Με 50 ψήφους υπέρ έναντι 48 κατά, η Γερουσία υιοθέτησε την πρόταση που είχε ήδη εγκριθεί στις αρχές του μήνα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αντανακλώντας την αυξανόμενη ανησυχία ακόμα και μεταξύ των Ρεπουμπλικάνων για τον πόλεμο που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει τη δυνατότητα να ασκήσει βέτο, ωστόσο η υπερψήφισή του θα απαιτούσε πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, κάτι που με την τρέχουσα σύνθεση είναι αριθμητικά σχεδόν αδύνατο.

Ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε δριμεία επίθεση κατά της Γερουσίας μέσω της πλατφόρμας Truth Social, χαρακτηρίζοντας το ψήφισμα «κακώς χρονισμένο» και «χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα». Ο ίδιος έγραψε, η ψηφοφορία έγινε τη στιγμή που το Ιράν «βρισκόταν στα σχοινιά, έτοιμο να καταρρεύσει».

«Αυτοί οι γερουσιαστές μόλις έκαναν τη δουλειά μου πιο δύσκολη. Όμως θα το ολοκληρώσω, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, γιατί πάντοτε τα καταφέρνω», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η πρωτοβουλία της Γερουσίας δυσχεραίνει τους χειρισμούς της κυβέρνησής του.

Τυπικά, σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, μόνο το Κογκρέσο έχει την εξουσία να κηρύξει πόλεμο, κανόνας που όμως καταστρατηγείται εδώ και δεκαετίες. Η νομοθεσία επιτρέπει στον πρόεδρο να διατάσσει στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιπτώσεις άμεσης απειλής, αλλά απαιτεί να ζητήσει έγκριση από το Κογκρέσο εντός 60 ημερών.

Στις αρχές Μαΐου, ο Τραμπ αψήφησε την προθεσμία, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος τερματίστηκε ουσιαστικά με την εκεχειρία. Το ψήφισμα της Γερουσίας έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την ερμηνεία, ενώ ο πρόεδρος διαμηνύει ότι θα συνεχίσει τον δρόμο του, «με τον έναν ή τον άλλον τρόπο».