Με όλους τους άντρες ήδη στη γραμμή “από κούνια”, από τη στιγμή που γεννήθηκαν και κληρονόμησαν ένα ματωμένο πουκάμισο, μέχρι που το δικό τους πουκάμισο θα κρέμεται ματωμένο στη σκεπή. Έτσι πορεύεται η βεντέτα, η πρώτη ύλη της πατριαρχίας στα οροπέδια χωρίς κράτος. Αυτή η προβληματική του Ασδραχά, μπορεί να στεγάσει τόσο τη διαιώνιση της απόλυτης αρνητικότητας με τη μορφή της αμοιβαίας ανταπόδοσης, όσο και την κοινωνική της πλαισίωση, με τη μορφή ελέγχου, αναστολής ή κατάλυσης της ροής των αντεκδικήσεων. Με άλλα λόγια, στην βεντέτα εντάσσεται και η διευθέτηση της “τελευταίας εκκρεμότητας” αντί ισοσθενούς συμβολικού τιμήματος.
Η βεντέτα φαίνεται να καταπίνει ζωές, αλλά μονάχα στη ελάσσονα κλίμακα του Ρημαγμένου Απρίλη. Ο Κανταρέ επανεισάγει τις μεγάλες διάρκειες του Κανούν, χωρίς να αφήνει χώρο στη διαστρέβλωση του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”. Ούτε παραλείπει την αναγκαστική συμμόρφωση στη φάρα, που λειτουργεί, ανάλογα προς το ταμπού της ανθρωποκτονίας, ως εξορκισμός του μιάσματος έξω από την επικράτεια της εστίας και ως αποτροπή της ενδοοικογενειακής βίας, που απειλεί με κατάρρευση εκ των ένδον την συγγένεια. Πολύ συνοπτικά, προηγείται ο κώδικας του Χαμουραμπί που επιτάσσει “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” μεταξύ ισότιμων και “οφθαλμόν αντί αποζημίωσης” μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών θέσεων. Ο Μωσαϊκός Νόμος δεν εγγράφει τις ιεραρχήσεις ούτε ενθαρρύνει την εκδίκηση. Ο “[ένας] οφθαλμός αντί [ενός] οφθαλμού” συνιστά ποινή, τιμωρεί τον θύτη και υποχρεώνει το θύμα να συμμορφωθεί. Έτσι τελειώνει η διαμάχη. Στην βεντέτα, όμως, ευδοκιμεί η τιμή και συμβολοποιείται το αίμα, οπότε το χτύπημα δεν εγκαλεί το περατό υποκείμενο αλλά μιαίνει, με το “άπλυτο κάθε λίγο και λιγάκι πουκάμισο στη σκεπή, την αιώνια συγγένειά του. Η αρνητική αμοιβαιότητα μεταπίπτει σε ροή διαδοχικών χτυπημάτων “τιμής”. “Σκότωσε τον σκοτωμένο που θα τον σκοτώσει”. Η φράση σημαίνει το λογικά αδύνατο, χωρίς τη διαμεσολάβηση της συμβολικής λειτουργίας του αίματος εγκαθιστά την εκδίκηση στο διηνεκές.
Ο εκάστοτε τελευταίος φονιάς, πρέπει να έρθει στα συγκαλά του από το πένθος, να μη χτυπήσει “μπαμπέσικα” και παραβιάσει την ασυλία (μπέσα), να μην πυροβολήσει ούτε πισώπλατα ούτε στο πρόσωπο. Πρέπει να γυρίσει προσεκτικά το άψυχο σώμα ανάσκελα και να βάλει ευλαβικά στο πλάι το όπλο, να παραδώσει μια εικόνα έντιμου θανάτου σε μάχη ισότιμων εταίρων. Με την ανάλογη ψυχραιμία, πρέπει να κρύψει τον δικό του, εξατομικευμένο τρόμο μπροστά στο αναπόφευκτο, να αποδώσει τα σέβη του στην οικογένεια και να παραστεί στην κηδεία. Θα μπορούσε να κλειδαμπαρωθεί, αλλά ο εγκλεισμός είναι ο απόλυτος περιορισμός, ο μη-θάνατος αφαιρεί κάτι από την ανθρωπινότητα, η απόκοσμη φιγούρα του “ζωντανού έγκλειστου” ακυρώνει τη δυνατότητα να ¨ξεπλυθεί η ντροπή” και αφαιρεί κάτι από την αίγλη της εκδίκησης. Αν δεν διαλέξει τον εγκλεισμό, θα αρχίσει να μετράει τις μέρες ανάποδα, μέχρι να πάει στον Πύργο του άρχοντα και να πληρώσει τον φόρο, ώστε να “πάρει ”, να “ξεπλύνει το αίμα” από το πουκάμισο και έτσι να “καθαρίσει” η φάρα.
Όμως, μόνο με τη μεσολάβηση του νόμου μπορεί να διαχωρίζεται η “στιγμή του οικείου αίματος”, η διάρκεια του πένθους, η επόμενη “στιγμή αίματος του άλλου”… Είναι το διάστημα με το τραύμα ενεργό και εκεί εμφιλοχωρεί το ρήγμα στην φαντασιακά ατέρμονη επανάληψη, με τα συμβολικά “πάρε-δώσε κηλίδες αίματος”. Τότε επιζητούν οι γέροντες το ισοσθενές τίμημα του “τελευταίου αίματος”, που μπορεί να είναι, κυριολεκτικά, η εξαγορά του, ακόμα και η εκδίωξη ολόκληρης της φάρας. Η βεντέτα δεν είναι απροϋπόθετη, άτακτη και χαώδης αντεκδίκηση, που αναβλύζει από το χυμένο αίμα.
Το αίμα που δεν “καθάρισε” φαίνεται ανεξίτηλο και ο άρχοντας φαίνεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει τη βεντέτα. Αλλά σε αυτό έγκειται, παραδόξως, η εξουσία του, δηλαδή στο ότι την ποδηγετεί ως ελεγχόμενη τελετουργικά και απαραβίαστη χρονική σειρά διαντιδράσεων. Ο φόρος είναι το αναγκαίο τίμημα για την πρόσβαση στο δικαίωμα της εκδίκησης αλλά η ίδια η βεντέτα παραμένει ακμαία στα οροπέδια, λόγω της υποταγής όλων στο νόμο. Αυτό σημαίνει, παραδόξως, ότι με την υποταγή στον νόμο εξαγοράζουν το δικαίωμα καταβολής φόρου για την ανταπόδοση, ιδίως για τη μπέσα, δηλαδή την αναστολή της εκδίκησης για όσο χρειάζεται να τιμήσει ο φονιάς το θύμα και την οικογένειά του, μέχρι να πάει στον Πύργο για να πληρώσει τον φόρο. Έπειτα, μπορεί να συμφιλιωθεί ή να αποτρελαθεί με την επερχόμενη έξοδό του από τον, τάχατες, απαράλλαχτο κόσμο της βεντέτας και να εγκαταλείψει τα επίγεια. Έτσι ήταν ο κόσμος τα παλιά τα χρόνια. Κι ο άρχοντας, μπορεί να μην είχε άλλον τρόπο να αποτρέψει το χάος της απογυμνωμένης βίας, τον εκτραχηλισμό της εκδικητικής μανίας, τον απάνθρωπο θάνατο. “Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα/ για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία/ για να μένουν νεκροί για πάντα”, λέει ο ποιητής που ξέρει τα περισσότερα.
Β. Έτσι έγινε…
“Τι να πούμε τώρα, τι θέλετε να πω; έχω εξήντα άτομα σκοτωμένα και έξι παιδάκια δικά μου. Πήγα… τα βρήκα όλα κομμάτια. Έπεσα ‘δω, έπεσα ‘κει, το ένα από ‘δω μάζεψα, το άλλο από ‘κει… ελιγοθυμίασα έπεσα κάτω… δεν μπόρεσα τίποτα άλλο να κάνω. Η καμονή δεν βγαίνει από εδώ μέσα… δεν βγαίνει… Δεν μπορείς αυτό να… Να ψοφάω να ησυχάσω”. Γυναίκα, ευγενικής (ποντιακής) καταγωγής σε ένα από τα μαρτυρικά χωριά.
Μια γυναίκα βυθίζεται στο κέντρο της σκηνής, ανάμεσα σε άμορφα “κομμάτια”. Δεν υπάρχει θύτης, δεν φαίνεται δράστης, δεν έχει όνομα ο εγκληματίας ούτε το έγκλημα και πότε έγινε. Μια σχεδόν βιβλική απώλεια, μια ζωντανή εικόνα νεκρών, ένα ανεπούλωτο τραύμα που δεν το φρόντισε ποτέ κανείς. “Η καμονή δεν βγαίνει…” Κάτι από το έγκλημα καθηλώνει τη ζωή σε μια πράξη που τέλειωσε άπαξ και δεν χωράει στις επόμενες μέρες. Ή πρόκειται για τον εφιάλτη του ανείπωτου: “Τί θέλετε να πω;” Το βίωμα αρχίζει και κλείνει εκεί που “μάζευε” τα κομμάτια των δικών της… (πως μαζεύει κανείς ανθρώπινα κομμάτια;) Μετά αγκυρώθηκε η ζωή σε ένα σχεδόν καταγωγικό, ταυτοτικό συμβάν, το ίδιο άχρονο με τον τότε θάνατο.
Η φράση να “ψοφήσω [μόνον εγώ]” σημαίνει “να μπορέσετε να πεθάνετε εσείς”, απεγγραφή από τον κόσμο που ανακαλείται και μνημονεύεται, έκλειψη του ιστορικού πλάσματος που έζησε μια ολόκληρη ζωή με έναν “τότε θάνατο”. Δεν ήθελε να γίνει μνημείο ούτε των ηρώων που μεγαλούργησαν ούτε των εγκληματιών που… Όταν δεν φτάνει ο χρόνος και τα χρόνια για να “μαζέψεις τα κομμάτια”, ποιoς ασχολείται με το πολυβόλο στην είσοδο μιας χαράδρας και τον αποτρελαμένο μεθύστακα που έριχνε. Αρκεί που, η γυναίκα αυτή, με την ευγένεια και την πολιτική της αγωγή, έδωσε πάλι στους νεκρούς την ανθρώπινη μορφή τους, εκείνη τη στιγμή που μάζεψε τα κομμάτια τους. Αυτό είναι όλο.
Να “ησυχάσει”, σημαίνει να απενεργοποιηθεί το κακό, χωρίς ίχνος μίσους, φθόνου, εκδίκησης, όπως γίνεται σε κάθε μικρή αφήγηση από τις χιλιάδες των μαρτυρικών χωριών. Θα πέθαναν οι περισσότερες τώρα. Αλλά τα λόγια τους δεν είναι συμφιλίωση με το έγκλημα ούτε απαλλοτρίωση της μνήμης, αλλά ύψιστη χειρονομία δικαιοσύνης: πήραν μαζί τους τον πόνο του εγκλήματος, αφήνοντας πίσω τους ανεξίτηλη την κοινοτική εντολή: “έργω και διανοία”, να μην διανοηθεί κανείς ποτέ ότι μπορεί να επιστρέψει τον πόνο στις γενιές των Γερμανών. Τι καλά θα ήταν αν υπήρχε ένας δίκαιος νόμος και λίγος χώρος για τον πόνο των μαρτυρικών χωριών. Ας είναι μικρότερος από αυτόν που τόσο γενναιόδωρα έδωσε η ιστορία στους νικητές. Και η δικαιοσύνη; Άφησε τους ανθρώπους αυτούς με τον πόνο τους, όταν δεν έξυνε κάθε λίγο και λιγάκι τις πληγές τους. Και οι ηγεσίες; Έκαναν αυτό που ζητούσε ο “λαός”, οι αμέτρητoι ανταρτόπληκτοι μάρτυρες και οι παρακρατικές ελληνοχριστιανικές ορδές στα στρατοδικεία.
Γ. Απορία: Πότε πεθαίνει ο ηττημένος;”
Μέχρι που έπεσε σε οικογενειακές δηλώσεις, όπως Αλεξία, «Περπατάω στο δρόμο και βλέπω τον Γιωτόπουλο… τι θα πρέπει να κάνω;», Ντόρα, «Σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πάρα πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου κάποια στιγμή στον δρόμο ο Γιωτόπουλος». Είναι οικογενειακή γραμμή ή περιφρόνηση των “απλών”; Πόσοι αποφυλακισμένοι (για φόνο εκ προμελέτης, εξ αμελείας, συνέργεια και ηθική αυτουργία) κυκλοφορούν ανεμπόδιστα ανάμεσά μας. Είδατε πουθενά ανθρώπους να συγχρονίζονται με τα ρήματα των αρχαϊσμών ή την ξέχειλη αλαζονεία των ισχυρών; Στα χωριά της Ντόρας και στα μυαλά της Αλεξίας τιμωρείται η ταυτότητα. Και τι να κάνουμε τώρα; Στις δημοκρατίες, αξιολογείται η πράξη. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι σαλόνι των ισχυρών αλλά πεδίο απρόσκοπτης πρόσβασης όλων. Και αν οι νομοταγείς πολίτες συναντήσουν ποτέ αποφυλακισμένο και δεν το αντέχουν, στρίβουν γωνία και πάνε πιο πέρα.
Τα ίδια, όχι ακριβώς αλλά στο περίπου: «Ξύπνησα… και σκεφτόμουν, αν εγώ τον πετύχω στο δρόμο, τι θα κάνω; Κι αν τον δουν τα παιδιά μας τι θα κάνουμε;», είπε ο Κ. Μπακογιάννης για την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου. Δεν εκτιμώ καθόλου την πολιτεία του Κ. Μπακογιάννη, μα καθόλου. Όμως, αντιλαμβάνομαι απολύτως την Απορία “τί θα κάνω;” και την καθήλωσή του στο ανυπόφορο ερώτημα “αν τον δουν τα παιδιά μας, τι θα κάνουμε;” Μεγάλωσε με τον θάνατο του πατέρα του (ελπίζω όχι για …) και, τώρα, πρέπει να αποδεχτεί ότι δεν υπάρχει διαθέσιμη απάντηση ούτε ισοδύναμο τίμημα.
Πάντως, ο Κ. Μπακογιάννης που θέλει πολιτικές καριέρες, ας βυθιστεί στην ιστορία. Θα του έρθει η σύνεση που θα εξανθρωπίσει την αρχετυπική, ακατέργαστη και σκοτεινή αίσθηση “σκότωσε τον πατέρα μου, τί πρέπει να κάνω;”. Θα ήταν καλύτερα να πάει πίσω ολοταχώς, στα ενδότερα της Κρήτης και τα παλαιότερα και της Ευρυτανίας; Πως τα κατάφεραν οι άνθρωποι που αλλησκοτώθηκαν στην Κατοχή και τον Εμφύλιο; Πέρασαν τα χρόνια και ειρήνευσε η πλάση, με αμοιβαία καχυποψία, με ενεργή την αντιπαλότητα αλλά αναίμακτη τη διαπραγμάτευση για την ενάρετη πολιτική ζωή. Έζησαν με τα πάθη τους σιωπηλά και καταλαγιασμένα, δεν αλληλοεξοντώθηκαν ούτε ακύρωσαν τη ζωή τους περιμένοντας την καταστροφή των απέναντι. Περίπου…
Αντί να αγωνιά για το “τί θα κάνω;” μήπως να αφιερωνόταν σε ένα “δέον”. Οποιοδήποτε. Ας πούμε, πώς θα ήταν ένας κόσμος, όπου η ζωντανή μνήμη του πατέρα θα ενέπνεε τα παιδιά, χωρίς ολισθήματα προς την εκδίκηση ή την διαστροφική απόλαυση του πόνου των “κακών”. Μήπως να συμφιλιωθεί και με το “αδιανόητο”, την επιστροφή των φυλακισμένων στη γειτονιά, χωρίς ανεξίτηλο το στίγμα του “άξιου να σαπίσει” στη φυλακή. Και όταν προκόψει, ας φτιάξει ένα καλό νόμο χωρίς την απανθρωπιά των νόμων, που θα κατισχύσει απέναντι στα μικρόπνοα ετοιματζίδικα οράματα της παραδειγματικής τιμωρίας, της φαντασιακής εκδίκησης, του ανελέητου λόγου των “αμέτρητων”. Του το εύχομαι, αν και με την Ντόρα δεν το βλέπω. Μπορεί, όμως, να κρυφακούει με την άνεσή του τον ποιητή που ξέρει καλύτερα: Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη/ μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί/ σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει/ παίρνει το μέρος των φτωχών”.
Δ. “Η Ευρώπη της ανθρωπιάς και η διαφωτισμένη μας παιδεία”
“Τον πιάσανε και καταδικάστηκε για 17 δολοφονίες σε 17 φορές ισόβια. Τα ισόβια στην Ευρώπη της ανθρωπιάς σημαίνουν 25 χρόνια φυλακή. Ο Γιωτόπουλος Έχει εκτίσει σχεδόν 24 χρόνια, γι’ αυτό ξαναμπήκε μέσα μέχρι τις αρχές του 2027, για να ολοκληρώσει. Δεκαεφτά ανθρώπους έστειλε στον τάφο, να μην εκτίσει 25 χρόνια ποινή; Όχι λέει η “αριστερά”. Είναι γέρος άνθρωπος. Είμαστε ακροδεξιοί και φασίστες όσοι θέλουμε να βγει από την φυλακή την μέρα που θα #συμπληρώσει τα 25 χρόνια που λέει ο νόμος, και όχι νωρίτερα. Πόσες οικογένειες έζησαν τα εγκλήματα του Γιωτόπουλου; Πόσοι γονείς, πόσα ανήλικα, πόσοι αγαπημένοι, πόσοι φίλοι κι’ αδέλφια; Είμαστε αμέτρητοι. Και θέλουμε το νόμιμο: 25 χρόνια φυλακή συμπληρωμένα. Όπως λέει η διαφωτισμένη μας παιδεία. Όχι θανατική ποινή. Όχι στα απόλυτα ισόβια. #25χρόνια. Ούτε μια μέρα λιγότερη όμως.”
Ελπίζω, τώρα, να συμφωνήσει τώρα ο Κ. Μπακογιάννης ότι η αλληλεγγύη έρχεται από το βάθος του πόνου και όχι από το άχτι των μαυροφορεμένων. Γι’ αυτό δεν μπορεί να αρθρωθεί σε ρήματα. Και η πομπώδης συμπόνια δεν έρχεται από τον πόνο αλλά από το “κοινόν περί του δικαίου αίσθημα”. Έτσι βαλτώνει η δικαιοσύνη σε ένα σκοτεινό σημείο, προτερόχρονο της “ανθρωπιάς” και ενεργοποιούνται αρχαϊσμοί που παγιδεύουν την πολιτική διαχείριση των τραυμάτων. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται για χάρη κανενός θύματος και, μόνο στην κανονική βεντέτα, ο άρχοντας δεν ξεχώριζε την πράξη από την ταυτότητα του δράστη. Η συμφιλίωση του Κ. Μπακογιάννη με την ελάσσονα αυτή διαφορά είναι η μοναδική του οφειλή στην μνήμη του πατέρα του. Για να γίνει τη δικαιοσύνη κοινό αγαθό, άντε και “διαφωτισμένη”.