Οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν υπό πίεση, καθώς η αύξηση του κόστους ζωής απορροφά σε μεγάλο βαθμό τις ονομαστικές αυξήσεις. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός αυξήθηκε μόλις κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025, ενώ σε σύγκριση με το 2021 παραμένει μειωμένος κατά 1,3%. Σε βασικούς κλάδους, όπως η εκπαίδευση, η δημόσια υγεία, η κοινωνική μέριμνα, η εστίαση και το εμπόριο, τα πραγματικά ωρομίσθια βρίσκονται αισθητά κάτω από τα επίπεδα του 2009.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες ώρες εργασίας στην Ευρώπη. Στο εμπόριο οι εργαζόμενοι απασχολούνται κατά μέσο όρο 42,3 ώρες την εβδομάδα, στη μεταποίηση 41,7 ώρες και στον πρωτογενή τομέα 47,1 ώρες, χωρίς ωστόσο να ανταμείβονται ανάλογα.

Η εργασία, όπως επισημαίνει η έκθεση, δεν αποτελεί εγγύηση αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η φτώχεια των εργαζομένων παραμένει υψηλή, ιδιαίτερα για όσους εργάζονται με μερική απασχόληση ή διαθέτουν χαμηλό και μεσαίο μορφωτικό επίπεδο. Τα νοικοκυριά πιέζονται οικονομικά: το 34,9% των οικογενειών με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας – ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η μακροχρόνια ανεργία παραμένει σοβαρή πρόκληση, καθώς περισσότεροι από τους μισούς ανέργους (55,8%) είναι εκτός αγοράς εργασίας για πάνω από έναν χρόνο, με τις γυναίκες και τους νέους να πλήττονται περισσότερο. Η απασχόληση βρίσκεται χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ γυναίκες, νέοι και άτομα με αναπηρία αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην ένταξή τους.

Η έκθεση αποδίδει τα προβλήματα στις διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Το κατά κεφαλήν εισόδημα υπολείπεται αισθητά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων να αντιστοιχεί μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στην κατανάλωση (67,8% του ΑΕΠ, έναντι 51,2% στην ΕΕ), ενώ οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές και κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό στην κατοικία, αντί σε παραγωγικούς τομείς. Οι καθαρές εξαγωγές είναι αρνητικές, επιβεβαιώνοντας την εξάρτηση της οικονομίας από τις εισαγωγές.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ προειδοποιεί ότι η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αρκεί, αφού χωρίς παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, αύξηση των πραγματικών μισθών, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και βελτίωση της ποιότητας της εργασίας, η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύγκλιση με την Ευρώπη. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, με έμφαση στη βιομηχανία, την καινοτομία, την τεχνολογία και τη δημιουργία ποιοτικών και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας. Μόνο έτσι, καταλήγει η έκθεση, η ανάπτυξη θα μπορέσει να βελτιώσει ουσιαστικά την καθημερινότητα των εργαζομένων.