Αφορμή για τη συνέντευξη ήταν η πρόσκληση να παρακολουθήσουμε τον θεατρικό μονόλογο στις 25 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ στο θέατρο ΝΟΥΣ, σε κείμενο και ερμηνεία του Βασίλη Κυριάκου και σκηνοθεσία του Γιάννη Σταματίου. Η παράσταση ανέβηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 98 ετών από τη γέννηση του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στις 14 Ιουνίου του 1928 και πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του Κουβανικού Συνδέσμου Φιλίας και Αλληλεγγύης και υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Κούβας στην Ελλάδα.
«Σε αυτή τη μαυρίλα που υπάρχει στην εποχή μας, ήθελα να βάλω λίγο άσπρο και πολύ κόκκινο, πολύ επαναστατική αισιοδοξία»
«Όπως έλεγε ο ίδιος, o καλύτερος τρόπος για να πεις κάτι είναι να το κάνεις. Ήθελα να γράψω κάτι πρωτότυπο, το πρωτότυπο όσον αφορά τη θεατρική δραματουργία. Ένα έργο το οποίο θα είχε μια επαναστατική αισιοδοξία, η οποία εκλείπει στην εποχή μας. Ένα έργο το οποίο θα μάθαινα και εγώ πράγματα και πιάνοντας τη βιογραφία του από τον Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο» απαντάει ο Β. Κυριάκου στο ερώτημα γιατί έπέλεξε να γράψει ένα θεατρικό κείμενο αφιερωμένο στη ζωή και τους αγώνες στον Τσε Γκεβάρα.
Στη σκηνή, ο Β. Κυριάκου μετατρέπεται στον Τσε Γκεβάρα, δημιουργώντας το αίσθημα στον θεατή πως παρακολουθεί τον ίδιο τον Τσε. Εκτός από τις κινήσεις ή την αργεντίνικη προφορά, η παράσταση ανατρέχει στην επιστολογραφία και τα ημερολόγια του μεγάλου επαναστάτη, παρουσιάζοντας το ταξίδι του χαρακτήρα του από τα νεανικά χρόνια μέχρι την επανάσταση και το θάνατό του.
Ο ίδιος αναφέρει πως του έκανε εντύπωση η μόρφωση και η πολιτική παιδεία του Τσε. «Η προσωπικότητα αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία και δεν ήταν και τυχαίο το γεγονός ότι οι Ρέιντζερς κυνηγώντας τον στην Βολιβία, αντί να βρουν χειροβομβίδες, όπλα, σφαίρες κτλ. βρήκαν βιβλία φιλοσοφικά, ποίησης κτλ». Αυτί είναι ένα από τα πολλά απότοκα του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα στην Κούβα, «μια χώρα, η οποία αυτή τη στιγμή με όλο αυτό το σκληρότατο εμπάργκο τύπου Γάζας, δεν έχει ούτε έναν άνθρωπο που να είναι αμόρφωτος και αγράμματος. Έχει τους περισσότερους γιατρούς ανά κατοίκους, τους περισσότερους φροντιστές ανά κατοίκους. Φρόντισαν ακόμα και τα μάτια του δολοφόνου του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα».
«Η αιτία είναι ο ιμπεριαλισμός»
Ένας άλλος λόγος που επέλεξε να γράψει το έργο έχει να κάνει με την πατρίδα του την Κύπρο, που υπήρξε και αυτή ένα θύμα του ιμπεριαλισμού:
«Κοινός παρονομαστής με την Κούβα και την Κύπρο είναι ο ιμπεριαλισμός. Είναι η βαθύτατη αιτία, γιατί το νησί μου έχει διχοτομηθεί με βάση τα σχέδια του ιμπεριαλισμο Βλέποντας με ένα βαθύτατο συναίσθημα θλίψης την πόλη φάντασμα της Αμμοχώστου απέναντί μου, σκεπτόμουν την αιτία. Γιατί εγώ δεν μπορώ να πάω ένα χιλιόμετρο μακριά, να επισκεφθώ την πιο όμορφη πόλη της Κύπρου που ήταν η Αμμόχωστος, να γνωρίσω τους Τουρκοκύπριους συνομήλικους μου και γιατί το νησί μου είναι είναι διαιρεμένο. Η αιτία είναι ο ιμπεριαλισμός, οι ΗΠΑ, είναι αυτό που είχε σχεδιάσει. Η αιτία για τον πόλεμο στο Ιράν είναι ο ιμπεριαλισμός. Η αιτία για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη είναι ο ιμπεριαλισμός».
Ήδη από το δελτίο Τύπου της παράστασης, αλλά και από το έργο το ίδιο, γίνονται αναφορές στο «δηλητήριο του ιμπεριαλισμού» στην Παλαιστίνη, στο Ιράν, στην Κούβα και αλλού. «Τι είναι αυτό που κρατάει ζωντανό τον Γκεβάρα σήμερα, όχι μόνο στη Λατινική Αμερική, αλλά όπου υπάρχει αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό;» ρωτάμε. Ο ίδιος απαντάει με ένα απόφθεγμα του Τσε: «αν τρέμεις από αγανάκτηση για κάθε αδικία, τότε είσαι σύντροφός μου. Τι τον κρατάει; Η ίδια η αδικία; Ο ίδιος ο καπιταλισμός».
«Τάμα να πάω με την παράσταση στη γενέτειρα του Τσε, την Αργεντινή»
Το έργο ταξιδεύει επί σκηνής στην Κούβα, τη Βολιβία, όπου μαρτύρησε ο Τσε Γκεβάρα, και άλλες χώρες της Δικής μας Αμερικής, ώσπου επιστρέφει στην Αργεντινή, τη γενέτειρά του. Η ίδια η παράσταση πρωτοπαρουσιάστηκε στην Κύπρο, πριν ταξιδέψει στην Ελλάδα και το Παρίσι. Ο Β. Κυριάκου δηλώνει πως θα ήθελε η παράσταση να φτάσει μέχρι την Αργεντινή, στο Μπουένος Άιρες, στο Ροσάριο όπου ο Τσε γεννήθηκε, στην Κόρδοβα, που ήταν η νεανική του ζωή.
Θυμίζει πως ο Γκεβάρα, ο οποίος θα μπορούσε να έχει μια πλουσιοπάροχη ζωή στην και οπουδήποτε στον κόσμο στην εποχή εκείνη, προτίμησε να βάλει κουπί με τους αγρότες της Κούβας, τους εργαζόμενους του κόσμου, τους αντάρτες και να γίνει επαναστάτης και να μην σταματήσει εκεί, δηλαδή να συνεχίσει στο Κονγκό, στην Ανγκόλα, στη Λατινική Αμερική, στην Βολιβία, με το όνειρο του να είναι φτάσει μέχρι την Αργεντινή, για να συνεχίζει την επανάσταση. «Είναι και ένα τάμα που δεν κατάφερε και ο ίδιος να πραγματοποιήσει και θα θελα πολύ να το κάνω».