Η ακραία ζέστη μπορεί να αποβεί μοιραία είτε άμεσα, μέσω θερμοπληξίας, είτε έμμεσα, επιδεινώνοντας καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις, με τους ηλικιωμένους να συγκαταλέγονται στις πιο ευάλωτες ομάδες.
Ο Λάσε Βέστεργκααρντ, επικεφαλής γιατρός του Ινστιτούτου Statens Serum της Δανίας, το οποίο φιλοξενεί το EuroMOMO, δήλωσε στο Reuters ότι η καταγραφή τόσο υψηλής υπερβάλλουσας θνησιμότητας αυτή την εποχή του χρόνου είναι ασυνήθιστη.
«Είναι πραγματικά υψηλό», είπε, προσθέτοντας ότι είναι δύσκολο να αποδοθεί το φαινόμενο σε άλλον παράγοντα πέραν της ακραίας ζέστης. Οι επιστήμονες έχουν επισημάνει ότι το κύμα καύσωνα στα τέλη Ιουνίου θα ήταν «σχεδόν αδύνατο» χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή, η οποία καθιστά τα κύματα καύσωνα πιο συχνά και πιο έντονα.
Τα δεδομένα, που συγκεντρώθηκαν από 27 ευρωπαϊκές χώρες, αφορούν την εβδομάδα 22 έως 28 Ιουνίου, όταν το κύμα καύσωνα κορυφώθηκε σε Γαλλία, Ισπανία, Βρετανία και άλλες χώρες. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν υπήρχαν άλλοι γνωστοί σημαντικοί παράγοντες – όπως κρούσματα COVID-19 – που να δικαιολογούν τους 10.650 υπερβάλλοντες θανάτους εκείνη την εβδομάδα.
Αν και το EuroMOMO δεν δημοσιεύει αναλυτικά στοιχεία ανά χώρα, σημείωσε ότι Γαλλία και Βέλγιο ήταν οι μόνες ευρωπαϊκές χώρες που κατέγραψαν «πολύ υψηλή υπερβάλλουσα» θνησιμότητα την τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου. Μάλιστα, η υπερβάλλουσα θνησιμότητα του Βελγίου ήταν η υψηλότερη που έχει καταγραφεί κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε καύσωνα στα αρχεία του ινστιτούτου δημόσιας υγείας Sciensano, που χρονολογούνται από το 2000.
Μια ξεχωριστή επιστημονική μελέτη, που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, εκτιμά ότι 2.700 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από αιτίες που σχετίζονται με τη ζέστη στην Αγγλία και την Ουαλία κατά τη διάρκεια του καύσωνα τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Το 42% αυτών των θανάτων αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή που προκαλείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, σύμφωνα με τα ευρήματα του Imperial College London, της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου και της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι οι μέγιστες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια της ημέρας ήταν 3 έως 4 βαθμούς Κελσίου υψηλότερες από ό,τι θα ήταν χωρίς την κλιματική αλλαγή, αυξάνοντας τους κινδύνους για την υγεία – από εξάντληση και επιβάρυνση της καρδιάς και των νεφρών έως την επιδείνωση χρόνιων παθήσεων.
Η βρετανική υπηρεσία υγειονομικής ασφάλειας (UKHSA) θα δημοσιεύσει τις προσεχείς εβδομάδες τις επίσημες εκτιμήσεις της για τους θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη. Ο οργανισμός CCC, που συμβουλεύει την κυβέρνηση για το κλίμα, είχε προειδοποιήσει πέρυσι ότι η Βρετανία δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Σε έκθεση του περασμένου Μαΐου, εκτίμησε ότι το 92% των βρετανικών κατοικιών θα αντιμετωπίζει κίνδυνο υπερθέρμανσης έως το 2050, συνιστώντας στην κυβέρνηση να θεσπίσει όρια μέγιστης θερμοκρασίας στην εργασία και να επενδύσει στον κλιματισμό δημόσιων κτιρίων, όπως νοσοκομεία και σχολεία.