Σύμφωνα με την CENTCOM, οι επιχειρήσεις ξεκίνησαν κατόπιν εντολής του προέδρου, ο οποίος είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι το Ιράν θα πληγεί «πολύ σκληρά».
Το υπουργείο Άμυνας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ανακοίνωσε ότι ιρανικοί πύραυλοι κρουζ έπληξαν τα πετρελαιοφόρα Mombasa και Al Bahiyah, τη στιγμή που έπλεαν στη νότια θαλάσσια οδό των Στενών του Ορμούζ, εντός χωρικών υδάτων του Ομάν. Ένα μέλος του πληρώματος έχασε τη ζωή του και οκτώ άτομα τραυματίστηκαν. Οι Φρουροί της Επανάστασης επιβεβαίωσαν ότι επλήγησαν και ακινητοποιήθηκαν δύο «παραβατικά υπερδεξαμενόπλοια», τα οποία, όπως ανέφεραν, αγνόησαν προειδοποιήσεις και επιχείρησαν να περάσουν από ναρκοθετημένη διαδρομή.
Ο Τραμπ, σε ανάρτησή του στο Truth Social, δήλωσε ότι «τα Στενά του Ορμούζ είναι ανοιχτά και θα παραμείνουν ανοιχτά, με ή χωρίς το Ιράν», ανακοινώνοντας την επαναφορά του αποκλεισμού. Ο ίδιος χαρακτήρισε τις ΗΠΑ «Φύλακα των Στενών» και πρότεινε την επιβολή τέλους 20% επί των φορτίων. Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση: ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι το Ιράν είναι ο «φύλακας» των Στενών και θα παραμείνει σε αυτόν τον ρόλο «για πάντα», σχολιάζοντας ειρωνικά το τέλος 20%: «Το 20% είναι φυσικά υπερβολικό. Θα είμαστε δίκαιοι».
Μετά τα αμερικανικά πλήγματα, ιρανικά ΜΜΕ μετέδωσαν αναφορές για εκρήξεις στην πόλη-λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς, στα νησιά Κις και Κεσμ, καθώς και στο νησί Αμπού Μούσα. Κάτοικοι στην επαρχία Μπουσέρ άκουσαν επίσης εκρήξεις.
Στο Μπαχρέιν, σειρήνες συναγερμού ήχησαν, με το υπουργείο Εσωτερικών να καλεί τους πολίτες να κατευθυνθούν σε ασφαλή σημεία. Οι Φρουροί της Επανάστασης ανέφεραν ότι εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων στο Μπαχρέιν, συμπεριλαμβανομένων αποθηκών όπλων, κέντρου δορυφορικών επικοινωνιών και κτιρίου κατοικιών στη βάση Τζουφέρ.