Ο άλλος ανώτερος δικαστικός λειτουργός στον οποίο επιβάλλονται κυρώσεις είναι ο νυν αναπληρωτής εισαγγελέας του ΔΠΔ, ο Σενεγαλέζος εισαγγελέας Αμπντουλαγέ Σεγέ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες δεν έχουν προσχωρήσει στη διεθνή συνθήκη για την ίδρυση του ΔΠΔ, με έδρα τη Χάγη της Ολλανδίας, έχουν επιβάλει κυρώσεις σε βάρος δικαστών του Δικαστηρίου. Αυτές οι κυρώσεις απαγορεύουν κυρίως στους δικαστές την είσοδο στη χώρα και εμποδίζουν οποιαδήποτε συναλλαγή επί ακινήτων ή χρηματοοικονομική μαζί τους στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Οι κυρώσεις αυτές αποτελούν σε μεγάλο βαθμό απάντηση στις έρευνες του ΔΠΔ κατά του Ισραήλ, στενού συμμάχου των ΗΠΑ. Το Δικαστήριο εξέδωσε το 2024 εντάλματα σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, εξαιτίας της γενοκτονίας στη Γάζα.

Οι αμερικανικές κυρώσεις κατά υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου «υπονομεύουν το κράτος δικαίου», δήλωσε το Δικαστήριο σε ανακοίνωση που εξέδωσε σήμερα, μετά τα μέτρα που έλαβε η Ουάσινγκτον σε βάρος της προέδρου του. «Όταν ασκείται πίεση στους δικαστικούς φορείς για να τους εμποδίσει να εφαρμόσουν τον νόμο, η ίδια η διεθνής έννομη τάξη είναι αυτή που τίθεται σε κίνδυνο», πρόσθεσε το ΔΠΔ στο κείμενό του που εστάλη στους δημοσιογράφους.

Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις σε περισσότερους από δώδεκα δικαστές και εισαγγελείς του ΔΠΔ (Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου), προκαλώντας τον αποκλεισμό τους από μεγάλο μέρος του διεθνούς τραπεζικού συστήματος. Έχουν επίσης επιβάλει οικονομικούς περιορισμούς σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προσωπικότητες, όπως η Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών, Φραντσέσκα Αλμπανέζε. Τον Ιούνιο, τρεις δικαστές του ΔΠΔ κατέθεσαν αγωγή κατά της κυβέρνησης Τραμπ για τις κυρώσεις, χαρακτηρίζοντάς τις ως ένα μέσο για τον περιορισμό της δικαστικής ανεξαρτησίας του δικαστηρίου.