*Του Σπύρου Απέργη, δικηγόρου, ειδικευμένου στο προσφυγικό δίκαιο

(Πρώτο μέρος)

  1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

To Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο (εφεξής: το Σύμφωνο) αποτελείται από εννέα (9) Κανονισμούς και μία (1) Οδηγία που αναμορφώνουν τις διαδικασίες υποδοχής, φιλοξενίας, καταγραφής, ασύλου των παράτυπα εισερχομένων αλλοδαπών, ιδρύουν ένα μηχανισμό αλληλεγγύης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπέρ των κρατών της που δέχονται τις περισσότερες μεταναστευτικές πιέσεις, ενώ ενισχύουν τις διαδικασίες καταγραφής, ιδίως στα σύνορα και των επιστροφών απορριφθέντων αιτούντων διεθνή προστασία αλλά και αυξάνουν τις εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από το ισχύον κοινοτικό δίκαιο, εξέλιξη που με βεβαιότητα θα δημιουργήσει νομικές διαμάχες, Τέλος, ιδρύεται ένας ανεξάρτητος μηχανισμός παρακολούθησης της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Το Σύμφωνο υιοθετήθηκε στις 10 Απριλίου 2024 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στις 14 Μαΐου 2024 από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εννέα (9) νομοθετικές πράξεις τέθηκαν σε ισχύ στις 12 Ιουνίου 2024. Στη συνέχεια συμφωνήθηκε μια διετία ως μεταβατική περίοδος για την προετοιμασία των συστημάτων των κρατών μελών (έως 12 Ιουνίου 2026). Τέλος ένας νέος κανονισμός για τις επιστροφές συμφωνήθηκε ξεχωριστά πριν από λίγες μέρες και αναμένεται να ολοκληρωθεί η νομική διαδικασία υιοθέτησής του και να τεθεί σε νομική ισχύ τις επόμενες εβδομάδες. Πριν από λίγες μέρες, δε, ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος 5307/2026 «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου και άλλες επείγουσες διατάξεις» και ήδη τέθηκε σε ισχύ από τις 11 Ιουνίου 2026 (στο εξής: «εφαρμοστικός νόμος του Συμφώνου»). Ο νόμος αυτός προβλέπει, κυρίως, εκτεταμένες εκτελεστικές διατάξεις για την εφαρμογή του Συμφώνου.

Η  ορθή υιοθέτηση και εφαρμογή του Συμφώνου με τρόπο που να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και, γενικότερα, το κοινοτικό και το διεθνές προσφυγικό δίκαιο απαιτεί οργανωμένες, συντονισμένες και συμπαγείς διαδικασίες καθώς και αύξηση του προσωπικού που θα εμπλακεί και σχέδιο εφαρμογής. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει δημοσιοποιήσει το Εθνικό Σχέδιο Εφαρμογής που έχει καταθέσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και κλήθηκε να το κάνει από ανεξάρτητους φορείς, όπως η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών ενώ πολλά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δημοσιοποιήσει τα δικά τους εθνικά σχέδια εφαρμογής του Συμφώνου. Μέχρι στιγμής, δεν προκύπτει ότι έχει προσληφθεί, διατεθεί και εκπαιδευτεί κατάλληλα, όπου απαιτείται, επαρκής αριθμός υπαλλήλων (και θα απαιτηθεί σημαντικά μεγαλύτερος αριθμός) για τη διαχείριση των νέων διαδικασιών του Συμφώνου, ιδίως για να διασφαλιστούν ο έλεγχος της διαλογής στα σύνορα, η ορθή εφαρμογή θεσμικών εγγυήσεων, όπως η ορθή καταγραφή σε σύντομους χρόνους, οι αξιολογήσεις ευαλωτότητας, οι έλεγχοι υγείας.

Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στα σημαντικότερα ζητήματα που εγείρονται σε σχέση με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στην παρουσίαση και τον σχολιασμό νέων ρυθμίσεων. Στην πορεία του χρόνου, θα επανερχόμαστε με νέα άρθρα για επί μέρους ζητήματα ανάλογα με τις εξελίξεις.

 

  1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ  ΑΣΥΛΟΥ  ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΗΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Το νέο Σύμφωνο θεσμοθετεί ένα νέο και σαφώς αυστηρότερο σύστημα διαχείρισης της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα της χώρας (και εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης), που βασίζεται στη διαλογή, στις ταχείες διαδικασίες και στο νομικό πλάσμα της «μη εισόδου» για τους εισερχομένους παράτυπους αλλοδαπούς. Η δομή του Συμφώνου έχει μία σαφή κατεύθυνση προς την ενίσχυση των επιστροφών αλλοδαπών, στους αυξημένους περιορισμούς στις διαδικασίες ασύλου σε βάρος των αιτούντων διεθνή προστασία, την de facto κράτηση διευρυμένων κατηγοριών αλλοδαπών ακόμα και ανηλίκων καθώς και αυξημένων εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων του πρωτογενούς ενωσιακού δίκαιου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες. Ο σχετικός Κανονισμός για το άσυλο 2024/1348 “ενδέχεται να οδηγήσει σε υποβάθμιση των επιπέδων προστασίας, μέσω της ενίσχυσης των συνοριακών και επιταχυνόμενων διαδικασιών και της διεύρυνσης της δυνατότητας εξέτασης αιτήσεων υπό κράτηση, ιδίως στα εξωτερικά σύνορα, αλλά και σε περιορισμό στην πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και νομική συνδρομή”. [1]  Στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται η χρήση πληροφοριακών συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, η χρήση τέτοιων εργαλείων πρέπει να περιβάλλεται από σαφείς πρόσθετες εγγυήσεις, οι οποίες να διασφαλίζουν την ορθή, αξιόπιστη και δεοντολογικά συμβατή λειτουργία τους, καθώς και την αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων, ιδίως ως προς την ακρίβεια της επικοινωνίας, την κατανόηση της διαδικασίας και τη δυνατότητα ουσιαστικής συμμετοχής σε αυτήν. [2]

Όπως σημειώνει σε έκθεσή της η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου «από μια συνολική αποτίμηση, καθίσταται εμφανές ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εγείρουν σοβαρά και συστηματικά ζητήματα ως προς την επάρκεια της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως των ευάλωτων προσώπων» [3] και ότι ο πρόσφατος νόμος εφαρμογής του ως άνω Συμφώνου που ψηφίστηκε στη Βουλή, «εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εθνικής νομοθεσίας … η οποία αυστηροποιεί τις διαδικασίες, παραγνωρίζοντας την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των εγγυήσεων που πρέπει να υπάρχουν στις συγκεκριμένες διαδικασίες και ενόψει της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις επιστροφές». [4]

Ειδικότερα ως προς τα ανήλικα, ιδίως τα ασυνόδευτα, είναι θετικό ότι υπάρχει ρητή πρόβλεψη για την αξιολόγηση και τον καθορισμό του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων παιδιών με τη χρήση διεθνών αποδεκτών προτύπων καθώς και εκπαίδευση των υπαλλήλων και του προσωπικού των φορέων. Όμως, καταργείται ο ρόλος του εισαγγελέα ως εγγυητή ανεξαρτησίας του συστήματος επιτροπείας και της αμεροληψίας των αποφάσεων και της επίλυση υποθέσεων σύγκρουσης συμφερόντων και ανατίθεται κεντρικός ρόλος στη Γενική Γραμματεία Ευάλωτων Πολιτών και Θεσμικής Προστασίας. Παράλληλα,  η πρόβλεψη οι άστεγοι ασυνόδευτοι ανήλικοι ή ανήλικοι που διαβιούν σε επισφαλείς συνθήκες να μεταφέρονται για διαλογή «σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης, των οποίων οι συνθήκες διαβίωσης θεωρούνται εξόχως ακατάλληλες και δεν συνάδουν με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, πλήττει σημαντικά τα θεμελιώδη δικαιώματα των ανηλίκων και βάλλει κατά της παιδικής προστασίας». [5] Επίσης, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η παρουσία επιτρόπου σε όλες τις διαδικασίες από τον έλεγχο διαλογής στα σύνορα, την καταγραφή βιομετρικών δεδομένων, τον εντοπισμό ευαλωτότητας, του ιατρικού ελέγχου μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας ασύλου στον δεύτερο βαθμό, κάτι που δεν το εξασφαλίζει το κοινοτικό δίκαιο καθώς ο σχετικός Κανονισμός δεν προβλέπει συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία ορισμού, κατά παρέκκλιση των διεθνών συστάσεων και των βέλτιστων πρακτικών που έχει υιοθετήσει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση. [6] Περαιτέρω, η δυνατότητα τοποθέτησης των ανηλίκων σε ασφαλείς ζώνες των κέντρων υποδοχής στα νησιά, όπως προβλέπει ο εφαρμοστικός νόμος [7] και η οποία, κατά κοινή ομολογία, παρέχει εντελώς ανεπαρκή προστασία τους από βία και εκμετάλλευση κάθε είδους και συνιστά de facto κράτηση, πλήττει ευθέως το βέλτιστο συμφέρον των παιδιών και το πλαίσιο της παιδικής τους προστασίας. Επιπλέον, οι ανήλικοι θα πρέπει να τεκμαίρονται ως ανήλικοι, όπως επιτάσσει το διεθνές δίκαιο, [8] ενώ ο ελληνικός νόμος δεν το κάνει και τους αφήνει στη συνοριακή διαδικασία για όσο υπάρχει αμφιβολία για την ηλικία τους! Τέλος, πρέπει να προβλεφθεί η ρητή κατοχύρωση της προστασίας από την απέλαση/επιστροφή όλων των ανηλίκων, εκτός κι αν συνοδεύουν τον γονέα τους ή τον ασκούντα τη γονική μέριμνα που απομακρύνεται, κάτι δε συμβαίνει (ούτε) με το νέο Σύμφωνο.

Όπως σημειώνεται και από ανεξάρτητους ευρωπαϊκούς οργανισμούς [9] η διαδικασία διαλογής των αλλοδαπών στα σύνορα —το πρώτο στάδιο του Συμφώνου— θα είναι καθοριστική για την έκβαση των αιτήσεων των ατόμων και για τα δικαιώματά τους καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών. Στα περισσότερα κράτη μέλη της Ένωσης (και στην Ελλάδα), η διαδικασία διαλογής θα διεξάγεται από την αστυνομία ή τους συνοριοφύλακες (στην Ελλάδα και από την ευρωπαϊκή υπηρεσία συνόρων Frontex). Είναι αμφίβολο εάν οι  αρχές διαθέτουν τo απαραίτητο αυξημένο προσωπικό τις ειδικές γνώσεις και τη σχετική εμπειρογνωμοσύνη για να εντοπίζουν περιπτώσεις ευαλωτότητας (ιδίως θύματα σοβαρής βίας, βασανιστηρίων ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης) και εάν θα είναι επαρκώς προετοιμασμένες και εκπαιδευμένες για τους ρόλους τους. Τα πρόσωπα που θα εμπίπτουν στον έλεγχο διαλογής στα σύνορα θα παραμένουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών, εξέλιξη που συνιστά «μια πρακτική προσφυγής σε μέτρα υψηλής έντασης, και ιδίως κράτηση, ως μέσο εξασφάλισης της διαθεσιμότητας του αιτούντος κατά τον έλεγχο διαλογής, αντί να διασφαλίζεται ότι η διαθεσιμότητα επιτυγχάνεται με τα ηπιότερα δυνατά μέτρα, ανάλογα με την περίπτωση, και ότι η κράτηση παραμένει πραγματικά μέτρο έσχατης λύσης. Η ανάγκη καθαρότερης τυποποίησης των μέτρων διαθεσιμότητας στο στάδιο της διαλογής είναι κρίσιμη, ακριβώς για να αποφεύγονται υπέρμετροι περιορισμοί που, στην πράξη, ισοδυναμούν με de facto στέρηση ελευθερίας χωρίς τις εγγυήσεις που αντιστοιχούν στην κράτηση». [10] Η απαγόρευση εξόδου από τις εν λόγω δομές στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής, όπως προβλέπεται, συνιστά de facto κράτηση, κάτι που προκύπτει ευθέως από τη νομολογία των ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων της χώρας ενώ παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα όπως η ελευθερία της κίνησης και η απαγόρευση αυθαίρετης κράτησης. Ο Κανονισμός καθιερώνει ρητά την κράτηση ως έσχατο μέτρο, επιτρεπτό μόνο εφόσον διαπιστώνεται, κατόπιν εξατομικευμένης αξιολόγησης, ότι είναι απολύτως αναγκαία και ότι δεν επαρκούν λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα. Αντιθέτως, η διατύπωση του άρθρου 157 §1 του εφαρμοστικού νόμου, με τη χρήση της φράσης «επιβάλλεται κράτηση», δημιουργεί την εντύπωση μιας κατά κανόνα εφαρμογής του μέτρου, υποβαθμίζοντας τον εξαιρετικό του χαρακτήρα του. Γι’ αυτό πρέπει να αποτυπώνεται ρητά ότι η κράτηση επιβάλλεται μόνο κατ’ εξαίρεση, ως έσχατο μέτρο, υπό τις προϋποθέσεις της αναγκαιότητας, της εξατομικευμένης κρίσης και της προηγούμενης εξέτασης. [11]

Γενικότερα οι ρυθμίσεις για την εκτεταμένη κράτησης των αιτούντων  αλλοδαπών είναι ευθέως αντίθετες και ασύμβατες με το κλιμακωτό σύστημα μέτρων που εισάγει η Οδηγία (ΕΕ) 2024/1346, η οποία διακρίνει σαφώς μεταξύ (α) περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας και (β) κράτησης, ως ποιοτικά διαφορετικού μέτρου στέρησης της ελευθερίας, που επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές δικονομικές εγγυήσεις. Μάλιστα εισάγονται  παρεκκλίσεις υπέρ της επέκτασης της κράτησης σε περιόδους κρίσης [12] για άλλες 6 εβδομάδες, ενώ αντίστοιχα παρατείνεται και το ανώτατο όριο της κράτησης σε περίπτωση που έχει επιβληθεί ή πρόκειται να επιβληθεί κράτηση! Όπως επισημαίνεται παρά τη μερική τυπική σύγκλιση του κοινοτικού δικαίου για τις κρίσεις με τον εφαρμοστικό νόμο, «η υιοθετηθείσα κανονιστική τεχνική ενέχει τον κίνδυνο η «πραγματική πρόσβαση» των οργανώσεων και προσώπων που παρέχουν συμβουλές και καθοδήγηση προς αιτούντες σε συνθήκες κράτησης κατά τη διαδικασία επιστροφής στα σύνορα και σε καταστάσεις εφαρμογής παρεκκλίσεων να μετατραπεί, στην πράξη, σε περιορισμένη και διοικητικά ελεγχόμενη δυνατότητα, κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις του σχετικού Κανονισμού. [13]

Παράλληλα, προβλέπεται χρήση τηλεφωνικών συστημάτων ή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την ενημέρωση, τη απομαγνητοφώνηση ή τον υποτιτλισμό  όπως ενδεικτικά στο άρθρο 96 παρ. 5 για τις γενικές εγγυήσεις προς τους αιτούντες ή στο άρθρο 101 παρ. 1 για την καταγραφή των συνεντεύξεων. Επίσης, προβλέπεται η δυνατότητα διενέργειας συνέντευξης επί του παραδεκτού της αίτησης διεθνούς προστασίας από κοινού με τη συνέντευξη επί της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτών ενημερώνεται για τη σχετική δυνατότητα το αργότερο 24 ώρες πριν. Ως προς τα σημεία αυτά είναι κρίσιμη πραγματική δυνατότητα προετοιμασίας του αιτούντος με την υποστήριξη νομικού συμβούλου, κάτι που, ενώ προβλέπεται, είναι αμφίβολο αν θα εφαρμόζεται με τόσο σύντομες προθεσμίες.

Περαιτέρω, τα άρθρα 20 και 21 του Κανονισμού θεμελιώνουν ένα δυναμικό και εξατομικευμένο σύστημα αξιολόγησης και παροχής υποστήριξης, το οποίο δεν περιορίζεται σε τυποποιημένες διευκολύνσεις κατά τη συνέντευξη του αιτούντος για την αίτηση διεθνούς προστασίας του αλλά εκτείνεται σε ολόκληρη τη διαδικασία εξέτασης της σχετικής αίτησης και αποσκοπεί στη διασφάλιση της ουσιαστικής συμμετοχής του αιτούντος και της δυνατότητάς του να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του.

 

  1. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΩΝ

Θεσπίζεται, επίσης, ειδική διαδικασία επιστροφών ειδικά για αιτούντες άσυλο η αίτηση των οποίων έχει απορριφθεί κατά τη διαδικασία των συνόρων. [14] Οι πολίτες τρίτων χωρών θα πρέπει να παραμένουν για διάστημα 12 εβδομάδων σε τοποθεσίες στα εξωτερικά σύνορα ή πλησίον αυτών ή στις ζώνες διέλευσης και σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν μπορεί να στεγάσει τα πρόσωπα αυτά στις εν λόγω τοποθεσίες, μπορεί να καταφύγει στη χρήση άλλων τοποθεσιών εντός του εδάφους του.

Η εκτέλεση απόφασης επιστροφής μπορεί να υλοποιείται με μεταφορά σε τρίτη χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που λειτουργεί ως κόμβος επιστροφής, εφόσον υπάρχει συμφωνία ή ρύθμιση. [15] Ωστόσο, δεν θεσπίζεται ούτε σαφής διαδικασία ούτε ρητώς ορίζεται το αρμόδιο όργανο, με το οποίο θα κρίνεται σε κάθε ατομική περίπτωση ότι η επιστροφή δεν θα εκτελεστεί προς τη χώρα καταγωγής ή άλλο συνήθη προορισμό επιστροφής, αλλά προς κόμβο επιστροφής. Επιπλέον, δεν αποσαφηνίζεται ποια είναι τα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια που θα δικαιολογούν την επιλογή του κόμβου, και μάλιστα ποιός κόμβος μεταξύ πολλών, όταν ενδέχεται να υπάρχουν πολλαπλές συμφωνίες, γεγονός που δημιουργεί κινδύνους άνισης εφαρμογής, διοικητικής αυθαιρεσίας ή και de facto αυτοματοποίησης της επιλογής του κόμβου επιστροφής ως κανόνα. Η ΕΕΔΑ επισημαίνει ότι η ρύθμιση, όπως διατυπώνεται, «εμφανίζει σοβαρά κενά ασφάλειας δικαίου και εγγυήσεων και πρέπει να απαλειφθεί εξολοκλήρου ή τουλάχιστον να υποστεί ουσιώδη αναδιατύπωση ώστε να καταστεί σαφές ότι (α) η επιλογή επιστροφής σε κόμβο επιστροφής αποτελεί απολύτως εξατομικευμένη, αιτιολογημένη και ελέγξιμη διοικητική κρίση με ρητά κριτήρια επιλογής του προορισμού, (β) προϋποθέτει ρητή και πλήρη εφαρμογή της αρχής της μη επαναπροώθησης και απαγόρευσης απομάκρυνσης σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του Χάρτη [Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης], (γ) συνοδεύεται από αποτελεσματικό διοικητικό ένδικο βοήθημα για την αμφισβήτηση της μεταφοράς σε κόμβο επιστροφής με ουσιαστικές εγγυήσεις πρακτικής αποτελεσματικότητας, (δ) οι συμφωνίες με τρίτες χώρες που αποτελούν τη νομική βάση του μηχανισμού είναι υποχρεωτικά δημόσια προσβάσιμες, και (ε) οι εξαιρέσεις θα διευρυνθούν ώστε να καλύπτουν όλες ή, κατ’ ελάχιστον, περισσότερες κατηγορίες ευάλωτων, πέραν των ασυνόδευτων ανηλίκων, προκειμένου να αποτραπεί δυσανάλογη έκθεση ευάλωτων προσώπων σε αυξημένους κινδύνους σε κόμβους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης». [16]

Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθουμε σύντομα με την επίσημη υιοθέτηση του νέου Κανονισμού Επιστροφών τις επόμενες εβδομάδες.

 

  1. ΠΛΑΣΜΑ ΜΗ ΕΙΣΟΔΟΥ ΤΩΝ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ

Νέο καθεστώς συνιστά το πλάσμα «μη εισόδου» για τους παράτυπους αλλοδαπούς στα σύνορα. Αφορά μία φάση πριν από την είσοδο που περιλαμβάνει έλεγχο διαλογής και διαδικασίες στα σύνορα για το άσυλο και την επιστροφή. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η «ταχεία εκτίμηση, κατ’ αρχήν στα εξωτερικά σύνορα, του αν οι αιτήσεις είναι αβάσιμες ή απαράδεκτες και η ταχεία επιστροφή όσων δεν έχουν δικαίωμα παραμονής». [17] Το καθεστώς αυτό θυμίζει την παραμονή στο σαεροδρόμιο ως “ζώνη διέλευσης” (transit zone) οπότε δεν υφίσταται νόμιμη είσοδος στο κράτος προορισμού. Το καθεστώς «μη εισόδου» ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της ως άνω διαδικασίας διαλογής στα σύνορα, η οποία μπορεί να διαρκέσει να ανέλθει σε 12 εβδομάδες. Το άρθρο 54 του Κανονισμού για τις Διαδικασίες Ασύλου επιτρέπει, μάλιστα, την εφαρμογή του πλάσματος «μη εισόδου» ακόμη και σε τοποθεσίες που βρίσκονται μακριά από τα πραγματικά εδαφικά σύνορα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις: «όταν αιτών που υπόκειται στη διαδικασία [εννοεί ασύλου] στα σύνορα πρέπει να μεταφερθεί στην αποφαινόμενη αρχή ή σε αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τον σκοπό της εν λόγω διαδικασίας, ή να μεταφερθεί προκειμένου να λάβει ιατρική περίθαλψη». Μάλιστα, ο ελληνικός νόμος επεκτείνει ακόμα περισσότερο το καθεστώς εξαίρεσης που καθιερώνει ως άνω το κοινοτικό δίκαιο, προβλέποντας ότι «η οποιαδήποτε μετακίνηση των υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στα σύνορα, δεν συνιστά νόμιμη είσοδο»!

Πρόκειται για μία νομική ρύθμιση που καθιερώνει μία νόμιμη «μαύρη τρύπα» για τους παράτυπα εισερχόμενους αλλοδαπούς στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου τα κράτη δε θα έχουν καμία υποχρέωση να παράσχουν στους εισερχόμενους πολίτες τρίτων χωρών δικαιώματα, τα οποία κανονικά θα παρείχαν από τη στιγμή που θα είχαν αφιχθεί νομίμως στο κράτος! Πλήττονται έτσι βασικά ατομικά δικαιώματα των εισερχομένων αλλοδαπών, όπως η αρχή της μη επαναπροώθησης (άρθρο 33 της Σύμβασης της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων 1951) και του δικαιώματος στο άσυλο (άρθρο 18 Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ). Συμπληρωματικά, τα ευρωπαϊκά δικαστήρια (Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) έχουν ήδη κρίνει ότι ο περιορισμός ελευθερίας σε ζώνες διέλευσης συνιστά «κράτηση». [18]

Σημειώσεις

[1] European Council for Refugees and Exiles (ECRE) Comments Paper: Regulation establishing a Common Procedure for International Protection in the EU, Νοέμβριος 2024, διαθέσιμο σε https://tinyurl.com/manzbyh

[2] Παρατηρήσεις της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) στη νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου με τίτλο: «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, 5 Ιουνίου 2026 σελίδα 52, βλ. https://nchr.gr/images/pdf/apofaseis/prosfuges_metanastes/2026/PARATIRISEIS-EEDA-STO-SCHN-GIA-TIN-EFARMOGI-TOU-SYMFONOU-KAI-TI-METANASTEFSI-KAI-TO-ASYLO.pdf, όπου πιο πάνω, σελ. 52.

[3] Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδα 9,

[4]  Βλ. την υποσημείωση 3.

[5] Βλ. Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδα 14.

[6] Βλ. Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδα 19.

[7] Άρθρο 82.

[8] Το τεκμήριο της ανηλικότητας απορρέει από τα άρθρα 3 και 12 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού που έχει υπογράψει και επικυρώσει η Ελλάδα.

[9] European Council on Refugees and Exiles, Statement on Pact Implementation, 10 Ιουνίου 2026, https://ecre.org/ecre-statement-on-pact-implementation/

[10] Βλ. Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδες 14 και 15.

[11] Βλ. Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδες 64, 65.

[12] Βλ. άρθρο 158 του εφαρμοστικού νόμου.

[13] Βλ. άρθρο 6 παρ. 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1349 και Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδα 65.

[14] Aρθρα 154-155 του εφαρμοστικού νόμου.

[15] Άρθρο 159 εφαρμοστικού νόμου.

[16] Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω, σελίδες 66 και 67.

[17] Κανονισμός (ΕΕ) Διαδικασιών Ασύλου 2024/1346, αιτιολογική. σκέψη 57 και Κανονισμός (ΕΕ) Διαδικασίας Επιστροφών 2024/1349, αιτιολογική σκέψη 6.

[18] 1) Case C-247/23, Judgment of the Court (First Chamber) of 13 March 2025. 2) VP v Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság. Request for a preliminary ruling from the Fővárosi Törvényszék, ECLI:EU:C:2025:172. 3) ECtHR, R.R. and Others v. Hungary (no. 36037/17), judgment of 2 March 2021. ECtHR, H.M. and Others v. Hungary, no. 38967/17, Judgement of 2 June 2022, όπως αντλήθηκαν από τις Παρατηρήσεις της ΕΕΔΑ, όπου πιο πάνω.