Α. “‘Ηταν ένα πάγιο αίτημα της Εκκλησίας της Ελλάδος εδώ και πολλά χρόνια”, “ήταν το αίτημα της Ιεραρχίας εν συνόλω” είπε ο Πρωθυπουργός. Τίποτα από τα δύο δεν ισχύει, διότι εάν όντως υπήρχε ανάλογο αίτημα θα είχε διατυπωθεί δημόσια. Τα λόγια του πρωθυπουργού εκθέτουν την εκκλησία, καθώς εμφανίζει την ιεραρχία να αιτείται κάθε λίγο και λιγάκι ατύπως και παρασκηνιακά. Ακόμα κι αν πρόκειται για πρόσφατη διεκδίκηση (μετά το 2022!!) τα πρόσημα «πάγιο» και “εν συνόλω” είναι άτοπα και παραπλανητικά.
β. “Δυσκολεύομαι… να δεχτώ ότι ο μισθός του Μητροπολίτη, που διοικεί εν πάσει περιπτώσει μια μεγάλη Μητρόπολη, θα είναι σημαντικά χαμηλότερος από τον μισθό του Μουφτή. Και θα σταματήσω εδώ”. Ευτυχώς, ο Πρωθυπουργός σταμάτησε εκεί, διότι παρακάτω θα είχε σκοντάψει στο ότι ο Μουφτής είναι δημόσιος λειτουργός με δικαστικές/δικαιοδοτικές αρμοδιότητες, τη στιγμή μάλιστα που οι μισθοί των δικαστικών εκτοξεύτηκαν.
Πάντως, η αιτιολόγηση αυτή είναι θεολογικά απαράδεκτη, πολιτικά άτοπη και νομικά αδιάφορη. Ποιός ανέθεσε στην πολιτεία να αποτιμήσει σε αργύρια πόσο ο Μουφτής, πόσο ο Μητροπολίτης, πόσο ο Καρδινάλιος, πόσο ο Ραβίνος, πόσο ο Σαμάνος, πόσο Μονσινιόρ, πόσο ο νεωκόρος… Εάν πρόκειται για συγγνωστή άγνοια και επικοινωνιακή ανοησία, καλώς. Εάν, όμως, πρόκειται για υπαίτια άγνοια, τότε η ακηδία, η ραθυμία, η αμέλεια και η νωθρότητα συνιστούν πρώτη ύλη των πάσης φύσεως πολιτικών παραστρατημάτων. Ο πρωθυπουργός δεν επέδειξε την οφειλόμενη πολιτική επιμέλεια και σεβασμό έναντι των ευσεβών χριστιανών, γι’ αυτό και μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης πρότασης μεσολαβεί η παραπλάνηση για τα εγκόσμια και η απρέπεια για τα θεοτικά. Όσο κι αν “δυσκολεύεται να το δεχτεί”, ο Μουφτής αμείβεται περισσότερο από τον Μητροπολίτη, διότι αυτό προβλέπουν οι νόμοι, που ο ίδιος ψήφισε και που η ιεραρχία επιδοκίμασε.
Μάλλον θα “δυσκολευτεί” πάλι, όταν σε λίγα χρόνια ο μισθός του Μουφτή θα είναι και πάλι υψηλότερος από αυτόν του Μητροπολίτη! Με βάση το Ενιαίο Μισθολόγιο, ο Μουφτής αμείβεται ως δημόσιος υπάλληλος (ΠΕ) και ο μισθός του διαμορφώνεται με βάση το ανώτατο κλιμάκιο, αυξάνεται ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας, με όλα τα ενεργά επιδόματα και τις μισθολογικές ωριμάνσεις. Ως εν ενεργεία Γενικός Διευθυντής δικαιούται επιπλέον το επίδομα θέσης ευθύνης και το επίδομα παραμεθορίου. Οι αποδοχές του, λοιπόν, βαίνουν αυξανόμενες, επειδή είναι ένας απλός ανώτατος δημόσιος υπάλληλος.
Ο μισθός του Μητροπολίτη συνδέεται με τη θέση Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Καθορίζεται άπαξ και παραμένει σταθερός, όπως του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως κάθε πολιτικού αξιωματούχου: ούτε αυξήσεις, ούτε πληθωρισμός, ούτε κλιμάκια, ούτε ωρίμανση, ούτε θέση ευθύνης, ούτε παραμεθόριος, ούτε επιδόματα, τίποτα. Και έτσι αμείβεται λιγότερο από τον Μουφτή, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, οι νόμοι αλλά και η συνθήκη της Λωζάνης.
Συνεπώς, δεν πρόκειται για εύνοια υπέρ των Μουφτήδων και αρνητική διάκριση εις βάρος των Επισκόπων, όπως εξυπονοεί ο πρωθυπουργός («Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου»). Πάντως, ξέρει να ενεργοποιεί τα διεστραμμένα ελληνο-χριστιανικά ανακλαστικά και να κινητοτοποιεί όσους δυσκολεύονται να συμφιλιωθούν με τις υποχρεώσεις της χώρας. Οι Μουφτείες στη Θράκη διέπονται από ειδικό νομικό καθεστώς. Και επειδή οι Μουφτήδες ασκούν (περισσότερο παλιότερα, λιγότερο τώρα) δικαστικά καθήκοντα (οικογενειακό, κληρονομικό δίκαιο/Σαρία), το βαθύτατο κράτος τούς ενέταξε στον σκληρό πυρήνα της δημόσιας διοίκησης, ως υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους. Αντιθέτως, οι αδικημένοι ιεράρχες του “ΝΠΔΔ Εκκλησία της Ελλάδος” δεν θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά θρησκευτικοί λειτουργοί με ιδιαίτερο Ειδικό Μισθολόγιο και, λόγω αυτού του καθεστώτος “καθηλώθηκαν” οι αποδοχές τους στα προβλεπόμενα και συμφωνηθέντα.
Λέει ο πρωθυπουργός, “όχι και να παίρνουν λιγότερα από τους Μουφτήδες!” και απαντάει ο ίδιος “Προσέξτε, πάμε στο 90% του μισθού του Γενικού Γραμματέα, γιατί εν πάση περιπτώσει ο Μητροπολίτης διοικεί μια Μητρόπολη”. Τόσο απλά. “Και ο Μουφτής διοικεί μια Μουφτεία”, αντιτείνει ο άλλος ή μπορεί και να ρωτήσει, “ο Τιτουλάριος τι ακριβώς “διοικεί”; Η πρόταση, πάντως “ο Μητροπολίτης διοικεί μια Μητρόπολη” είναι μέγα ατόπημα. Ο Επίσκοπος ασκεί πνευματική, ποιμαντική λειτουργία και όχι κοσμική διοίκηση, όπως ο Μουφτής και οι διορισμένοι ανώτατοι υπάλληλοι του κράτους. Δεν είναι ακριβές ότι “διοικεί μια μητρόπολη” και γιαυτό αδικεί τον Μουφτή, ο οποίος “διοικεί, πραγματικά, μια Μουφτεία” ή τον λιμενάρχη ο οποίος “διοικεί, πράγματι, έναν λιμένα”. Αλλά και πάλι, η προτεινόμενη λύση δεν θεραπεύει την μισθολογική ανισότητα. Η Σύνοδος φαίνεται να μην καταλαβαίνει ότι η επόμενη κυβέρνηση μπορεί θα αυξήσει τις αποδοχές του Γενικού διευθυντή (θέση ευθύνης, παραμεθόριος, Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (!!!) και όλα τα γνωστά επιδόματα), οπότε ο Μουφτής θα έχει και πάλι υψηλότερες αποδοχές από τον Μητροπολίτη.
Η κυβέρνηση ψηφοθηρεί συμπτωματικά αλλά δεν ξεχνά το χούι της να υποδουλώνει συστηματικά την ιεραρχία. Η ιεραρχία νομίζει ότι παίζει τους πολιτικούς στα δάχτυλα και έτσι εξουδετερώνεται κάθε φορά που προσχωρεί στο κρατικό δόγμα, το οποίο συνοψίζεται στο ότι η πνευματική επιρροή τής εκκλησίας μπορεί να τροφοδοτεί ες αεί την πολιτική νομιμοποίηση του κράτους. Τώρα, η Πολιτεία επανέρχεται για να σφίξει τον γόρδιο δεσμό. Το ιστορικό και τα κατά καιρούς επίδικα, εκτίθενται αναλυτικά στο βιβλίο του Μητραλέξης, Σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους (2019).
Ας μείνουμε όμως στα σίγουρα: Η εκκλησία έχει τρεις βαθμούς Ιεροσύνης, που αποδίδονται μέσω του μυστηρίου της χειροτονίας (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος). Οι άλλοι διοικητικοί ή τιμητικοί τίτλοι, τα λεγόμενα οφφίκια, απονέμονται από τον Μητροπολίτη ή τον Πατριάρχη (Αρχιμανδρίτης, Συγκέλλιος, Πρωτοπρεσβύτερος, Οικονόμος, Πρωτοδιάκονος, Μέγας Λογοθέτης, Άρχων Πρωτοψάλτης, Άρχων Ρεφερενδάριος…). Τι φέρνει, λοιπόν, η προχειρότητα Μητσοτάκη και ο προεκλογικός οδοστρωτήρας; Διασπά το ενιαίο του κλήρου, κωδικοποιεί τους βαθμούς ιεροσύνης και τα οφφίκια σε δύο ασύμμετρα καθεστώτα κύρους και διαχωρίζει τους κληρικούς σε ασύμπτωτα πολιτικά πεδία: κλήρος (σαν να ήταν υπάλληλοι του δημοσίου) και Επίσκοποι (σαν να ήταν πολιτικοί αξιωματούχοι). Έτσι εξηγείται, μάλλον, η αμήχανη αντίδραση πολιτικών και ιεραρχών, που δεν μίλησαν για την χρόνια θεσμική παθολογία στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπήρξε αλλά ξεχάστηκε μια απόπειρα της κυβέρνησης Τσίπρα να ανοίξει το διάλογο με την εκκλησία, η οποία κατέληξε (παραλίγο!) και δες κατέληξε (τελικά) σε συμφωνία με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Μπορεί να μην είχε αίσιο τέλος, αλλά έβγαλε το πρόβλημα από τα άδυτα του βαθύτατου κράτους και έδιωξε τη λαϊκίστικη σκοτεινιά από την φιγούρα του “Δεσπότη”. Εναπόθεσε τότε το πρόβλημα στο πεδίο των εγκόσμιων διευθετήσεων και με διακηρυγμένες αξιακές χειρονομίες συνδιαλλαγής εκατέρωθεν. Ιερατείο και κλήρος μαζί με το συναπάντημα “τελευταία φορά Αριστερά” κανιβάλισαν τότε την μοναδική ευκαιρία. Έκτοτε, ο Μητσοτάκης επιμολύνει τις εντάσεις και ξαναρίχνει το πρόβλημα στα παρασκήνια. Πάντως, κανείς δεν επιθυμεί λύση. Πολιτικές και εκκλησιαστικές ηγεσίες παρέλυσαν μέσα αδιέξοδα που ταλαιπωρούν εδώ και δύο αιώνες το Κράτος (με τους πολίτες του) και την Εκκλησία της Ελλάδος (με την κοινωνία των πιστών της).