Είναι Μεγάλη Παρασκευή του 1980. Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου, 12 άντρες ξεκινούν απεργία πείνας. Κάποιοι από αυτούς είναι επιζώντες της γενοκτονίας των Ναζί. Όλοι τους είναι Σίντι και Ρομά. Πολλοί έχουν χάσει αγαπημένους ή ολόκληρες τις οικογένειές τους. Οι νεκροί τους συγκαταλέγονται στα 500.000 ξεχασμένα θύματα του Ολοκαυτώματος των Ρομά.

Έχουν περάσει 35 χρόνια από την κατάρρευση του ναζιστικού καθεστώτος και η γενοκτονία των Ρομά δεν έχει αναγνωριστεί ακόμα επίσημα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Όλα, όμως, πρόκειται να αλλάξουν.

Ένας από τους απεργούς πείνας λέγεται Romani Rose. Είναι τότε μόλις 34 ετών. Δεκατρία μέλη της οικογένειάς του δολοφονήθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ανάμεσά τους η γιαγιά του και ο παππούς του. Πριν από τον πόλεμο, η οικογένειά του διατηρούσε έναν κινηματογράφο. Μετά την πτώση του ναζισμού, αποφάσισαν να παραμείνουν στη Γερμανία, τη μόνη πατρίδα που γνώριζαν.

Περπατάω σε μια ηλιόλουστη Χαϊδελβέργη. Ένα ζευγάρι βγάζει φωτογραφίες γάμου, δύο φοιτήτριες κεντάνε στο παγκάκι ενώ οι βάρκες αμφιταλαντεύονται στο ποτάμι. Σε μια στροφή του δρόμου, η ταμπέλα γράφει: “Μουσείο Ολοκαυτώματος Σίντι και Ρομά”. Οι Σίντι αποτελούν μία από τις ομάδες των Ρομά και ζουν κυρίως στις γερμανόφωνες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.

Είναι Απρίλιος του 2025. Συναντώ για πρώτη φορά από κοντά τον Romani Rose, κατά την επίσκεψή μου στο μουσείο με τον Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ο Rose είναι εδώ και δεκαετίες επικεφαλής του Central Council of German Sinti and Roma, του σημαντικότερου φορέα εκπροσώπησης της μειονότητας στη Γερμανία.

Μια φωτογραφία από το μουσείο με στοιχειώνει ακόμη. Ένας νεαρός Ρομά κοιτάζει κατάματα τον φακό, ενώ το πρόσωπό του χάνεται κάτω από στρώσεις γύψου. Η ναζιστική “φυλετική επιστήμη” σε δράση. Δύο γυναίκες φτιάχνουν το γύψινο εκμαγείο του.

Στο όνομα της “πρόληψης του εγκλήματος”, οι Ναζί υποστήριζαν ότι η καταγωγή καθορίζει την εγκληματικότητα.

Τα εκμαγεία, οι ανθρωπομετρικές μετρήσεις και η καταγραφή χαρακτηριστικών όπως το χρώμα των ματιών, το χρώμα των μαλλιών και η ομάδα αίματος αποτέλεσαν ψευδοεπιστημονικές πρακτικές που χρησιμοποιήθηκαν για να προσδώσουν δήθεν επιστημονική νομιμότητα στη φυλετική ιδεολογία των Ναζί και να δικαιολογήσουν τις αναγκαστικές στειρώσεις, τον διωγμό και τη γενοκτονία των Ρομά.

Ο Romani Rose μετράει πάνω από 50 χρόνια στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα των Σίντι και των Ρομά. Με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ρομά, στις 2 Αυγούστου, συζητάμε για όσα η επίσημη Ιστορία επιχείρησε να παραγκωνίσει αλλά και γιατί ο αγώνας που ξεκίνησε πριν τέσσερις δεκαετίες, παραμένει οδυνηρά επίκαιρος.

Συνέντευξη στην Τζένη Τσιροπούλου

O Romani Rose. 

Έχετε αφιερώσει τη ζωή σας στον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα των Σίντι και των Ρομά. Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματά σας ήταν η αναγνώριση του Ολοκαυτώματος το 1982. Γιατί ήταν τόσο αναγκαία αυτή η αναγνώριση και γιατί είναι σημαντικό να τιμάται η Διεθνής Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος των Ρομά;

Σε λίγες μέρες κλείνω τα 80. Κοιτάζοντας πίσω, συνειδητοποιώ ότι ο αγώνας για αυτή την αναγνώριση υπήρξε το νόημα ολόκληρης της ζωής μου.

Η αναγνώριση ήταν αναγκαία γιατί η γενοκτονία των Σίντι και των Ρομά αντιμετωπίστηκε για δεκαετίες σαν να μην έγινε ποτέ. Παρότι εκτελέστηκε από την ίδια κρατική μηχανή εξόντωσης που οδήγησε στη δολοφονία εκατομμυρίων Εβραίων, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν αναγνώρισε αρχικά ότι και οι Σίντι και οι Ρομά υπήρξαν θύματα γενοκτονίας.

Η γενοκτονία τους δεν ήταν ένα περιφερειακό έγκλημα. Επεκτάθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που κατέλαβαν οι Ναζί και αφάνισε κοινότητες που ζούσαν εκεί επί 6 και 7 αιώνες. Παράλληλα με τα 6 εκατομμύρια Εβραίων που δολοφονήθηκαν στο Ολοκαύτωμα, εξοντώθηκαν και περίπου 500.000 Σίντι και Ρομά.

Στόχος ήταν η ολοκληρωτική εξαφάνισή μας.

Δεν υπάρχει οικογένεια Σίντι ή Ρομά στη Γερμανία που να μην σημαδεύτηκε από το Ολοκαύτωμα και να μην έχασε αγαπημένους της. Εγώ έχασα δεκατρείς συγγενείς μου, ανάμεσά τους και οι δύο παππούδες μου που δολοφονήθηκαν στο Άουσβιτς.

Κι όμως, αυτή η γενοκτονία δεν αναγνωρίστηκε αμέσως μετά τον πόλεμο. Γιατί;

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνώρισε ήδη από το 1949 το Ολοκαύτωμα των Εβραίων ως γενοκτονία. Αυτή η αναγνώριση αποτέλεσε τη βάση για την ηθική αποκατάσταση, τις δικαστικές διαδικασίες και τις αποζημιώσεις που ακολούθησαν.

Ήταν μια ιστορική αναγκαιότητα. Τα εγκλήματα του ναζισμού συνιστούσαν μια πρωτοφανή κατάρρευση του πολιτισμού και η μεταπολεμική Γερμανία, και υπό την πίεση των Συμμάχων, όφειλε να αναγνωρίσει την ευθύνη της προκειμένου να επανενταχθεί στη διεθνή κοινότητα.

Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη για τους Σίντι και τους Ρομά. Η γενοκτονία μας αντιμετωπίστηκε σαν μια υποσημείωση της Ιστορίας. Κανείς δεν νοιάστηκε για εμάς.

Σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία, αρκούσε ακόμη κι ένας πρόγονός σου να ήταν Ρομά, για να σε χαρακτηρίσουν “τσιγγάνικης καταγωγής” και να σε δολοφονήσουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Οι Ναζί δικαιολόγησαν τη δίωξη και τη γενοκτονία των Ρομά στο όνομα της “πρόληψης του εγκλήματος” ταυτίζοντας την καταγωγή με την εγκληματικότητα.

Μετά το Ολοκαύτωμα, οι Ρομά όχι μόνο δεν αναγνωρίστηκαν ως θύματα αλλά δεν αναγνωρίστηκαν ούτε ως πολίτες στην ίδια τους τη χώρα.

Αυτό που ακολούθησε ήταν ένας δεύτερος διωγμός.

O Romani Rose στα δεξιά. 

Ποιες ήταν δηλαδή οι συνέπειες αυτής της άρνησης για τους Σίντι και τους Ρομά μετά τον πόλεμο; 

Η μη αναγνώριση είχε πολύ συγκεκριμένες συνέπειες. Πολλές από τις διακρίσεις και τις πρακτικές που είχαν εφαρμοστεί επί ναζισμού συνεχίστηκαν και στη μεταπολεμική Γερμανία.

Οι Ναζί σημάδευαν τους Ρομά με το γράμμα “Ζ”, από τη γερμανική λέξη Zigeuner που σημαίνει “τσιγγάνος”. Μετά τη φυσική εξόντωση που επιχείρησαν οι Ναζί, ακολούθησε μια διαφορετική μορφή εξόντωσης: ο κοινωνικός και ηθικός αποκλεισμός.

Οι αστυνομικές αρχές εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν φακέλους και μεθόδους καταγραφής που είχαν δημιουργήσει οι Ναζί, αντιμετωπίζοντας τους Σίντι και τους Ρομά ως ύποπτους εκ φύσεως. Η κοινότητά μας συνέχισε να στιγματίζεται, να περιθωριοποιείται και μας παρουσίαζαν ως δήθεν νομάδες για να μην καταγραφούμε επίσημα ως Γερμανοί πολίτες.

Ακόμα και σήμερα, στην Κάτω Σαξονία της Γερμανίας, η αστυνομία συντάσσει φακέλους με τα γενεαλογικά δέντρα οικογενειών Ρομά. Ένα παιδί μπορεί να μπει στο αστυνομικό αρχείο από τη στιγμή που γεννιέται.

Τι άλλαξε τελικά το 1982;

Ύστερα από χρόνια αγώνων, διαδηλώσεων και της απεργίας πείνας που οργανώσαμε στο Νταχάου, η γερμανική κυβέρνηση, υπό τον καγκελάριο Χέλμουτ Σμιτ, αναγνώρισε το 1982 ότι η εξόντωση των Σίντι και των Ρομά ήταν μια γενοκτονία που διαπράχθηκε για φυλετικούς λόγους.

To 1995, οι Σίντι και οι Ρομά αναγνωρίστηκαν και ως εθνική μειονότητα στη Γερμανία, γεγονός που εξασφάλισε θεσμική προστασία για τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας.

Απεργοί πείνας στο Νταχάου (Ο Romani Rose πρώτος από αριστερά). Η διαμαρτυρία τους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επίσημη αναγνώριση της γενοκτονίας των Σίντι και Ρομά από τους Ναζί.

Έχουν όμως αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα σήμερα;

Η αναγνώριση του 1982 ήταν μια μεγάλη ιστορική νίκη, αλλά έμεινε στα λόγια. Δεν ακολούθησαν οι αναγκαίες θεσμικές αλλαγές – με πιο κρίσιμο παράδειγμα την αστυνομία – ούτε αναπτύχθηκαν πολιτικές που να αντιμετωπίζουν τον αντιτσιγγανισμό και τις διακρίσεις σε βάρος των Σίντι και των Ρομά.

Ακόμη και σήμερα ο αντιτσιγγανισμός παραμένει διαδεδομένος και, σε πολλές περιπτώσεις, κοινωνικά ανεκτός. Στην Ευρώπη υπάρχει πλέον μια σαφής συναίνεση ότι ο αντισημιτισμός είναι απαράδεκτος και έχει συνέπειες. Αντίθετα, ο αντιτσιγγανισμός συχνά υποτιμάται ή αντιμετωπίζεται σαν κάτι φυσιολογικό. Δεν υπάρχει αλληλεγγύη από την κοινωνία για τις αδικίες που υφίστανται οι Ρομά.

Γι’ αυτό η μνήμη του Ολοκαυτώματος των Σίντι και των Ρομά δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Είναι προϋπόθεση για να αναγνωρίσουμε και να αντιμετωπίσουμε τις διακρίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν έως και σήμερα.

Λέτε ότι η αναγνώριση περιορίστηκε στο συμβολικό. Τι αλλαγές θα έπρεπε να έχουν γίνει στην πράξη; 

Η διάσταση του Ολοκαυτώματος των Ρομά θα έπρεπε να έχει ενσωματωθεί πιο βαθιά τόσο στο πολιτικό επίπεδο όσο και στη συλλογική μνήμη της κοινωνίας.

Τα σχολικά βιβλία, για παράδειγμα, θα έπρεπε να διδάσκουν με σαφήνεια πως οι Σίντι και οι Ρομά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του Ολοκαυτώματος, όπως και οι άλλες ομάδες που υπέστησαν διώξεις και εξόντωση από το ναζιστικό καθεστώς.

Η ανθρωπολόγος και συνεργάτιδα του ναζιστικού καθεστώτος Εύα Γιούστιν συγκρίνει το χρώμα των ματιών μιας γυναίκας με έναν πίνακα χρωμάτων της ίριδας. Οι ψευδοεπιστημονικές “φυλετικές” έρευνές της συνέβαλαν στις διώξεις και τη γενοκτονία των Σίντι και Ρομά.

Οι νέοι Σίντι και Ρομά σήμερα αισθάνονται ότι μπορούν να διατηρήσουν και να εκφράσουν ελεύθερα την πολιτισμική τους ταυτότητα και την ιστορία τους ή ο φόβος του αντιτσιγγανισμού τούς οδηγεί στην απόκρυψή της;

Υπάρχουν δύο παράλληλες εξελίξεις:

Από τη μία, βλέπουμε μια θετική αλλαγή: όλο και περισσότεροι Σίντι και Ρομά επιλέγουν να μιλήσουν δημόσια για την ταυτότητά τους, την ιστορία και τον πολιτισμό τους. Νέοι άνθρωποι, όπως η φοιτητική ένωση Σίντι και Ρομά, διεκδικούν τη θέση τους στην κοινωνία είτε ως δημοσιογράφοι, δικηγόροι ή άνθρωποι που συμμετέχουν στην πολιτική ζωή.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί οι νέοι πρέπει να μπορούν να βλέπουν την ταυτότητά τους με υπερηφάνεια. Οι Σίντι και οι Ρομά δεν είναι μια κοινότητα που απλώς ζητά κάτι από την κοινωνία – έχουν συμβάλει σημαντικά στην ιστορία της Ευρώπης. Ζουν σε αυτές τις χώρες εδώ και 600 ή 700 χρόνια και διεκδικούν το μέλλον τους ως ισότιμο κομμάτι της κοινωνίας.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ακόμη ένα μεγάλο μέρος της κοινότητας που επιλέγει να μην αποκαλύπτει την καταγωγή του. Ο λόγος είναι ο φόβος του αντιτσιγγανισμού και των στερεοτύπων που εξακολουθούν να συνδέουν άδικα τους Σίντι και τους Ρομά με το έγκλημα. Πολλοί φοβούνται ότι αν αποκαλύψουν ότι είναι Ρομά, θα απολυθούν.

Γι’ αυτό η εκπαίδευση και η ενημέρωση είναι τόσο σημαντική. Πρέπει να γίνει γνωστό ότι οι Σίντι και οι Ρομά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών και του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η προσπάθεια αυτή χρειάζεται χρόνο, αλλά βασίζεται σε μια θεμελιώδη αρχή: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ένα αναφαίρετο δικαίωμα που πρέπει να απολαμβάνει κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως καταγωγής.

Ο επιστημονικός σύμβουλος του Romani Rose, ο Falco Hartard, που μας κάνει τη διερμηνεία από τα αγγλικά στα γερμανικά, ζητάει να μοιραστεί μια ιστορία που τον είχε σοκάρει: 

Όταν ξεκίνησα να εργάζομαι εδώ, έπεσε στα χέρια μου μια κλήση από έναν εισαγγελέα προς τη μητέρα ενός νεαρού Ρομά ο οποίος κατηγορούνταν για ένα αδίκημα. Η κλήση ήταν από το 2016. Δίπλα στο όνομα του νεαρού, σε παρένθεση, ο εισαγγελέας είχε γράψει τη λέξη “Zigeuner” (“τσιγγάνος”), έναν όρο άρρηκτα συνδεδεμένο με τις ναζιστικές διώξεις, που σήμερα θεωρείται απαράδεκτος στη Γερμανία. Το γεγονός ότι ένας κρατικός λειτουργός χρησιμοποιούσε ακόμα και το 2016 αυτή τη γλώσσα, δείχνει πόσο βαθιά επιβιώνουν οι προκαταλήψεις και μέσα στους ίδιους τους θεσμούς.

Ο Johann “Rukeli” Trollmann (1907–1944), ένας από τους κορυφαίους πυγμάχους της Γερμανίας, αναδείχθηκε πρωταθλητής ελαφρών βαρέων βαρών το 1933. Επειδή ήταν Σίντι, οι Ναζί τού αφαίρεσαν τον τίτλο για φυλετικούς λόγους. Τον υπέβαλαν σε αναγκαστική στείρωση, τον εκτόπισαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νόιενγκαμε και τον δολοφόνησαν το 1944.

Είναι αλήθεια ότι δεν διδαχθήκαμε τίποτα για την προσφορά των Ρομά στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Δεν γνωρίζουμε για τον Τσάρλι Τσάπλιν, για τον Τζάνγκο Ρέινχαρντ ή για το ζωηρό ροντό της Έβδομης Συμφωνίας του Μπετόβεν… 

Είναι σημαντικό να αναδείξουμε τον πλούτο και την προσφορά των Ρομά στις τέχνες. Αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε με το Central Council of German Sinti and Roma.

Στην Ισπανία, το φλαμένκο αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας και έχει περάσει στη συνείδηση της κοινωνίας ότι οι ρίζες του προέρχονται από τους gitanos.

Ποιος γνωρίζει, όμως, ότι ο Τσάρλι Τσάπλιν είχε τσιγγάνικες ρίζες; Ότι συνθέτες της ευρωπαϊκής κλασικής μουσικής, όπως ο Λιστ και ο Μπραμς, βρήκαν έμπνευση στη μουσική παράδοση των Ούγγρων Ρομά; Ή ότι ο Τζάνγκο Ρέινχαρντ, ο πατέρας της ευρωπαϊκής τζαζ, γεννήθηκε σε έναν καταυλισμό Ρομά;

Ένας από τους πιο διάσημους ποδοσφαιριστές στην ιστορία της Γερμανίας είναι Ρομά. Εγώ ο ίδιος είχα βοηθήσει την οικογένειά του να διεκδικήσει αποζημίωση μετά την αναγνώριση του Ολοκαυτώματος. Ο ποδοσφαιριστής πέθανε χωρίς ποτέ να αποκαλύψει δημόσια την ταυτότητά του.

Η επίσημη Ιστορία μάς παραγκωνίζει, και έπεται ο ρατσισμός. Αυτά παλεύουμε να αλλάξουμε, χωρίς να είμαστε μια απομονωμένη κοινότητα. Ενώνουμε τις δυνάμεις μας, σε κοινές εκδηλώσεις, με Ιρανούς, Εβραίους και άλλες κοινότητες.

Ο Gerhard Braun ήταν σαξοφωνίστας στη Ραδιοφωνική Ορχήστρα του Βερολίνου προτού εκτοπιστεί στο Άουσβιτς και δολοφονηθεί εκεί.

Πώς σας επηρεάζει η άνοδος της ακροδεξιάς στη Γερμανία; Τι σημαίνει η ολοένα και πιο σκληρή στάση απέναντι στις μειονότητες στην Ευρώπη;

Με ανησυχεί βαθιά και συχνά δεν μπορώ να το πιστέψω. Στη Γερμανία, το ακροδεξιό AfD έχει αποκτήσει σημαντική επιρροή ενώ παρόμοιες εξελίξεις βλέπουμε και σε άλλες χώρες.

Δεν αρκεί να συζητάμε μόνο για την απαγόρευση ενός κόμματος. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις ιδέες που τροφοδοτούν την άνοδο της ακροδεξιάς, να μιλήσουμε ανοιχτά και να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.

Η Ιστορία δεν είναι μια τελετουργία μνήμης. Το να αντιμετωπίζεις το παρελθόν σημαίνει να αναλαμβάνεις την ευθύνη στο παρόν και να διασφαλίζεις ότι οι θεσμοί του κράτους – η δικαιοσύνη, η αστυνομία, η πολιτική ηγεσία – σέβονται όλες τις μειονότητες.

Η ακροδεξιά χρησιμοποιεί τις μειονότητες ως στόχο για να καλλιεργήσει φόβο. Όμως το πραγματικό διακύβευμα είναι η ίδια η δημοκρατία και το κράτος δικαίου, αυτά που μας εξασφάλισαν ειρήνη και σταθερότητα για περισσότερα από 80 χρόνια.

Ποιο είναι το αντίδοτό σας σε στιγμές απογοήτευσης; 

Υπήρξαν πράγματι πολλές τέτοιες στιγμές. Έχουμε ακούσει στελέχη του AfD να χαρακτηρίζουν την περίοδο 1933-1945 μια “κουτσουλιά στην ιστορία” και το Μνημείο του Ολοκαυτώματος στο Βερολίνο ένα “μνημείο-ντροπή”.

Ύστερα, όμως, έρχεται μια μέρα που μαθητές και μαθήτριες επισκέπτονται το Μουσείο του Ολοκαυτώματος στη Χαϊδελβέργη και βλέπεις ξαφνικά τα γουρλωμένα μάτια τους και την περιέργεια να μάθουν.

Να σας πω και το ακόμα πιο εντυπωσιακό: Νέοι και νέες αστυνομικοί που εκπαιδεύονται για να υπηρετήσουν στην αστυνομία επισκέπτονται το μουσείο και συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα για τον αντιτσιγγανισμό.

Αυτές οι στιγμές μού δίνουν δύναμη. Μου θυμίζουν ότι αξίζει να συνεχίσω.

Το Μουσείο Ολοκαυτώματος Σίντι και Ρομά στη Χαϊδελβέργη. 

Είπατε νωρίτερα ότι η κοινωνία δεν δείχνει αλληλεγγύη απέναντι στις αδικίες που υφίστανται οι Ρομά. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Η προκατάληψη απέναντι στους Σίντι και τους Ρομά καλλιεργείται εδώ και αιώνες. Αυτή η διαχρονική προπαγάνδα του αποκλεισμού εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο που τους βλέπει η κοινωνία. Πολλοί δεν τους θεωρούν καν κομμάτι της κοινωνίας, ακόμη κι αν είναι επιστήμονες, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες ή συμμετέχουν στην πολιτική ζωή.

Γι’ αυτό και αρκετοί επιλέγουν να κρύβουν την καταγωγή τους. Φοβούνται ότι θα αντιμετωπιστούν διαφορετικά.

Γι’ αυτό επιμένω ότι οι Σίντι και οι Ρομά πρέπει να είναι ορατοί και να συμμετέχουν ενεργά στη δημόσια ζωή. Στις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές στη Γερμανία απηύθυνα δημόσια έκκληση στα μέλη της κοινότητας να πάνε να ψηφίσουν δημοκρατικά κόμματα. Η συμμετοχή είναι ουσιαστική, γιατί οι Ρομά είναι μέρος της κοινωνίας και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες.

Αυτή είναι η πικρία σας; 

Ναι.

Ήθελα να έχουμε πετύχει περισσότερα. Μετά από τόσες δεκαετίες αγώνα, πίστευα ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη κατανόηση και αλληλεγγύη. Δυστυχώς, αυτές οι προσδοκίες δεν εκπληρώθηκαν.

Στις 20 Αυγούστου κλείνετε τα 80. Ποιο είναι το μήνυμα του Romani Rose μετά από 50 χρόνια αγώνα στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Ρομά;

Δεν πέτυχα όλα όσα ονειρεύτηκα. Όμως δεν υπάρχει χώρος για παραίτηση.

Οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου χωρίς εξαιρέσεις. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε έναν κόσμο όπου άνθρωποι πεθαίνουν από την πείνα ή πνίγονται στη θάλασσα αναζητώντας καταφύγιο.

Μόνο έτσι η ιστορία δεν θα επαναληφθεί.

 

*Στην κεντρική φωτογραφία, γυναίκες της ομάδας των ναζιστικών “φυλετικών” ερευνών – πιθανότατα μεταξύ τους και η ανθρωπολόγος Εύα Γιούστιν – κατασκευάζουν το γύψινο εκμαγείο κεφαλής άνδρα, πιθανότατα Σίντι ή Ρομά (περ. 1936). Οι ψευδοεπιστημονικές αυτές πρακτικές, που πραγματοποιούνταν υπό τη διεύθυνση του παιδοψυχιάτρου Ρόμπερτ Ρίτερ, χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν τις διώξεις και, τελικά, τη γενοκτονία των Σίντι και Ρομά από το ναζιστικό καθεστώς.