και νομίζω ότι την ερχόμενη εβδομάδα, ο Άρειος Πάγος, νομίζω σε Ολομέλεια, θα κρίνει το αίτημα αυτό. Εκεί είμαστε λοιπόν».
«Καμία σύγκρουση κυβέρνησης – Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας»
Επανέλαβε ότι δεν υπάρχει καμία πολιτική εμπλοκή, απορρίπτοντας την ιδέα σύγκρουσης κυβέρνησης–Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και απαντώντας και στο επιχείρημα περί κυβερνητικής επιρροής στη διοίκηση της Δικαιοσύνης. Όπως είπε, «Όταν λέμε διοίκηση, ο Άρειος Πάγος έχει 110 δικαστές και μέσα από τη διαδικασία όπου οι ίδιοι δικαστές ψηφίζουν και η Βουλή ψηφίζει και η κυβέρνηση επιλέγει, επιλέγεται ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προκύπτει από κλήρωση μεταξύ των 110 μελών. Από κλήρωση. Δεν διορίζεται. Στη συνέχεια είναι εκατό δικαστές που αποφασίζουν. Δηλαδή ποια κυβέρνηση;».
Αναφερόμενος και στο επιχείρημα ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπερισχύει του εθνικού δικαίου, ο υπουργός παρέπεμψε σε τοποθετήσεις ανώτατων νομικών και δικαστικών, λέγοντας χαρακτηριστικά «ας πάμε λίγο στους ανθρώπους που έχουν την επιστημονική ιδιότητα. Προχθές δημοσιεύθηκε άρθρο του πρώην προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, για τέτοια επίπεδα μιλάμε, του κ. Γεραρή, ο οποίος είπε ξεκάθαρα ότι η αρμοδιότητα ανήκει στον Άρειο Πάγο. Ο κύριος Βενιζέλος έχει δηλώσει ότι αρμοδιότητα ανήκει στον Άρειο Πάγο. Ο κύριος Παυλόπουλος, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έχει πει ότι αρμοδιότητα αυτή είναι αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου. Η πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου, η κυρία Θάνου, η οποία δεν είναι και τόσο φιλικά διακείμενη προς την κυβέρνηση νομίζω, έχει δηλώσει και έχει αρθρογραφήσει ότι η αρμοδιότητα ανήκει στον Άρειο Πάγο. Άρα λοιπόν, το σύνολο, ας πούμε της πιστημονικής κοινότητας της χώρας μας, συνταγματολόγοι δηλαδή και ανώτατοι δικαστές, ο κύριος Σαρμάς, ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει γράψει αναλυτικά ότι η αρμοδιότητα ανήκει στον Άρειο Πάγο. Και ο Άρειος Πάγος έχει πει ότι, η αρμοδιότητα ανήκει σε μένα».
Στο ίδιο πλαίσιο, απαντώντας στις αιτιάσεις περί έντασης μεταξύ Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ελληνικών θεσμών λόγω υποθέσεων όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κ. Φλωρίδης υποστήριξε ότι η Βουλή έχει ανταποκριθεί άμεσα στα αιτήματα άρσης ασυλίας και ότι δεν προκύπτει θεσμική παρεμπόδιση. Όπως ανέφερε, «ας πάμε λίγο στα θέματα αυτά, γιατί έχει ένα ενδιαφέρον αυτό. Πριν από λίγο καιρό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δηλαδή το ελληνικό τμήμα, έστειλε στη Βουλή αιτήματα για να γίνει άρση ασυλίας 11 βουλευτών. Έτσι δεν είναι; Η Βουλή προχώρησε σε γρήγορες διαδικασίες και ήρε την ασυλία. Άρα να μπορούν οι βουλευτές να οδηγηθούν στην ελληνική Δικαιοσύνη μέσα από τις διαδικασίες που προβλέπονται για όλους τους πολίτες. Στη συνέχεια τι έγινε όμως;».
Και συνέχισε λέγοντας ότι στη συνέχεια ζητήθηκε πραγματογνωμοσύνη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, την οποία είχε στα χέρια της πριν από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, αφήνοντας αιχμές για τον χειρισμό της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να κάνει περαιτέρω πολιτικό σχολιασμό.
Αναφερόμενος τέλος στην υπόθεση Γιωτόπουλου, υποστήριξε ότι η ποινή του είναι αποτέλεσμα αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων, λέγοντας ότι «ο κ. Γιωτόπουλος βρίσκεται στη φυλακή επειδή έτσι έχει αποφασίσει η ελληνική Δικαιοσύνη. Δεν έχει αποφασίσει κανένας άλλος. Γι’ αυτό και ο κύριος Γιωτόπουλος έχει καταδικαστεί όχι απλώς αμετάκλητα, αλλά οι υποθέσεις αυτές κρίθηκαν και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν υπάρχει άλλο επίπεδο πια που να κριθεί μια ιστορία, για υποθέσεις που αφορούν δολοφονίες δεκαεπτά ανθρώπων. Δεκαεπτά δολοφονίες. Λοιπόν, και τώρα έρχονται κάποιοι, οι οποίοι, ας πούμε, παριστάνουν και τους βαθύτατα δημοκράτες και αρνούνται την αρμοδιότητα της ελληνικής Δικαιοσύνης να αποφασίζει για όλα αυτά ή της Ευρωπαϊκής Δικαιοσύνης».
Κλείνοντας, αποκάλυψε νέο γύρο αυστηροποίησης των ποινών, λέγοντας ότι εξετάζεται αύξηση του ορίου πραγματικής έκτισης ποινής για πολυισοβίτες, σημειώνοντας ότι «πράγματι εξετάζεται να πάει από τα 25 στα 30 χρόνια».