Όπως τόνισε, παρά τη σκληρή και απάνθρωπη γραμμή που προωθεί ο κ. Πλεύρης, τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα. Οι επαναπροωθήσεις, η αυθαίρετη κράτηση, οι αμφιλεγόμενες συμφωνίες με τρίτες χώρες, οι ταχείες διαδικασίες και η περιορισμένη πρόσβαση στη δικαιοσύνη – όλα αυτά, κατά τον ίδιο, δεν έχουν φέρει την κυβέρνηση πιο κοντά στον στόχο της για περισσότερες επιστροφές.

«Αλλοιώνεται ο υπερασπιστικός ρόλος των δικηγόρων και η ίδια η έννοια της νομικής υποστήριξης», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η ρύθμιση εντάσσει το δικηγορικό σώμα στο δόγμα «επιστροφή ή φυλακή» και καταστρατηγεί το απόρρητο και τη διάκριση των εξουσιών, όπως ήδη καταγγέλλουν οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας.

Αναλυτικά η ανακοίνωση:

«Απαράδεκτο: Ταρίφα 250€ για “νομικό pushback”

Η κυβέρνηση μετατρέπει τους δικηγόρους σε προωθητές της αντιμεταναστευτικής της πολιτικής. Τους δελεάζει με ένα μπόνους 250€, εφόσον η καθοδήγησή τους οδηγήσει στην παραίτηση του αιτήματος ασύλου. Μία καθοδήγηση, μάλιστα, που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Μετανάστευσης!

Παρά τη σκληρή και απάνθρωπη (αντί)μεταναστευτική πολιτική του κυρίου Πλεύρη, οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Επαναπροωθήσεις, αυθαίρετη κράτηση, αμφισβητούμενες συμφωνίες, ταχείες διαδικασίες και ελλιπής πρόσβαση στη δικαιοσύνη, δεν έχουν φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα για την κυβέρνηση στο θέμα των επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών.

Η πρόσφατη αυστηροποίηση διαδικασιών επιστροφών συνοδευόταν από ανησυχίες για την επακόλουθη αύξηση πίεσης στα ελληνικά κέντρα υποδοχής και κράτησης, περισσότερες προσφυγές ενώπιον των δικαστηρίων και την πιθανή είσοδο της Ελλάδας σε ένα νέο γύρο αντιπαραθέσεων για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Μετά και την θεσμοθετημένη πλέον στοχοποίηση των ΜΚΟ, του πιο οργανωμένου τμήματος της Κοινωνίας των Πολιτών που λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κυβέρνηση επιχειρεί τώρα να ελαχιστοποιήσει τις αυτονόητες συνέπειες με έναν πρωτοφανή τρόπο: μετατρέπει και τους δικηγόρους σε προωθητές της αντιμεταναστευτικής της πολιτικής. Τους δελεάζει με ένα μπόνους 250€, εφόσον η καθοδήγησή τους οδηγήσει στην παραίτηση του αιτήματος ασύλου. Μία καθοδήγηση, μάλιστα, που τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Μετανάστευσης!

Σοβαρά ερωτήματα, μάλιστα, προκύπτουν και από διάταξη της ΚΥΑ που δίνει προθεσμία 2 μηνών στους μετανάστες/πρόσφυγες να παραιτηθούν από την αίτηση ασύλου, πριν καν ολοκληρωθεί η εξέτασή της. Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στις προθεσμίες της διαδικασίας συνόρων, όπου η εξέταση θα πρέπει να ολοκληρώνεται εντός 3 μηνών.

Αλλοιώνοντας τον υπερασπιστικό ρόλο των δικηγόρων και την ίδια την έννοια της νομικής υποστήριξης, η ΚΥΑ εντάσσει το δικηγορικό σώμα στο δόγμα “επιστροφή ή φυλακή”. Καταστρατηγεί το απόρρητο και τη διάκριση των εξουσιών, όπως καταγγέλουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας που ζητούν την άμεση κατάργηση των επίμαχων διατάξεων. Όπως, άλλωστε, τονίζει η Ολομέλεια των Προέδρων, η κίνηση αυτή πλήττει ευθέως το δικηγορικό λειτούργημα και την σχέση εντολέα-εντολοδόχου.

Το Υπουργείο θριαμβολογεί για τον αυξανόμενο αριθμό αποφάσεων επιστροφών, ωστόσο η υλοποίησή τους υπολείπεται κατά πολύ, αφού προσκρούει σε νομικά εμπόδια που απορρέουν από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Η πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και την παροχή νομικής βοήθειας αποτελούν την “αχίλλειο πτέρνα” για την επίτευξη των στόχων της κυβέρνησης.

Η καταπάτηση του δικαιώματος πρόσβασης σε ανεξάρτητη νομική βοήθεια με σκοπό την άρνηση ασύλου αποτελεί την πλέον ανήθικη «λύση» στο μεταναστευτικό/προσφυγικό. Η άρνηση επιμερισμού ευθυνών εντός της Ε.Ε. και η αποσιώπηση της πραγματικότητας, αποδεικνύουν ένα μόνο: ότι οι “σκληρές αλλά δίκαιες” πολιτικές τελικά δεν αποθαρρύνουν έναν άνθρωπο σε ανάγκη. Εξυπηρετούν μόνο το ακροδεξιό κοινό. Ούτε τις οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών μελών και σίγουρα ούτε τον Άνθρωπο».