Η απόφαση ελήφθη με ευρεία πλειοψηφία (72 υπέρ, 10 κατά), επικυρώνοντας την προηγούμενη κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Αρείου Πάγου, το οποίο είχε αποφασίσει την ανανέωση της θητείας των εισαγγελέων για δύο και όχι για πέντε χρόνια.

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή της κα. Κοβέσι δεν μπορούσε να εξεταστεί επί της ουσίας, καθώς το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ότι δικαίωμα προσφυγής έχουν αποκλειστικά οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι δικαστικοί λειτουργοί. Επιπλέον, απαιτείται να έχει καταγραφεί μειοψηφία τουλάχιστον δύο ψήφων κατά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απόφαση για τη διετή ανανέωση της θητείας των τριών εισαγγελέων είχε ληφθεί ομόφωνα, γεγονός που στάθηκε καθοριστικό.

Κατά τη συζήτηση, την επιχειρηματολογία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρουσίασε ο συνταγματολόγος Σπύρος Βλαχόπουλος, καθώς η κ. Κοβέσι δεν παρέστη αυτοπροσώπως. Ο ίδιος υποστήριξε ότι το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού και ότι η πενταετής ανανέωση είχε αποφασιστεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για όλους τους Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς, σημειώνοντας ότι διαφορετικές αποφάσεις μεταξύ των κρατών-μελών θα μπορούσαν να πλήξουν την ενότητα του θεσμού.

Πρότεινε, επίσης, η Ολομέλεια να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ για το ποιος φορέας έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την ανανέωση των θητειών. Η άποψη αυτή βρήκε ανταπόκριση στη μειοψηφία των δικαστών, τόσο για τη νομιμοποίηση της κ. Κοβέσι να ασκήσει την προσφυγή, όσο και για την ουσία της αρμοδιότητας.

Με βάση το σκεπτικό αυτό, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατέληξε ότι η Λάουρα Κοβέσι δεν είχε νομιμοποίηση να προσφύγει εκ μέρους των τριών εισαγγελέων, απορρίπτοντας την αίτησή της ως απαράδεκτη.