«Τα σεξιστικά στερεότυπα με θεσμικό περίβλημα στέλνουν τα θύματα στη σιωπή» – Εναλλακτική Παρέμβαση για την εισαγγελική πρόταση στην υπόθεση της 19χρονης στο ΑΤ Ομόνοιας
Υπογραμμίζει ότι η πρόταση αγνοεί το άρθρο 336 ΠΚ της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και την έννοια της ελεύθερης συναίνεσης, ενώ αναγνωρίζει την κατάχρηση εξουσίας, αλλά αρνείται να την τιμωρήσει.
«Ανεξάρτητα από την επί της ουσίας κρίση επί της συγκεκριμένης υπόθεσης, το εισαγγελικό σκεπτικό είναι ενδεικτικό του δομικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν τα θύματα σεξουαλικής βίας και κακοποίησης. Ετσι στα ποινικά ακροατήρια ακούγονται συχνά ερωτήσεις στο πλαίσιο της εξέτασης ή κρίσεις που ρίχνουν την ευθύνη στο θύμα, για το πώς έμοιαζε, πώς κινούταν, αν και πόσο πολύ φαινόταν να αντιστεκεται» προσθέτει.
Αναφέρει πως το θύμα υφίσταται δευτερογενή θυματοποίηση, ενώ επισημαίνει πως η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεσμικής ατιμωρησίας της ΕΛΑΣ.
Η ανακοίνωση αναφέρεται και σε πρόσφατη καταδίκη της Ιταλίας από το ΕΔΔΑ για σεξιστικά στερεότυπα, τονίζοντας ότι η Ελλάδα κινδυνεύει με ανάλογη καταδίκη. Καταλήγει ζητώντας δικαιοσύνη για τη 19χρονη, ουσιαστική προστασία των θυμάτων και άμεση πάταξη της αστυνομικής αυθαιρεσίας.
Αναλυτικά η ανακοίνωση:
«Τα σεξιστικά στερεότυπα με θεσμικό περίβλημα στέλνουν τα θύματα στη σιωπή (Με αφορμή την εισαγγελική πρόταση στην υπόθεση της 19χρονης στο ΑΤ Ομόνοιας)
“Δεν είμαστε εδώ για να δικάσουμε το ήθος και τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, δεν είμαστε δικαστήριο ήθους. Αυτό κρίθηκε στα πειθαρχικά. Για να καταδικάσουμε θέλουμε πλήρη απόδειξη. Αποδείχθηκε η τέλεση της σεξουαλικής πράξης, αλλά δεν αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε συναίνεση”.
Με αυτά τα λόγια συνέχισε την αγόρευσή του ο εισαγγελέας στην υπόθεση του ομαδικού βιασμού της 19χρονης κοπέλας στο ΑΤ Ομόνοιας μετά από αντιδράσεις που προκάλεσε στη δικαστική αίθουσα η πρότασή του για αθώωση των κατηγορούμενων αστυνομικών.
Ειδικότερα, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο εισαγγελέας, “η συμπεριφορά της καταγγέλλουσας δεν συνάδει με εκείνη ενός ατόμου φοβισμένου που έχει υποστεί βία. Δεν προέκυψε κάποια δυσφορία ή άρνηση, δεν είπε όχι, δεν έδειξε άρνηση. Δεν έφυγε από το δωμάτιο ακόμα και όταν ήταν μόνη της, παρότι η πόρτα ήταν μισάνοιχτη και ξεκλείδωτη. Δεν φώναξε σε βοήθεια. Θα μπορούσε να βγει και να ζητήσει βοήθεια στο γραφείο ενδοοικογενειακής βίας που βρισκόταν δίπλα”. Ακόμα περισσότερο, κατά τον εισαγγελέα της έδρας, “δεν του φαινόταν” σε κακή κατάσταση.
Ανεξάρτητα από την επί της ουσίας κρίση επί της συγκεκριμένης υπόθεσης, το εισαγγελικό σκεπτικό είναι ενδεικτικό του δομικού προβλήματος που αντιμετωπίζουν τα θύματα σεξουαλικής βίας και κακοποίησης. Ετσι στα ποινικά ακροατήρια ακούγονται συχνά ερωτήσεις στο πλαίσιο της εξέτασης ή κρίσεις που ρίχνουν την ευθύνη στο θύμα, για το πώς έμοιαζε, πώς κινούταν, αν και πόσο πολύ φαινόταν να αντιστεκεται. Μα ακριβώς αυτό ήρθε να αλλάξει η παράγραφος 4 στο άρθρο 336 ΠΚ: το θύμα δε χρειάζεται να αντισταθεί, ούτε να κλαίει, ούτε να ουρλιάζει. Χρειάζεται απλά να μην έχει δώσει ελεύθερη συναίνεση. Όπως αναφέρει δε το άρ. 36 παρ. 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης (κυρωθείσα με τον Ν. 4531/2018), “Η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται εκουσίως, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του ατόμου η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο των συνοδών περιστάσεων”, ενώ προβλέπει στο άρ. 46 στ. α’ την επιβαρυντική περίσταση της κατάχρησης εξουσίας από τον δράστη. Και κάποια στιγμή, τα έμφυλα στερεότυπα για τον ανθρωπότυπο του ιδανικού θύματος, όπως και του ιδανικού δράστη, θα πρέπει να σταματήσουν να αναπαράγονται, αν πράγματι θέλουμε να αναφερόμαστε σε απονομή στοιχειώδους δικαιοσύνης.
Περαιτέρω, η εισαγγελική πρόταση εμπεριέχει πολύ γνώριμα μοτίβα που ακυρώνουν την – γνωστή στο δημόσιο λόγο – έκκληση στα θύματα “να μιλήσουν”. Ετσι, παραγνωρίζεται πλήρως η ψυχική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα θύμα σεξουαλικής επίθεσης κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης. Αγνοείται επίσης η αντίδραση του παγώματος (“freeze”), καθώς και η κατάσταση σοκ στην οποία βρίσκεται το θύμα, αν και πρόκειται για μια από τις συνηθέστερες από όλες τις καταγεγραμμένες αντιδράσεις των θυμάτων, όπως προκύπτει από σειρά διεθνών ερευνών. Αξίζει όμως να σταθούμε στην έγκληση του εισαγγελέα προς το θύμα, γιατί δεν απευθύνθηκε στο Τμήμα Ενδοοικογενειακής Βίας που βρισκόταν δίπλα. Δηλαδή η εισαγγελική αρχή, βασίζει την απαλλακτική της πρόταση στο γεγονός ότι το θύμα που κατά την καταγγελία του είχε μόλις βιασθει, δεν τους κατήγγειλε αμέσως στους ίδιους τους συναδέλφους τους της διπλανής πόρτας και μάλιστα σε ένα από τα πλέον διαβόητα Αστυνομικά Τμήματα της χώρας! Μάλιστα στην ίδια εισαγγελική πρόταση, εμπεριέχεται η παραδοχή ότι οι αστυνομικοί “εκμεταλλεύτηκαν” τη θέση τους και δη ότι “από θέση ισχύος έκαναν τις γενετήσιες πράξεις τους’! Επομένως, σε ποια ακριβώς ελεύθερη βούληση του θύματος και σε ποια συναίνεση αναφέρεται η εισαγγελική πρόταση; Πώς αξιολογούνται οι “συνοδές περιστάσεις” του άρ. 36 παρ. 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης; Και συνεχίζει “άλλο εκμεταλλεύτηκαν και άλλο έκαναν κατάχρηση”. Εδω, η εισαγγελική αρχή εισάγει προϋποθέσεις που δεν προβλέπονται καν στον νόμο και αυτό συνιστά και ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο προηγούμενο, ιδίως σε αδικήματα τελούμενα από ένστολους και εν γένει δράστες σε θέση εξουσίας. Η πλήρης δε άγνοια της έννοιας της συναίνεσης και η αδιαφορία της νομοθετικής εξουσίας να διαμορφώσει έναν σαφή και στιβαρό ορισμό που δε θα δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου ούτε θα στοχοποιεί τα θύματα, οδηγεί, με τη σειρά της σε τέτοιες σοφιστείες.
Πρέπει επίσης να σημειωθούν οι σχετικές συστάσεις της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης (GREVIO), επιφορτισμένης με την επιτήρηση της εφαρμογής της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, η οποία στις πρόσφατες συστάσεις της προς την Ελλάδα ανέφερε ότι είναι αναγκαίο οι ελληνικές αρχές να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και νομοθετικών μέτρων, προκειμένου να διασφαλίσουν κατάλληλες κυρώσεις για όλες τις πράξεις σεξουαλικής φύσης που τελούνται χωρίς τη συναίνεση του θύματος, ακόμη και όταν δεν υπάρχει αντίσταση από το θύμα και όταν οι περιστάσεις της υπόθεσης αποκλείουν την ύπαρξη έγκυρης συναίνεσης, καθώς και να να διασφαλιστεί η κοινή κατανόηση εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών ότι ο βιασμός και η σεξουαλική βία αποτελούν αδικήματα που θεμελιώνονται στην απουσία συναίνεσης.
Περαιτέρω, οι στρεβλώσεις της έμφυλης ανισότητας, επιδρούν ουσιωδώς και στην απονομή δικαιοσύνης. Οπως σε όλα τα ευάλωτα θύματα (Ρομά, ανήλικους, γυναίκες, ΛΟΑΤΚΙ υποκείμενα, μετανάστριες, πρόσφυγες), έτσι και εδώ, παρατηρούμε μια επιλεκτική εφαρμογή των αρχών της επιείκειας και της αμφιβολίας υπέρ του κατηγορούμενου.
Και από την υπό κρίση υπόθεση, παρατηρούμε μια εισαγγελική αρχή η οποία μπορεί να προτείνει την αθώωση αστυνομικών επί τη βάση της μη απόδειξης και πολλές φορές με αντιφατικές και αντιλογικές αιτιολογίες, την ίδια στιγμή που αβίαστα και συχνά κατά παράβαση στοιχειωδών κανόνων της ποινικής δικονομίας, συγκροτεί δικογραφίες για εγκληματική οργάνωση συλληφθέντων σε διαδηλώσεις, εξαντλεί υπερασπιστές προσφύγων και εν γένει υποστηρικτές ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε παράλογες διώξεις, στοχοποιεί αγωνιστές και αγωνίστριες. Παρατηρούμε ανθρώπους που έχουν εκτίσει 24 χρόνια ήδη, όπως τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο 82 ετών, να επιστρέφουν στη φυλακή, την ίδια στιγμή που ο Δημήτρης Λιγνάδης καταδικασμένος για βιασμούς ανηλίκων (προσφύγων) κατά συρροή, να βρίσκεται ελεύθερος ακόμα, όπως και αρκετοί από τους βιαστές της ανήλικης στον Κολωνό.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να μην μιλήσουμε για το τι συμβαίνει στο διαβόητο ΑΤ Ομόνοιας. Να θυμηθούμε τη δολοφονία του Εμπουκά, μετανάστη από την Αφρική που βρέθηκε νεκρός μετά από κράτησή του στο ΑΤ Ομόνοιας και τη δολοφονία του Μοχάμεντ Καμράν. Τη γυναίκα ΑμεΑ που βασανίστηκε εκεί και τη δίωξη του δικηγόρου που την υποστήριξε. Αξίζει τέλος να επισημανθεί ότι, το μόνο τμήμα εξειδικευμένο Γραφείο Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας στην περιοχή, βρίσκεται στο ΑΤ Ομόνοιας. Γνωρίζουμε ότι τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας είναι τις περισσότερες φορές γυναίκες ή/και ΛΟΑΤΚΙ άτομα, με πολλα από αυτά τα περιστατικά συχνά να καταλήγουν σε γυναικοκτονίες.
Τέλος, η τελευταία δολοφονία από την ΕΛΑΣ, αυτή τη φορά στο Άργος, με θύμα έναν 20χρονο, αναδεικνύει την θεσμική και δομική ατιμωρησία των αστυνομικών αρχών. Μια δολοφονία που έρχεται να προστεθεί σε μια ήδη μακρά λίστα ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους, επειδή έπεσαν στα χέρια της ΕΛΑΣ , της οποίας οι σφαίρες “εξοστρακίζονται”.
Είναι σαφές ότι η ασυλία που απολαμβάνουν οι αστυνομικές αρχές από τις κρατικές αρχές και δη, τις δικαστικές και εισαγγελικές, οδηγεί στην αυθαιρεσία στη δράση της ΕΛΑΣ, που ανενόχλητη βιάζει και δολοφονεί. Αυτή η πρακτική της ατιμώρητης κρατικής βίας, έχει ενορχηστρωτή την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Η ενίσχυση της ΕΛΑΣ έναντι της ενίσχυσης των κρατικών δομών και μορφών/μέτρων κοινωνικής πολιτικής, καθώς και ο κομβικός ρόλος της ΕΛΑΣ στην στρατηγική της έντασης και στον αυταρχισμό που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση της ΝΔ στα λαϊκά στρώματα, οδηγούν στην πλήρη ασυδοσία της ΕΛΑΣ. Αποτέλεσμα αυτής, είναι μια 19χρονη γυναίκα, η οποία κατήγγειλε τον ομαδικό βιασμό της, καταγγελία μάλιστα η οποία συνοδευόταν από ιατροδικαστικα ευρήματα (καταγγελία που είναι η κορυφή του παγόβουνου εγκληματικών ενεργειών και βασανιστηρίων στο συγκεκριμένο τμήμα χωρίς να μαθευτούν ποτέ), να υφίσταται έναν ακόμα βιασμό, αυτή τη φορά θεσμικό: Την ακραία δευτερογενή θυματοποίηση μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Να καλείται να απαντήσει “γιατί άργησε” και δεν πήγε να καταγγείλει το ίδιο λεπτό και να ακούει ότι οι αστυνομικοί εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους, αλλά δεν έκαναν κατάχρηση αυτής. Μόλις λίγες ημέρες πριν από την εισαγγελική πρόταση στην υπόθεση του ΑΤ Ομονοίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καταδίκασε την Ιταλία στην υπόθεση Audrey Ubeda κατά Ιταλίας, κρίνοντας ότι η επιχειρηματολογία της εισαγγελικής αρχής στηριζόταν σε έμφυλα στερεότυπα. Στην υπόθεση, η οποία αφορούσε σε περιστατικά ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τέτοιου είδους στερεοτυπικές παραδοχές υπονομεύουν την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας και συνιστούν μορφή δευτερογενούς θυματοποίησης. Επιχειρήματα όπως ότι η καταγγέλλουσα “δεν έφυγε”, “δεν είπε όχι”, “δεν φώναξε” ή “δεν απευθύνθηκε στο διπλανό Γραφείο Αντιμετώπισης Ενδοικογενειακής Βίας”, αναπαράγουν ακριβώς εκείνα τα στερεότυπα σχετικά με τη συμπεριφορά των θυμάτων σεξουαλικής βίας, τα οποία το ΕΔΔΑ υπενθυμίζει ότι δεν μπορούν να αποτελούν βάση δικαστικής κρίσης.
Ως Εναλλακτική Παρέμβαση-Δικηγορικη Ανατροπή αναμένουμε από τους τακτικούς και λαϊκούς δικαστές να κρίνουν την υπόθεση βάσει των ευρημάτων της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να υποκύψουν σε σκεπτικά που εκ των προτέρων ακυρώνουν την κραυγή του 19χρονου θύματος για δικαιοσύνη. Να αντιληφθούν ότι κανένα θύμα δεν καταγγέλλει το βιασμό του “ελαφρά τη καρδία”, ότι η διαδικασία ενώπιον τους είναι βασανιστική και τραυματική – παρότι δεν θα έπρεπε, ότι καμία σημασία δεν έχει για την απόδειξη ή μη του κατηγορητηρίου το ντύσιμο, οι φωνές, πόσω δε μάλλον η μη ταυτόχρονη καταγγελία στο ΑΤ. Διεκδικούμε δικαιοσύνη για το 19χρονο θύμα που κατήγγειλε τον ομαδικό βιασμό της από αστυνομικούς του ΑΤ Ομόνοιας. Ζητάμε ουσιαστικά μέτρα για την προστασία των θυμάτων, για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας, χωρίς το διαρκή επανατραυματισμό τους και τη δευτερογενη θυματοποίησή τους. Διεκδικούμε δικαιοσύνη για όλα τα θύματα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Η δικαίωση της 19χρονης γυναίκας συνίσταται πάνω από όλα σε μια πλήρη διερεύνηση και αξιολόγηση της καταγγελίας της χωρίς σεξιστικά στερεότυπα. Και βέβαια, η δικαίωση δεν αφορά μόνο την ίδια, αλλά είναι κομβική για όλα τα θύματα που φοβούνται να καταγγείλουν τη βία που υπέστησαν και που εύλογα θα επιλέξουν την σιωπή , βλέποντας μια δικαιοσύνη τόσο φτωχή και κατώτερη των περιστάσεων».