του Έρικ Μπλανκ, στο περιοδικό Catalyst
Μετάφραση: Παναγιώτης Δήμας

Η εκστρατεία εκφοβισμού εναντίον του δημοκρατικού σοσιαλιστή Ζοχράν Μαμντάνι, ο οποίος είναι πλέον δήμαρχος της Νέας Υόρκης, μοιάζει πολύ με τις προσπάθειες της ελίτ πριν από έναν αιώνα να εμποδίσουν τους σοσιαλιστές να κερδίσουν τις δημοτικές εκλογές σε μια άλλη μεγάλη πόλη. Την παραμονή των εκλογών του Απριλίου του 1910 στο Μιλγουόκι, μια διαφήμιση σε δημοκρατική εφημερίδα προειδοποιούσε ότι υπό μια σοσιαλιστική δημαρχία «το κεφάλαιο θα παραμείνει αδρανές. Ο εργάτης θα μείνει χωρίς δουλειά. Σε κανέναν άνθρωπο ή κόμμα που συνιστά τη χρήση όπλων και σφαιρών δεν πρέπει να εμπιστευθεί κανείς τη διακυβέρνηση της πόλης μας. Θα καταστρέψει την πιστοληπτική ικανότητα της πόλης». Μια άλλη διαφήμιση της εκστρατείας το έθεσε πιο συνοπτικά: «ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ Ή ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ!»1

Ευτυχώς, οι περισσότεροι ψηφοφόροι αγνόησαν αυτές τις προειδοποιήσεις. Ο σοσιαλιστής Εμίλ Ζάιντελ κέρδισε τις δημοτικές εκλογές και οι σοσιαλιστές του Μιλγουόκι κατέλαβαν μαζικά τα δημόσια αξιώματα. Αντί να οδηγηθούν στην καταστροφή, το Μιλγουόκι και η πολιτεία του Ουισκόνσιν γενικότερα ευημέρησαν υπό τη σοσιαλιστική ηγεσία τα επόμενα πενήντα χρόνια, πρωτοπορώντας σε πολλές από τις προοδευτικές, φιλοεργατικές πολιτικές που κορυφώθηκαν με το «Νιου Ντιλ» των ΗΠΑ. Μέχρι το 1936, ακόμη και το περιοδικό Time αισθάνθηκε υποχρεωμένο να δημοσιεύσει ένα κύριο άρθρο με τίτλο «Μαρξιστής Δήμαρχος» για αυτή την επιτυχία, σημειώνοντας ότι υπό τη σοσιαλιστική διακυβέρνηση «το Μιλγουόκι έχει γίνει ίσως η καλύτερα διοικούμενη πόλη στις ΗΠΑ».

Αυτή η ιστορία είναι πλούσια σε διδάγματα για τον Μαμντάνι και τους σύγχρονους αριστερούς ακτιβιστές που επιδιώκουν να στηριχτούν στη δημαρχεία για να οικοδομήσουν μια εργατική εναλλακτική λύση έναντι του νεοφιλελευθερισμού των Δημοκρατικών και του αυταρχισμού του Ντόναλντ Τραμπ. Όμως, η ιστορία των λεγόμενων «σοσιαλιστών των υπονόμων» του Μιλγουόκι — ένα αρχικά χλευαστικό προσωνύμιο που αναφερόταν στον ζήλο τους για τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών — είναι πολύ περισσότερο από μια ιστορία επιτυχημένης αριστερής διακυβέρνησης. Η άνοδος και η αποτελεσματικότητα των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων της πόλης εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από τη δύναμη και την πειθώ μιας ριζοσπαστικής πολιτικής οργάνωσης με ρίζες στα συνδικάτα του Μιλγουόκι.

Ο «σοσιαλισμός των υπονόμων» ήταν εξαιρετικά ισχυρός τόσο εντός όσο και εκτός της κυβέρνησης. Πέρα από τη διακυβέρνηση, επί πολλές δεκαετίες, της μοναδικής μεγάλης αμερικανικής πόλης με σοσιαλιστική διοίκηση, το Ουισκόνσιν ήταν η πολιτεία με τους περισσότερους εκλεγμένους σοσιαλιστές αξιωματούχους και, μακράν, τον μεγαλύτερο αριθμό σοσιαλιστών βουλευτών (βλ. σχήμα 1). Το Ουισκόνσιν ήταν επίσης η μόνη πολιτεία στην Αμερική όπου οι σοσιαλιστές ηγούνταν ολόκληρου του συνδικαλιστικού κινήματος — πράγματι, ήταν κυρίως οι ρίζες τους στον οργανωμένο εργατικό χώρο που κατέστησαν δυνατή την εκλογική και πολιτική τους επιτυχία, συμπεριλαμβανομένης της ψήφισης 295 νομοσχεδίων που συντάχθηκαν από σοσιαλιστές σε ολόκληρη την πολιτεία μεταξύ 1919 και 1931.2

Σχήμα 1. Σοσιαλιστές πολιτειακοί νομοθέτες, 1910–1921

Πίσω από αυτές τις νίκες βρισκόταν μια ισχυρή και πειθαρχημένη οργάνωση βάσης, η οποία, όπως σημείωσε ένας σύγχρονος, «θα προκαλούσε ακόμη και σήμερα τον φθόνο κάθε κομματικού μηχανισμού». Μέχρι το 1912, περίπου ένας στους εκατό κατοίκους του Μιλγουόκι ήταν μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SDP). Αντίθετα, στη Νέα Υόρκη — ένα άλλο προπύργιο του σοσιαλισμού — αντιστοιχούσε ένα μέλος ανά χίλιους κατοίκους. Αν το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αμερικής (SPA) ήταν τόσο ισχυρό όσο το SDP του Μιλγουόκι, θα αριθμούσε περίπου ένα εκατομμύριο μέλη — περίπου όσα και η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, το μεγαλύτερο σοσιαλιστικό κόμμα στον κόσμο.

Σε αντίθεση με όσα υποδηλώνει μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας για τον «σοσιαλισμό των υπονόμων», η ανάπτυξη του κόμματος δεν επιτεύχθηκε με τίμημα την εγκατάλειψη της ριζοσπαστικής πολιτικής ή των σοσιαλιστικών στόχων. Σε αντίθεση με τους προοδευτικούς, ο προσανατολισμός του SDP δεν περιορίστηκε ποτέ στην επέκταση των δημόσιων υπηρεσιών και του κράτους πρόνοιας. Αντίθετα, οι ηγέτες και τα απλά μέλη του σοσιαλισμού του Ουισκόνσιν παρέμειναν εμπνευσμένοι από τη μαρξιστική ανάλυση, μια στρατηγική ταξικής πάλης και τον στόχο μιας επανάστασης με πλειοψηφική στήριξη για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Το γεγονός ότι δεν πλησίασαν στην επίτευξη των υψηλότερων στόχων τους οφειλόταν σε περιστάσεις εκτός του ελέγχου τους, μεταξύ των οποίων η σχετικά συντηρητική κοινή γνώμη και, σε άμεση συνάφεια, η αδυναμία να κατακτήσουν θέσεις εκτελεστικής εξουσίας πέρα από το δημοτικό επίπεδο στο Ουισκόνσιν και πέρα από αυτό. Αφού ο Ντάνιελ Χοάν εξελέγη δήμαρχος του Μιλγουόκι το 1916, ο κομματικός Τύπος εξήγησε ότι «ο δήμαρχος Χοάν και οι έντεκα σοσιαλιστές δημοτικοί σύμβουλοι δεν θα εισαγάγουν τον σοσιαλισμό στο Μιλγουόκι κατά τη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων ετών. Δεν θα είναι επειδή δεν θέλουν, αλλά επειδή δεν μπορούν». Και το γεγονός ότι πέτυχαν τόσα πολλά οφείλεται στο ότι προσάρμοσαν με ευελιξία τον επιστημονικό σοσιαλισμό στο μοναδικό πλαίσιο της Αμερικής.

Σε μια εποχή που η Αριστερά στη Νέα Υόρκη και αλλού βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστιες ευκαιρίες ανάπτυξης — αλλά και με τις προκλήσεις της διακυβέρνησης ως οργανωμένοι σοσιαλιστές, και όχι απλώς ως μεμονωμένοι προοδευτικοί δρώντες — θα ήταν σκόπιμο να υιοθετήσουμε και να προσαρμόσουμε την προσέγγιση των «σοσιαλιστών των υπονόμων» του Μιλγουόκι: έναν μη δογματικό μαρξισμό που συνδυάζει τον προσανατολισμό προς τη συμμετοχή στις εκλογές με στόχο τη νίκη και την υλοποίηση των υποσχέσεων με έμφαση στην οικοδόμηση της οργανωμένης δύναμης της εργατικής τάξης προς την κατεύθυνση της σοσιαλδημοκρατίας και του σοσιαλισμού.

Το πλαίσιο του Μιλγουόκι

Οι συνθήκες για τη σοσιαλιστική ανάπτυξη ήταν κάπως πιο ευνοϊκές στο Μιλγουόκι από ό,τι στην τυπική αμερικανική πόλη των αρχών του 20ού αιώνα.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε ούτε — όπως συμβαίνει συχνά στη σχετική βιβλιογραφία — να αποδίδουμε αυτή την εξέλιξη αποκλειστικά στη γερμανική κληρονομιά της πόλης. Ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, οι Γερμανοί του Μιλγουόκι αφομοιώνονταν σταδιακά και το ειδικό βάρος τους μειωνόταν, ενώ η ανειδίκευτη εργατική τάξη αποκτούσε όλο και εντονότερο πολωνικό χαρακτήρα. Το 1910, περίπου οι μισοί κάτοικοι του Μιλγουόκι ήταν είτε Γερμανοί μετανάστες είτε παιδιά Γερμανών μεταναστών. Παρότι πολλοί από τους πρώτους σοσιαλιστές της πόλης ήταν Γερμανοί, οι περισσότεροι Γερμανοί κάτοικοί της δεν ήταν σοσιαλιστές. Ποσοτική μελέτη της ψήφου των μεταναστών στις προπολεμικές Ηνωμένες Πολιτείες διαπίστωσε μάλιστα αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στη γερμανική καταγωγή και τη σοσιαλιστική ψήφο: «Δεν μπορούμε να μιλάμε για εγγενή συγγένεια μεταξύ των Γερμανών και της σοσιαλιστικής ψήφου.»3 Ο ιδρυτής του «σοσιαλισμού των υπονόμων», Βίκτορ Μπέργκερ, σημείωνε το 1910: «Κατά κανόνα, οι σοσιαλιστές δεν μπορούμε να πείσουμε ούτε τους Γερμανούς ούτε τους Πολωνούς της πρώτης γενιάς [να μας ψηφίσουν]. Πρέπει να περιμένουμε τη δεύτερη γενιά, εκείνη που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Σε αντίθεση με τους πρώτους βετεράνους μετανάστες της αποτυχημένης επανάστασης του 1848, τα μεγάλα κύματα γερμανικής μετανάστευσης των δεκαετιών του 1880 και του 1890 αποτελούνταν κυρίως από σχετικά συντηρητικούς ανθρώπους που προέρχονταν από αγροτικές περιοχές. Ο Μπέργκερ γεννήθηκε σε μια οικογένεια με φιλοβασιλικές πολιτικές πεποιθήσεις, η οποία βίωνε κοινωνική πτώση, στην αγροτική Αυστροουγγαρία. Όταν έφτασε στην Αμερική σε ηλικία δεκαοκτώ ετών το 1878, ο Μπέργκερ βρήκε δουλειά καθαρίζοντας λέβητες και σημαδεύοντας βοοειδή, για να στραφεί τελικά στον σοσιαλισμό τη δεκαετία του 1880. Αυτή η πολιτική απόφαση σκανδάλισε τους γονείς του, οι οποίοι, σύμφωνα με τον βιογράφο του Μπέργκερ Έντουαρντ Μούζικ, «τρομοκρατήθηκαν από τον ριζοσπαστισμό του γιου τους, που πίστευαν ότι ίσως άξιζε ακόμη και να κρεμαστεί».4 Παρ’ όλα αυτά, η ύπαρξη μιας μεγάλης, σχετικά ομοιογενούς εργατικής κοινότητας (Γερμανοαμερικανοί) στην οποία μπορούσαν να ριζώσουν, ακολουθούμενη από μια άλλη σημαντική ομάδα (Πολωνοαμερικανοί), έδωσε μεγάλη ώθηση στην άνοδο των σοσιαλιστών των υπονόμων. Οι εργάτες σε άλλες αμερικανικές πόλεις —συμπεριλαμβανομένων του Σικάγου και του Σαιντ Λούις, όπου ο γερμανοαμερικανικός ριζοσπαστισμός ήταν εξίσου ισχυρός ή και ισχυρότερος από ό,τι στο Μιλγουόκι μέχρι και τη δεκαετία του 1880— είχαν την τάση να διαχωρίζονται σε μισή ντουζίνα ή και περισσότερα εθνοτικά, θρησκευτικά και φυλετικά πολιτικά μπλοκ, γεγονός που διευκόλυνε την εδραίωση της εθνοτικά βασισμένης πολιτικής των μηχανισμών και του στενού συνδικαλισμού των τεχνιτών, υπονομεύοντας παράλληλα τις σοσιαλιστικές προσπάθειες να συγκροτήσουν έναν πλειοψηφικό συνασπισμό.

Ωστόσο, η μετατροπή της εργατικής τάξης του Μιλγουόκι σε προπύργιο του σοσιαλισμού δεν ήταν καθόλου αυτόματη, γρήγορη ή απλή. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι το ρεύμα του Μπέργκερ να γίνει αρκετά ισχυρό ώστε να παρουσιάσει δικούς του υποψηφίους. Και ο πρώτος «σοσιαλιστής των υπονόμων» που έθεσε ποτέ υποψηφιότητα για δήμαρχος — ένας τεχνίτης μηχανικός ονόματι Ρόμπερτ Μάιστερ, το 1898 — συγκέντρωσε μόνο το 5% των ψήφων. Το Σχήμα 2 αποτυπώνει την αργή αλλά σταθερή άνοδο του κόμματος τα επόμενα χρόνια. Έτσι περιέγραψε ο Μπέργκερ αυτή τη δυναμική σε μια ομιλία μετά τη μεγάλη νίκη στις δημαρχιακές εκλογές του 1910:

Χρειάστηκαν σαράντα χρόνια, από τότε που μια ομάδα συντρόφων ένωσε για πρώτη φορά τις δυνάμεις της, για να αποκτήσει το Μιλγουόκι σοσιαλιστή δήμαρχο και σοσιαλιστική διοίκηση. […] Δεν ήρθε γρήγορα ούτε εύκολα. Χρειάστηκε δουλειά. Σταγόνα τη σταγόνα, ώσπου ξεχείλισε το ποτήρι. Ψήφο την ψήφο, ώσπου ήρθε η νίκη. Δουλειά όχι μόνο στις λίγες εβδομάδες της εκστρατείας, αλλά κάθε μήνα, κάθε εβδομάδα, κάθε μέρα. Δουλειά στα εργοστάσια και από σπίτι σε σπίτι.

Σχήμα 2. Εκλογικά ποσοστά των σοσιαλιστών του Μιλγουόκι στις δημαρχιακές εκλογές

Η αμερικανοποίηση του μαρξισμού

Η ιστορία του Μιλγουόκι αποτελεί ένα χρήσιμο πείραμα για τη δοκιμή της βιωσιμότητας των ανταγωνιστικών σοσιαλιστικών στρατηγικών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπήρχαν τόσο μετριοπαθείς όσο και αδιάλλακτες παραλλαγές του μαρξισμού, και η τελευταία είχε σχεδόν δύο δεκαετίες προβάδισμα. Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα (SLP) ήταν η μόνη σοσιαλιστική οργάνωση με παρουσία στην πόλη από το 1875 και μετά, μέχρι που ο Μπέργκερ, πρώην μέλος του SLP, ίδρυσε μια πιο πραγματιστική σοσιαλιστική εφημερίδα, ανταγωνιστική προς το SLP, τη Vorwärts (Forward), το 1893.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1890, το SLP υπό την ηγεσία του Ντάνιελ Ντε Λεόν είχε διαμορφώσει τη στρατηγική του: να διαδώσει τις θεμελιώδεις αρχές του μαρξισμού στις εκλογές και να δημιουργήσει επαναστατικά βιομηχανικά συνδικάτα με στόχο να αντικαταστήσει τη ρεφορμιστική Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας (AFL). Αν οι Αμερικανοί εργάτες είχαν πιο ριζοσπαστικές τάσεις, η στρατηγική του SLP θα μπορούσε να είχε ευδοκιμήσει — πράγματι, κάτι παρόμοιο με αυτή την προσέγγιση καθοδηγούσε την πρώιμη Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία καθώς και τους επαναστατικούς μαρξιστές σε όλη την αυτοκρατορική Ρωσία.5 Παρ’ όλα αυτά, το SLP του Ντε Λεόν δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει το στάδιο μιας μικρής σέκτας με μερικές χιλιάδες μέλη σε ολόκληρη τη χώρα. Το κύριο άρθρο του περιοδικού Time του 1936 σημείωνε ότι χωρίς την αδιάκοπη οργανωτική πρωτοβουλία του Μπέργκερ, ο «σοσιαλισμός στο Μιλγουόκι ίσως να είχε παραμείνει απλώς μια μεθυσμένη κουβέντα στα τραπέζια των μπαρ». Μέχρι το 1900, το σχετικά μετριοπαθές SDP είχε ξεπεράσει σαφώς τους ριζοσπαστικούς αντιπάλους του.

Ποια ήταν η πολιτική του νέου ρεύματος του Μπέργκερ; Οι διαφορές του με τους πιο αριστερούς σοσιαλιστές περιστρέφονταν ουσιαστικά γύρω από στρατηγικές και τακτικές, όχι αρχές ή στόχους. Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας έχει απεικονίσει εσφαλμένα τον Μπέργκερ και τους συντρόφους του ως ρεφορμιστές αντίθετους στην επανάσταση, των οποίων οι στρατηγικοί ορίζοντες δεν ξεπερνούσαν το κράτος πρόνοιας.

Αντίθετα, ο Μπέργκερ ήταν — και παρέμεινε — ένας αφοσιωμένος μαρξιστής που έβλεπε τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις ως ένα απαραίτητο μέσο όχι μόνο για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, αλλά πάνω απ’ όλα για την ενίσχυση της συνείδησης, της οργάνωσης και της ισχύος ης εργατικής τάξης με στόχο τον σοσιαλισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Μπέργκερ διατύπωσε αυτό το όραμα στο ιδρυτικό τεύχος του 1911 της Milwaukee Leader, της νέας αγγλόφωνης σοσιαλιστικής εφημερίδας του: «Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των σοσιαλιστών είναι ότι κατανοούν την ταξική πάλη» και ότι «στοχεύουν με θάρρος στην επανάσταση, επειδή επιθυμούν μια ριζική αλλαγή του σημερινού συστήματος». Η απάντησή του στο ερώτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση;» ήταν σαφής: «Δηλώνουμε υπέρ και των δύο».

Αντιδρώντας στον δογματισμό και την περιθωριοποίηση του SLP, ο Μπέργκερ προσπάθησε συνειδητά να αμερικανοποιήσει τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Σε κείμενο του 1893, ο Μπέργκερ υποστήριξε ότι οι σοσιαλιστές στις Ηνωμένες Πολιτείες «πρέπει να εγκαταλείψουν για πάντα την τυφλή μίμηση της «γερμανικής» μορφής οργάνωσης και των «γερμανικών» μεθόδων προεκλογικής εκστρατείας και κινητοποίησης». Ο πρώτος δήμαρχος του SDP, ο ξυλουργός Εμίλ Ζάιντελ, θυμήθηκε αργότερα ότι «ο Μπέργκερ δεν πίστευε ότι το εργατικό κίνημα θα εξελισσόταν σύμφωνα με ένα σταθερό πρότυπο, το ίδιο σε όλες τις χώρες. Το κίνημα αυτό έπρεπε φυσικά να είναι διαφορετικό στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, επειδή όλες οι συνθήκες ήταν διαφορετικές». Το θέμα, υποστήριξε ο Μπέργκερ, δεν ήταν να απορριφθεί ο ιστορικός υλισμός, αλλά να απορριφθεί αυτό που ονόμαζε «υστερικό υλισμό», ο οποίος εσφαλμένα υποδείκνυε ότι η επαναστατική αδιαλλαξία και μόνο αρκούσε για να επιφέρει τη σοσιαλιστική μεταμόρφωση.

Δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες για το τι έπρεπε να γίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν προφανείς, αυτό το στρατηγικό σημείο εκκίνησης συνέβαλε σε έναν χρήσιμο βαθμό πολιτικής ταπεινότητας και εμπειρικής περιέργειας. «Πρέπει να μάθουμε πολλά», επέμενε ο Μπέργκερ. Η εξέλιξη του «σοσιαλισμού των υπονόμων» είναι ουσιαστικά η ιστορία αυτής της μαθησιακής διαδικασίας, κατά την οποία οι οργανωτές προσάρμοζαν συνεχώς την προπαγάνδα και τις τακτικές τους με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία.

Ξεκινώντας ως αρθρογράφος για τον σοσιαλισμό, ο Μπέργκερ τελικά συνειδητοποίησε ότι η σοσιαλιστική προπαγάνδα δεν θα είχε ευρεία απήχηση όσο οι περισσότεροι Αμερικανοί εργάτες παρέμεναν υποταγμένοι στη μοίρα τους. Αυτό, εξήγησε, ήταν το βασικό ελάττωμα στην υπόθεση του SLP ότι η υπομονετική κήρυξη του σοσιαλισμού θα κέρδιζε τελικά την πλειοψηφία:

Το σοβαρότερο εμπόδιο στην περαιτέρω πρόοδο — και ιδιαίτερα στη διάδοση του σοσιαλισμού — δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν επαρκώς την πολιτική οικονομία ή ότι στερούνται ευφυΐας. Είναι ότι δεν έχουν ελπίδα. […] Η απελπισία είναι ο κυριότερος αντίπαλος της προόδου. Η μεγαλύτερη ανάγκη μας είναι η ελπίδα.

Ακριβώς για να ξεπεράσουν τα διαδεδομένα συναισθήματα λαϊκής παραίτησης, οι σοσιαλιστές των υπονόμων έστρεψαν την προσοχή τους στους αγώνες για άμεσα αιτήματα, τόσο στους χώρους εργασίας όσο και μέσα στην κυβέρνηση. Δεδομένου ότι «οι εργάτες μαθαίνουν στο σχολείο της εμπειρίας», οι επιτυχημένοι αγώνες, ακόμη και γύρω από σχετικά ήσσονος σημασίας ζητήματα, θα έτειναν να αυξήσουν την αυτοπεποίθηση, τις προσδοκίες και την ανοιχτότητα των εργατών στις σοσιαλιστικές ιδέες. Γι’ αυτό οι σοσιαλιστές έπρεπε να αξιολογήσουν αυστηρά την τρέχουσα κατάσταση της λαϊκής συνείδησης για να επιλέξουν αγώνες που μπορούσαν να κερδηθούν και που θα είχαν ευρεία απήχηση στα πλατιά στρώματα των εργατών. Όπως το έθεσε το πρώτο τεύχος του Vorwärts:

Κατά τη διατύπωση των αιτημάτων μας, είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη πολλά πράγματα. Σε όσους μας θεωρούν υπερβολικά μετριοπαθείς, απαντάμε ότι αν ζητήσετε πάρα πολλά με τη μία, είναι πιθανό να μην πάρετε τίποτα. Μια εφημερίδα πρέπει να μην χάνει από τα μάτια της ούτε για μια στιγμή το πραγματικό κλίμα των μαζών.

Ενώ ήταν σημαντικό να συνεχίσουμε να διαδίδουμε τις μεγάλες ιδέες του μαρξισμού, αυτό που χρειάζονταν πάνω απ’ όλα οι σοσιαλιστές της Αμερικής ήταν «συγκεκριμένα πολιτικά επιτεύγματα, όχι θεωρητικές πραγματείες — λιγότερα λόγια και περισσότερη δράση».

Με αυτό το πνεύμα, ο Μπέργκερ και οι σύντροφοί του ξεκίνησαν να κερδίσουν την πλειοψηφία του λαού — ξεκινώντας από τους συνδικαλιστές του Μιλγουόκι.

Ριζώνοντας τον σοσιαλισμό στα συνδικάτα

Πουθενά αλλού στις Ηνωμένες Πολιτείες οι σοσιαλιστές δεν κατέκτησαν τόσο κυρίαρχη θέση στο εργατικό κίνημα όσο στο Ουισκόνσιν. Όταν ο Μπέργκερ εμφανίστηκε στη σκηνή, το Μιλγουόκι είχε ήδη μια πλούσια παράδοση εργατικής μαχητικότητας και συνδικαλισμού, που κορυφώθηκε με τη γενική απεργία σε ολόκληρη την πόλη το 1886 για το οκτάωρο, κατά τη διάρκεια της οποίας έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν όταν η πολιτειακή εθνοφρουρά άνοιξε πυρ εναντίον πλήθους απεργών. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκε πάνω από μια δεκαετία υπομονετικής δουλειάς μέσα στις τάξεις και την ηγεσία των συνδικάτων για να εξασφαλιστεί η υποστήριξή τους προς το SDP. Κρίσιμα, η τάση του Μπέργκερ επεδίωξε να μετασχηματίσει τα καθιερωμένα συνδικάτα αντί να εισέλθει σε ανταγωνισμό μαζί τους ιδρύοντας νέα συνδικάτα υπό σοσιαλιστική ηγεσία, όπως ήταν η πρακτική του SLP και, αργότερα, των Wobblies. Η μικρή αλλά αναπτυσσόμενη ομάδα συντρόφων του Μπέργκερ — σχεδόν όλοι εξειδικευμένοι εργάτες — συγκεντρωνόταν στο γραφείο του πριν από τις συνδικαλιστικές συνελεύσεις για να σχεδιάσει τα σημεία συζήτησης και τις παρεμβάσεις της.

Αυτή η έμφαση στην προσέλκυση των συνδικαλιστών στον σοσιαλισμό —και η διαρκής πρόκληση που αυτό συνεπάγεται— αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα που ώθησε τον Μπέργκερ και τους συντρόφους του να δώσουν προτεραιότητα στα άμεσα αιτήματα. Όπως σημειώνει ο διορατικός ιστορικός του SDP, Μάρβιν Γουάκμαν, «Χωρίς την υποστήριξη των συνδικάτων, οι σοσιαλιστές ήταν ηγέτες χωρίς οπαδούς. Κατά συνέπεια, επιδείκνυαν σύνεση στις σχέσεις τους με τα συνδικάτα και τόνιζαν στα προγράμματά τους τα άμεσα ζητήματα που ενδιέφεραν τους εργάτες.»6

Τα χρόνια σκληρής δουλειάς μέσα στα συνδικάτα απέδωσαν καρπούς. Τον Δεκέμβριο του 1899, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο Επαγγελμάτων του Μιλγουόκι εξέλεξε μια εκτελεστική επιτροπή αποτελούμενη εξ ολοκλήρου από σοσιαλιστές, μεταξύ των οποίων και ο Μπέργκερ. Για το επόμενο τέταρτο του αιώνα, η ηγεσία του κόμματος και των συνδικάτων σε ολόκληρη την πολιτεία σχημάτισε ένα «πλέγμα κοινής ηγεσίας» εργατικών σοσιαλιστών που συμμετείχαν και στις δύο οργανώσεις.

Ενώ τα συνδικάτα σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν γενικά να αναπτύξουν μια ανεξάρτητη πολιτική φωνή, ο Μπέργκερ είχε δίκιο όταν περιέγραψε το Ουισκόνσιν ως μια πολιτεία που διαθέτει πλέον «ένα εργατικό κίνημα με δύο σκέλη — ένα εργατικό κίνημα με πολιτικό σκέλος και με οικονομικό σκέλος». Το SDP και τα συνδικάτα φρόντιζαν να μην επιβάλλουν τη θέλησή τους το ένα στο άλλο. Ωστόσο, τα περισσότερα συνδικάτα από τότε και στο εξής υποστήριζαν μόνο σοσιαλιστές υποψηφίους, ενώ η εφημερίδα Social Democratic Herald — ένα εβδομαδιαίο έντυπο που εξέδιδε ο Μπέργκερ από το 1901 και μετά — χρηματοδοτούνταν και υποστηριζόταν επίσημα από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο Επαγγελμάτων του Μιλγουόκι και την Ομοσπονδία Εργαζομένων της Πολιτείας του Ουισκόνσιν.

Ένας ιστορικός των συνδικάτων του Μιλγουόκι επισημαίνει την «κληρονομιά που άφησαν οι σοσιαλιστές στο εργατικό κίνημα»: δημοκρατικές αρχές, υποστήριξη του βιομηχανικού συνδικαλισμού, απουσία διαφθοράς, υποστήριξη της εκπαίδευσης των εργαζομένων και ισχυρή πολιτική δράση.7 Από την πλευρά του, το SDP έθετε σταθερά στο επίκεντρο τα εργατικά ζητήματα, ώθησε όλα τα μέλη του να ενταχθούν σε συνδικάτα, βοήθησε στην οργάνωση απεργιών και μποϊκοτάζ, στήριξε τις προσπάθειες οργάνωσης των μη οργανωμένων εργαζομένων και, όπως θα δούμε παρακάτω, αγωνίστηκε με επιτυχία για τη θέσπιση νομοθεσίας που θα διευκόλυνε τη συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων. Όσον αφορά την υποστήριξη των συνδικάτων, δεν άφησαν καμία δυνατότητα ανεκμετάλλευτη: το 1908, για παράδειγμα, οι σοσιαλιστές δημοτικοί σύμβουλοι αρνήθηκαν να παρελάσουν σε μια παρέλαση για τα εγκαίνια ενός νέου αμφιθεάτρου, επειδή την παρέλαση ηγούνταν ένα μουσικό σύνολο μη συνδικαλισμένων μουσικών.

Το SDP δεν θα μπορούσε να είχε πετύχει πολλά χωρίς τη συνδικαλιστική του βάση. Και ακριβώς επειδή είχαν καταφέρει να μετασχηματίσουν τα καθιερωμένα συνδικάτα της AFL «δουλεύοντας συστηματικά μέσα από αυτά», οι σοσιαλιστές συνδικαλιστικοί ηγέτες του Ουισκόνσιν διεξήγαγαν έναν αμείλικτο πόλεμο σε δύο μέτωπα σε εθνικό επίπεδο: ενάντια στις αυτο-απομονωμένες, επαναστατικές συνδικαλιστικές προσπάθειες των αριστερών σοσιαλιστών και των Wobblies, από τη μία πλευρά, και ενάντια στη στενόμυαλη ηγεσία της AFL του Σάμιουελ Γκόμπερς, από την άλλη. «Η ώρα να πολεμήσουμε τον Γκόμπερς είναι πάντοτε», έγραψε ο Μπέργκερ, «γιατί το αμερικανικό εργατικό κίνημα θα παραμένει αντιδραστικό όσο ο ίδιος ασκεί έστω και την παραμικρή επιρροή».

Η οικοδόμηση του κόμματος

Ακόμη και οι εχθροί του σοσιαλισμού στο Μιλγουόκι αναγκάστηκαν τελικά να αναγνωρίσουν την εξαιρετική και άρτια οργανωμένη πολιτική μηχανή του. Η εφημερίδα Milwaukee Free Press, για παράδειγμα, έγραψε το 1910 ότι «δεν θα υπήρχαν σήμερα τόσο συντριπτικές νίκες των Σοσιαλδημοκρατών στο Μιλγουόκι, αν το κόμμα αυτό δεν διέθετε οργανωτική συνοχή και ενότητα σκοπού χωρίς αντίστοιχο σε κανένα άλλο κόμμα της κομητείας, ή, για την ακρίβεια, ολόκληρης της πολιτείας».

Η κατασκευή αυτού του μηχανισμού χρειάστηκε χρόνια πειραματισμών και βελτιώσεων υπό την καθοδήγηση του Έντμουντ Μελμς, ενός ευγενικού εργάτη εργοστασίου. Ο Γουάκμαν σημειώνει ότι «ο Μελμς επιδιδόταν με ζήλο στην οργάνωση εντός του κόμματος, εβδομάδα με την εβδομάδα. Έδινε έμφαση στις συνεδριάσεις των τοπικών παραρτημάτων, στην καταβολή των συνδρομών, στην εγγραφή συνδρομητών στην εφημερίδα Herald, στην οργάνωση των εκλογικών περιφερειών, στη διοργάνωση εκδρομών, πάρτι κ.λπ.· και η δουλειά του απέδωσε καρπούς. Οι προσπάθειές του να μετατρέψει κάθε μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος στο Μιλγουόκι σε κομματικό στέλεχος, στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία». Αυτή η έμφαση στην οργάνωση, με την ανάδειξη νέων ηγετών της εργατικής τάξης, ήταν καθοριστική για να βοηθήσει τους «σοσιαλιστές των υπονόμων» να αποφύγουν τη διαρκή εναλλαγή μελών και στελεχών που υπονόμευε τόσα άλλα παραρτήματα του SPA.

Από τις οργανωτικές καινοτομίες του Μελμς, δύο ξεχωρίζουν. Η πρώτη ήταν η περίφημη «ομάδα διανομής». Κατά τις προεκλογικές περιόδους, κάθε Κυριακή πρωί, πεντακόσια έως χίλια μέλη του κόμματος παραλάμβαναν στις 6 π.μ. την τετρασέλιδη προεκλογική εφημερίδα του SDP και, ως τις 9 π.μ., την είχαν μοιράσει σε κάθε σπίτι και διαμέρισμα της πόλης. «Ό,τι έβλεπαν οι κάτοικοι του Μιλγουόκι όταν άνοιγαν την πόρτα τους για να πάρουν το γάλα ή την κυριακάτικη εφημερίδα, επί έξι εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ήταν η Φωνή του Λαού», καυχιόταν ένα μέλος του SDP το 1911. Κανένα άλλο κόμμα δεν επιχείρησε κάτι τόσο φιλόδοξο, επειδή δεν διέθετε αρκετούς εθελοντές — ούτε μόνο για τη διανομή, αλλά ούτε και για να εξακριβώνει ποια γλώσσα μιλούσε κάθε νοικοκυριό. Τα μέλη του SDP περιόδευαν προκαταβολικά στις γειτονιές τους, ώστε να γνωρίζουν αν κάθε σπίτι έπρεπε να λάβει υλικό στα γερμανικά, στα αγγλικά ή στα πολωνικά.

Η δεύτερη καινοτομία του Μελμς ήταν η διοργάνωση ενός σοσιαλιστικού καρναβαλιού κάθε χειμώνα. Επρόκειτο για μαζικές εκδηλώσεις με πάνω από δέκα χιλιάδες συμμετέχοντες, που προσέλκυαν (και συγκέντρωναν χρήματα από) μέλη της κοινότητας πολύ πέρα από τα όρια του SDP. Εκτός από αυτά τα ετήσια καρναβάλια, το κόμμα διοργάνωνε κάθε είδους κοινωνικές εκδηλώσεις που βοήθησαν στην ανάπτυξη και τη συνοχή του κινήματος. Αυτές περιλάμβαναν πικνίκ, παρελάσεις, τουρνουά χαρτοπαιξίας, χορούς, πάρτι, συναυλίες, αγώνες μπέιζμπολ και μπάσκετ, θεατρικές παραστάσεις και βαριετέ. Ο δήμαρχος Ζάιντελ θυμόταν με νοσταλγία ότι στις σοσιαλιστικές παρελάσεις τους «όλοι όσοι είχαν κόρνα έπαιζαν». Όπως το έθεσε ένας παρατηρητής,

Σε τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις τα μέλη [του κόμματος] μπορούσαν να προσφέρουν στις οικογένειές τους, είτε αυτές ήταν ευνοϊκά είτε δυσμενώς διακείμενες προς το κίνημα, τις ανέσεις μιας κανονικής κοινωνικής ζωής, ίσως ως αντιστάθμισμα για την παραμέληση που επιβαλλόταν από την αφοσίωσή τους σε πιο σοβαρές κομματικές δραστηριότητες. Σε τέτοιες εκδηλώσεις μπορούσαν να προσκληθούν συμπαθούντες και φίλοι, για να έρθουν σε επαφή με τις απολαύσεις και τη συντροφικότητα, καθώς και με την προπαγάνδα που ήταν τυπωμένη στο πρόγραμμα και ενσωματωμένη στις εισαγωγικές ομιλίες των ηγετών και των υποψηφίων του κόμματος.

Αν και ο αστικός Τύπος κατήγγελλε συνεχώς τον «κομματάρχη Μπέργκερ», το κόμμα του Μιλγουόκι συνδύαζε την ιεραρχική πειθαρχία ενός πολιτικού μηχανισμού με βαθιά δημοκρατικές πρακτικές. Μια κεντρική επιτροπή αποτελούμενη από εκλεγμένα μέλη των τοπικών οργανώσεων συζητούσε και αποφάσιζε για όλα τα σημαντικά ζητήματα. Οι αποφάσεις της ήταν δεσμευτικές για όλα τα μέλη και τις κομματικές οργανώσεις, αν και μπορούσαν να ανατραπούν μέσω δημοψηφισμάτων των μελών. Οι υποψήφιοι του SDP για δημόσια αξιώματα επιλέγονταν επίσης πάντα μέσω δημοψηφισμάτων των μελών, όπως ίσχυε και στο SPA από το 1916 και μετά. Αν και η οικοδόμηση ενός σοσιαλιστικού πολιτικού μηχανισμού ήταν μια σχετικά αυτόνομη διαδικασία συνεχών δοκιμών και αναθεωρήσεων, η οργανωτική ικανότητα του κόμματος δεν μπορεί να διαχωριστεί από την πολιτική του ιδεολογία. Για παράδειγμα, μία από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ του SDP και των περισσότερων άλλων τοπικών οργανώσεων του SPA σε εθνικό επίπεδο ήταν η απουσία σημαντικών διαμαχών μεταξύ φατριών στο Ουισκόνσιν. Ενώ ο φραξιονισμός συχνά δυσχέραινε την προσέλκυση ή τη διατήρηση εργαζομένων σε άλλες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών, η συνοχή του SDP του Ουισκόνσιν αντανακλούσε την έντονη εστίαση των μελών στην εξωστρεφή δράση, καθώς και την αυτοπεποίθηση (και τις ευθύνες) που απορρέουν από τις συνεχείς εκλογικές νίκες του κόμματος και την ηγεσία του στα συνδικάτα. Όπως σημείωσε ο Μπέργκερ, «ο δογματισμός και η δογματική ακαμψία οδηγούν σε διασπάσεις και στη δημιουργία πολιτικών αιρέσεων. Αλλά όταν οι άνθρωποι είναι συνεχώς απορροφημένοι στο να κάνουν πράγματα και να προετοιμάζονται για ακόμα μεγαλύτερα πράγματα, οι μικροπρεπείς ζήλιες και οι μικρές αιτίες διαμάχης και διχόνοιας εξαφανίζονται». Ο Μπέργκερ θεωρούσε επίσης ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους το κίνημα του Ουισκόνσιν διατηρούσε τόσο υψηλό βαθμό ενότητας και αποφασιστικότητας ήταν ότι είχε ελάχιστα μέλη της μεσαίας τάξης, με τις τάσεις τους προς υπερβολικά θεωρητικές συζητήσεις.

Και ενώ η πελατειακή πολιτική και η διαφθορά λάδωναν τα γρανάζια άλλων κομματικών μηχανισμών, οι σοσιαλιστές έπρεπε να βασίζονται στην ανιδιοτέλεια που πηγάζει από την πολιτική δέσμευση. Αν και οι περισσότεροι που ψήφισαν το SDP ενδιαφέρονταν κυρίως για την επίτευξη άμεσων αλλαγών, άλλα κίνητρα στήριζαν την απόφαση τόσων πολλών ανδρών, γυναικών και εφήβων της εργατικής τάξης να αναλάβουν άχαρα καθήκοντα, όπως το να ξυπνούν στις 5:30 π.μ. τα κρύα πρωινά της Κυριακής για να μοιράσουν σοσιαλιστικό έντυπο υλικό. Τα συναισθήματα συντροφικότητας και αλληλεγγύης, ενισχυμένα από τις προτροπές των ηγετών των τοπικών οργανώσεων, αποτελούσαν ένα μεγάλο κίνητρο. Αλλά το ίδιο ίσχυε και για τον εμπνευσμένο στόχο του κόμματος για ένα σοσιαλιστικό μέλλον απαλλαγμένο από τις αμέτρητες ταπεινώσεις του καπιταλισμού. Όπως τόσοι πολλοί από τους συντρόφους του, ο Μπέργκερ το πίστευε όταν έγραψε ότι «ο αγώνας για τον νέο κόσμο» είναι η «υψηλή αποστολή αυτής της γενιάς και πιθανώς και της επόμενης». Αυτό που κράτησε τόσα πολλά μέλη παρακινημένα να προσφέρουν εθελοντικά τον χρόνο τους ήταν η αίσθηση ότι ακόμη και φαινομενικά μικρές εργασίες και εκστρατείες αποτελούσαν μέρος κάτι πολύ μεγαλύτερου. Οι απεικονίσεις των «σοσιαλιστών των υπονόμων» ως καθαρά ρεαλιστών μεταρρυθμιστών παραβλέπουν αυτόν τον θεμελιώδη πυρήνα του κινήματος.

Όπως και οι εκκλησίες στα καλύτερά τους, το SDP πρόσφερε στους εργαζόμενους μια συναρπαστική κοινότητα και ένα ισχυρό αίσθημα σκοπού και νοήματος. Ως εκ τούτου, ο ιστορικός και πρώην μέλος του κινήματος Έλμερ Μπεκ έχει δίκιο όταν αναφέρει ότι «τα όνειρα, τα οράματα και οι προφητείες των σοσιαλιστών [του Μιλγουόκι]… αποτέλεσαν έναν εξαιρετικά ζωτικό παράγοντα στην άνοδο του σοσιαλιστικού κύματος».8

Μήνυμα και αιτήματα

Με στόχο να κερδίσει την πλειοψηφία των κατοίκων του Μιλγουόκι και του Ουισκόνσιν για τον σοσιαλισμό, το SDP ήταν αφοσιωμένο στη διάδοση του μηνύματός του. Μεταξύ 1893 και 1939, το κόμμα εξέδωσε δώδεκα εβδομαδιαίες εφημερίδες, δύο ημερήσιες εφημερίδες και ένα μηνιαίο περιοδικό, καθώς και αμέτρητα φυλλάδια και διαφημιστικά έντυπα — μόνο κατά την προεκλογική εκστρατεία του 1912 εξέδωσε πάνω από εξακόσιες χιλιάδες έντυπα. Και όταν προέκυπταν νέες ευκαιρίες στα μέσα ενημέρωσης, τις εκμεταλλεύονταν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κάτοικοι του Μιλγουόκι μπορούσαν να ακούνε κάθε Κυριακή το μεσημέρι την εκπομπή Socialist Quarter Hour, την οποία παρουσίαζε ένας φλύαρος σοσιαλιστής υδραυλικός, ο Άντονι Κινγκ.

Η ταξική συνείδηση ήταν το κεντρικό πολιτικό σημείο που τονιζόταν σε όλες τις κινητοποιήσεις και τις εκδόσεις του κόμματος. Αυτό οδήγησε τον Ντέιβιντ Ρόουζ — τον διεφθαρμένο δημοκρατικό δήμαρχο του Μιλγουόκι από το 1898 έως το 1906 και ξανά από το 1908 έως το 1910 — να παραπονεθεί ότι το SDP «δεν σταματούσε να φλυαρεί για τα δικαιώματα των εργαζομένων, απευθυνόμενο πάντα στον καταπιεσμένο εργάτη».9 Ο Ρόουζ δεν είχε άδικο: σχεδόν τα πάντα παρουσιάζονταν ως αγώνας των εργατών ενάντια στους καπιταλιστές.

Συνδεδεμένη με αυτή την ταξική ανάλυση ήταν η αδιάκοπη εστίαση στις υλικές ανάγκες των εργαζομένων. Για παράδειγμα, ένα από τα φυλλάδια του SDP με τη μεγαλύτερη απήχηση το 1910 απευθυνόταν στις γυναίκες της εργατικής τάξης: «Κυρία μου — πώς θα πληρώσετε τους λογαριασμούς σας;» Το πρόγραμμα του κόμματος του 1898 περιελάμβανε αιτήματα σχετικά με τη μείωση των τιμών του νερού για τους καταναλωτές, την παροχή εργασίας στους ανέργους, την επέκταση της δωρεάν ιατρικής περίθαλψης και τη φορολόγηση των μεγάλων εταιρειών για τη χρηματοδότηση των υπηρεσιών. Όταν ο Όσκαρ Αμερίνγκερ — ο δυναμικός γερμανοαμερικανός ηγέτης του σοσιαλισμού στην Οκλαχόμα — έγραψε για τα διδάγματα που θα μπορούσε να αντλήσει η πολιτεία του από το Μιλγουόκι, ένα από τα βασικά σημεία που επισήμανε ήταν ότι το SDP πάντα «έθετε τα βιοποριστικά ζητήματα στο προσκήνιο».

Ένας από τους αναπόφευκτους περιορισμούς κάθε μέτριας απαίτησης ήταν ότι οι οπορτουνιστές πολιτικοί από άλλα κόμματα μπορούσαν —και κατά καιρούς το έκαναν— να προσπαθήσουν να οικειοποιηθούν τις ιδέες των σοσιαλιστών, προσθέτοντας παρόμοια σημεία στο πρόγραμμά τους. Ένας σοσιαλιστής αστειεύτηκε ότι οι Ρεπουμπλικάνοι της πολιτείας «είχαν κλέψει όλη την ξυλεία και τα δασικά εδάφη της πολιτείας και τώρα έχουν καταφύγει σε μικροκλοπές και κλέβουν σημεία του προγράμματος» από το πρόγραμμα των Σοσιαλδημοκρατών». Αν και αυτή η ευκαιριακή υιοθέτηση πολιτικών μερικές φορές δυσχέραινε το SDP να διαφοροποιηθεί από τους αντιπάλους του, τελικά αποδείχθηκε μηχανισμός προώθησης πολιτικών — και οι σοσιαλιστές δεν δίσταζαν να υπενθυμίζουν στο κοινό ποιος είχε αρχικά διατυπώσει αυτές τις ιδέες.

Το SDP διακρίθηκε επίσης για την προώθηση μεθόδων ταξικής πάλης με στόχο την ικανοποίηση των αιτημάτων του και για την ανοιχτή υποστήριξη του τερματισμού του καπιταλισμού. Το 1902, ο Μπέργκερ επέκρινε τον νέο Προοδευτικό Ρεπουμπλικανό κυβερνήτη Ρόμπερτ Μ. Λα Φολέτ, χαρακτηρίζοντάς τον απλώς ως «ημιτελή μεταρρυθμιστή». Επιπλέον, το SDP πρότεινε μια σειρά ευρύτερων ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων που τα άλλα κόμματα δεν θα τολμούσαν να αγγίξουν, όπως ο εκδημοκρατισμός του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ σε εθνικό επίπεδο. Επειδή το πολιτικό σύστημα της Αμερικής είχε τόσα πολλά σημεία βέτο για τις μειοψηφίες, ο Μπέργκερ υποστήριξε την κατάργηση της Γερουσίας, τον τερματισμό των εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της νομοθεσίας, την παροχή της δυνατότητας στο Κογκρέσο να συγκαλέσει συνταγματική συνέλευση και την κατάργηση του μόνιμου στρατού μέσω του οπλισμού του λαού. Και ενώ οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικανοί έτειναν, το πολύ, να λένε ότι θα ρύθμιζαν τις βιομηχανίες, οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» του Ουισκόνσιν πάλεψαν για τη δημόσια ιδιοκτησία των πόρων, των βιομηχανιών και των υπηρεσιών.

Η διαφθορά ήταν ένα άλλο σημαντικό σημείο διαφοροποίησης. Το Μιλγουόκι, όπως και άλλες αμερικανικές πόλεις της αλλαγής του αιώνα, ήταν βαθιά βυθισμένο στη διαφθορά. Το ένα σκάνδαλο μετά το άλλο μείωσε την εμπιστοσύνη του κοινού στους τοπικούς Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς πολιτικούς. Οι σοσιαλιστές δεν είχαν μολυνθεί από αυτή τη διαφθορά και διατύπωσαν ένα σαφές όραμα για το πώς να την τερματίσουν. Όπως το έθεσε το κόμμα το 1902:

Η κύρια αιτία της διαφθοράς στις δημοτικές υποθέσεις έγκειται συνήθως στο γεγονός ότι μερικοί δημοτικοί σύμβουλοι ή αξιωματούχοι έχουν την εξουσία να παραχωρούν ή να πωλούν δικαιώματα εκμετάλλευσης σε κεφαλαιούχους, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν εκατομμύρια. Ο πειρασμός που δημιουργείται έτσι για τους δημόσιους λειτουργούς μας, να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν ένα μερίδιο από τα εκατομμύρια που διανέμονται, είναι πολύ ισχυρός για να του αντισταθεί ο μέσος άνθρωπος. Αν ο δήμος διαχειριζόταν ο ίδιος τις δημόσιες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, το κίνητρο και η ευκαιρία για δωροδοκία θα εξαφανίζονταν.

Η εξέλιξη της εκλογικής στρατηγικής

Παρότι το SDP έδινε εξαρχής μεγαλύτερη βαρύτητα στα άμεσα αιτήματα από ό,τι οι ακροαριστεροί αντίπαλοί του, από τις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις του 1898 έως τη μεγάλη επιτυχία του 1910 μετέβαλε σταδιακά την εκλογική του στόχευση. Στην αρχή, όταν συγκέντρωνε κυρίως πολύ χαμηλά ποσοστά, δεν έδινε ιδιαίτερη έμφαση στην εκλογική νίκη: θεωρούσε ότι είχε προοδεύσει εφόσον κέρδιζε περισσότερους εργάτες στην υπόθεση του σοσιαλισμού και περισσότερες ψήφους από ό,τι στην προηγούμενη αναμέτρηση.

Αυτή η προσέγγιση άλλαξε εν μέρει αφού το SDP διαπίστωσε από πρώτο χέρι ότι η κατάκτηση πολιτικών αξιωμάτων μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση στο μήνυμά του, στη συμμετοχή των μελών του και στη νομιμοποίησή του. Οι πρώτες εκλογικές του νίκες σημειώθηκαν το 1904, όταν εξέλεξε εννέα δημοτικούς συμβούλους στο δημοτικό συμβούλιο του Μιλγουόκι και έξι μέλη στη νομοθετική συνέλευση της πολιτείας. Αν και οι εκλεγμένοι του SDP αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία, αξιοποίησαν στο έπακρο τη νέα τους επιρροή — για παράδειγμα, εισάγοντας τον πρώτο νόμο της πολιτείας για την αποζημίωση των εργαζομένων. Αυτός ο αγώνας έκανε πιο εύκολο να δείξουν στους εργαζόμενους ποιος ήταν πραγματικά στο πλευρό τους, παρόλο που το νομοσχέδιο των σοσιαλιστών απορριπτόταν κάθε χρόνο μέχρι που τελικά ψηφίστηκε το 1911, καθιστώντας τον πρώτο νόμο αυτού του είδους στην Αμερική.

Το SDP άρχισε σταδιακά να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο να αγωνίζεται με στόχο τη νίκη. Ο Μπέργκερ εξήγησε ότι οι σοσιαλιστικές πεποιθήσεις του κόμματος θα παρέμεναν αμετάβλητες «ανεξάρτητα από το αν κερδίσουμε τις εκλογές ή αν τις χάσουμε. Ωστόσο… προτιμώ να αγωνίζομαι και να κερδίζω». Τα άμεσα αιτήματα έγιναν επίσης όλο και πιο συγκεκριμένα — για παράδειγμα, το πρόγραμμά του για το 1910 περιελάμβανε αιτήματα για «υδραυλικά και αποχετευτικά δίκτυα σε όλες τις κατοικίες από τον δήμο με καλυμμένο το κόστος» και να σταματήσει ο δήμος να ρίχνει λύματα στη λίμνη Μίσιγκαν. Δεδομένου ότι ο νόμος της πολιτείας του Ουισκόνσιν εμπόδιζε τους δήμους να δημοτικοποιήσουν τις γραμμές τραμ και άλλες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, το SDP επέλεξε να προσαρμόσει την προηγούμενη καθολική αντίθεσή του στη χορήγηση οποιωνδήποτε δημοτικών παραχωρήσεων σε ιδιωτικές εταιρείες κοινής ωφέλειας. Αντ’ αυτού, απαιτούσε πλέον να γίνονται δεκτές οι παραχωρήσεις μόνο αν οι εταιρείες συμφωνούσαν σε μια σειρά από όρους υπέρ των εργαζομένων και των καταναλωτών. Ταυτόχρονα, οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» ενέτειναν τον αγώνα τους για να δοθεί στις πόλεις ενισχυμένη «αυτοδιοίκηση», ώστε το Μιλγουόκι να μπορέσει να δημοτικοποιήσει τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

Αν και το SDP συνέχισε να προπαγανδίζει τον σοσιαλισμό και να προτείνει φιλόδοξες, αλλά όχι ακόμη εφικτές μεταρρυθμίσεις, τα άμεσα αιτήματα κατέλαβαν μια όλο και πιο κεντρική θέση στις προεκλογικές εκστρατείες. Και με την ελπίδα να προσεγγίσει ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού, το κόμμα άρχισε να διατυπώνει με μεγαλύτερη συνέπεια τόσο τους βραχυπρόθεσμους όσο και τους μακροπρόθεσμους στόχους του με τον πιο προσιτό και μη απειλητικό τρόπο.

Για πρώτη φορά, η εκστρατεία του SDP για τις δημαρχιακές εκλογές του 1910 επικεντρώθηκε όχι μόνο στις αρχές και τα αιτήματα του κόμματος, αλλά και στο επιχείρημα ότι ο Ζάιντελ — ο οποίος είχε αποδείξει την αξία του στην πόλη ως δημοτικός σύμβουλος από το 1904 — ήταν «ο πιο ικανός άνθρωπος για τη θέση και ότι οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί θα έπρεπε να τον ψηφίσουν με βάση αυτό». Ομοίως, εν μέρει χάρη στα πρακτικά επιτεύγματά του στην καταπολέμηση των ιδιωτικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ως εισαγγελέας, ο Ντάνιελ Χοάν, πρώην λαντζιέρης και χασάπης, εξελέγη δήμαρχος το 1916. Από το 1910 και μετά, οι εκλογικές εκστρατείες του SDP τόνιζαν σταθερά τα συγκεκριμένα επιτεύγματα που είχαν προσφέρει στην πόλη. Με στόχο τη νίκη στις εκλογές σε επίπεδο πολιτείας και στο Κογκρέσο στο Ουισκόνσιν, ο Μπέργκερ αγωνίστηκε επίσης για να ενσωματώσει στο πρόγραμμα του SPA ένα σημείο για τους αγρότες. Η προσπάθειά του, το 1899, να πείσει το SPA να εντάξει ένα τέτοιο σημείο στο πρόγραμμά του απορρίφθηκε κατηγορηματικά, καθώς άλλες τάσεις — ιδίως η αριστερά του κόμματος — θεωρούσαν ορθόδοξη μαρξιστική αρχή την αποφυγή κάθε μέτρου που θα θόλωνε τα ταξικά όρια. Το 1908 ο Μπέργκερ ανανέωσε την ανορθόδοξη προσπάθειά του. Και το 1912 το κόμμα υιοθέτησε τελικά ένα πρόγραμμα για τους αγρότες. Στο Ουισκόνσιν, το κόμμα κατέβαλε σοβαρές προσπάθειες να επεκταθεί στις αγροτικές περιοχές — μεταξύ άλλων προσλαμβάνοντας τον Αμερίνγκερ, έναν εξαιρετικό οργανωτή, για να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας προσέγγισης. Παρ’ όλα αυτά, το SDP παρέμεινε κατά κύριο λόγο ένα αστικό κόμμα.

Πολύ πιο επιτυχημένες, τελικά, ήταν οι προσπάθειες προσέγγισης του SDP προς τους Πολωνούς εργάτες, το μόνο τμήμα της εργατικής τάξης του Μιλγουόκι που παρέμενε ανοργάνωτο. Επηρεασμένοι από τους ιερείς τους και περιφρονημένοι από ορισμένους Γερμανούς συνδικαλιστές λόγω της συχνής χρήσης τους ως απεργοσπαστών, οι Πολωνοί εργάτες φαίνονταν, για χρόνια, προορισμένοι να παραμείνουν εκτός του κινήματος. Αλλά από το 1905, τα συνδικάτα και το κόμμα άρχισαν να οργανώνουν τους ανειδίκευτους Πολωνούς εργάτες. Και οι σοσιαλιστές στο σχολικό συμβούλιο διεξήγαγαν μια δημόσια μάχη για να επιτρέψουν μαθήματα πολωνικής γλώσσας στα σχολεία. Το 1909 το SDP άρχισε να εκδίδει μια εφημερίδα στην πολωνική γλώσσα, και μια νέα γενιά Πολωνών σοσιαλιστών πήρε την πρωτοβουλία να πείσει τους μεγαλύτερους να ψηφίσουν τους σοσιαλιστές.

Τελικά, ήταν τα τεράστια κέρδη του κόμματος μεταξύ των Πολωνών εργατών, και όχι η απήχησή του στα στρώματα της μεσαίας τάξης, που του επέτρεψαν να σαρώσει τις δημοτικές εκλογές του Μιλγουόκι το 1910 και να εκλέξει τον Μπέργκερ στο Κογκρέσο την ίδια χρονιά. Όπως σημειώνει μια μελέτη, «οι Σοσιαλιστές εξαρτώνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από την εργατική τάξη, τόσο τους ειδικευμένους όσο και τους ανειδίκευτους, για την εκλογική τους επιτυχία.»10 Οι μόνες εκλογικές περιφέρειες που τους στράφηκαν εναντίον ήταν οι πλουσιότερες και οι φτωχότερες. Ο γραμματέας του δημάρχου σημείωσε ότι «ποτέ δεν κερδίσαμε καμία πλούσια περιφέρεια, ούτε εκλέξαμε κανέναν στην παραγκούπολη της πόλης.»

Το «κύμα των Σοσιαλδημοκρατών» του Μιλγουόκι το 1910, όπως το περιέγραψε η New York Times, ενθουσίασε τους εργάτες και τους σοσιαλιστές σε ολόκληρη τη χώρα, ενέπνευσε πολυάριθμες προσπάθειες μίμησης των σοσιαλιστικών εκλογικών επιτευγμάτων και συνέβαλε στη μεγάλη αύξηση των μελών του SPA από περίπου 58.000 το 1910 σε περίπου 113.000 το 1912.

Οπορτουνισμός;

Δεν ήταν όλοι οι σοσιαλιστές ικανοποιημένοι με την άνοδο του «σοσιαλισμού των υπονόμων». Με τίτλο «Θανατική καταδίκη του ψευδεπίγραφου εργατισμού», η εφημερίδα των Wobblies ανέφερε το 1911 ότι ο Μπέργκερ και οι σύντροφοί του ήταν «ψευδοσοσιαλιστές» που ενδιαφέρονταν μόνο για την «ασφαλή εδραίωση του πολιτικού τους κύρους». Και στο όργανο του SLP, ο παλιός εχθρός του Μπέργκερ, ο Ντε Λεόν, επέμενε ότι ο λεγόμενος σοσιαλισμός του Μιλγουόκι ήταν στην πραγματικότητα «η ίδια παλιά αστική ρητορική των μεταρρυθμίσεων, ντυμένη με τα στολίδια του σοσιαλισμού».

Αξίζει να λάβουμε σοβαρά υπόψη τις κριτικές τους, ειδικά δεδομένου ότι τόσοι πολλοί σοσιαλιστές σε όλο τον κόσμο κατέληξαν να εγκαταλείψουν τη δέσμευσή τους στην ταξική πάλη και τη σοσιαλιστική επανάσταση στο όνομα της εκλογικής επιτυχίας. Είχαν απορροφηθεί οι σοσιαλιστές του Μιλγουόκι από το σύστημα; Ή είχε δίκιο ο Μπέργκερ όταν υποστήριζε ότι οι διαφορές με τους ριζοσπαστικούς επικριτές τους αφορούσαν τακτικές και όχι αρχές;

Τα στοιχεία, συνολικά, δικαιώνουν τη θέση του Μπέργκερ. Δεδομένου ότι όλοι κατανοούσαν ότι θα ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί μια απομονωμένη νησίδα δημοτικού σοσιαλισμού μέσα σε μια θάλασσα καπιταλισμού, οι συζητήσεις σχετικά με τη διαμάχη μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης δεν είχαν καμία άμεση πρακτική σημασία. Σε τοπικό επίπεδο, σε μια μη επαναστατική περίοδο, ποιο θα ήταν το πολιτικό όφελος από το να επικεντρωθεί η προεκλογική εκστρατεία του SDP σε εκκλήσεις για επανάσταση αντί για άμεσα αιτήματα; Οι αριστεροί κριτικοί θεωρούσαν ότι αυτό ήταν απαραίτητο για να προσανατολίσουν τους εργάτες προς την ιστορική τους αποστολή, την εξάλειψη του καπιταλισμού. Αλλά ακόμη και από αυτό το μονόπλευρο κριτήριο αξιολόγησης των σοσιαλιστικών τακτικών, δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία που να δείχνουν ότι μια υποτιθέμενη πιο επαναστατική προσέγγιση ήταν πιο αποτελεσματική στο να κερδίσει τους εργάτες για τον τελικό στόχο του σοσιαλισμού.

Παρόλο που τα εκλογικά προγράμματα του SDP επικεντρώνονταν σε άμεσα αιτήματα, το κόμμα παρέμενε σταθερά προσανατολισμένο στο να προωθεί ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις και να κερδίζει υποστηρικτές για τις μαρξιστικές ιδέες. Οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» του Μιλγουόκι πίστευαν ότι η συμμετοχή για τη νίκη στις εκλογικές αναμετρήσεις — και ο σοβαρός αγώνας για την ψήφιση πολιτικών αλλαγών μόλις αναλάβουν την εξουσία — καθιστούσε δυνατή την προσέλκυση μεγαλύτερου, και όχι μικρότερου, αριθμού εργατών στον επιστημονικό σοσιαλισμό. Και τα συγκριτικά στοιχεία σχετικά με τη συμμετοχή στο κόμμα επιβεβαιώνουν αυτή την υπόθεση.

Όχι μόνο το SLP του Ντε Λεόν παρέμεινε περιθωριακό στο Μιλγουόκι και πέρα από αυτό, αλλά η αριστερά του SPA προσέλκυσε λιγότερους εργάτες στον σοσιαλισμό από τους σχετικά μετριοπαθείς αντιπάλους της. Καμία μεγάλη πόλη της χώρας δεν είχε ούτε κατά διάνοια την αναλογία περίπου ενός προς εκατό σοσιαλιστών ανά κάτοικο που είχε ήδη φτάσει το Μιλγουόκι το 1912. Το τοπικό τμήμα του Κλίβελαντ, προπύργιο της άκρας αριστεράς του SPA από το 1912 και μετά, είχε μόνο έναν σοσιαλιστή για κάθε πεντακόσιους κατοίκους στα μέσα του 1917. Οι συγκρίσεις εντός των πόλεων επιβεβαιώνουν το ίδιο μοτίβο: στη Νέα Υόρκη, μόνο η δεξιά πτέρυγα του SPA αποδείχθηκε ικανή να οικοδομήσει σταθερή βάση στην εργατική τάξη. Πράγματι, ο ρεαλιστικός μαρξισμός και η μαζική συνδικαλιστική βάση του σοσιαλισμού των Εβραίων μεταναστών πλησίαζαν πολύ το μοντέλο του Μιλγουόκι.11

Το γεγονός ότι η τάση του Μπέργκερ βρισκόταν στη δεξιά πτέρυγα του αμερικανικού σοσιαλισμού λέει περισσότερα για το SPA παρά για το παράρτημά του στο Ουισκόνσιν. Ο Βρετανός ιστορικός Χένρι Πέλινγκ επισημαίνει ότι το χαρακτηριστικό που διέκρινε το SPA σε σύγκριση με τα σοσιαλιστικά κόμματα του εξωτερικού ήταν ότι ήταν «ως επί το πλείστον πιο δογματικά μαρξιστικό, και όμως λιγότερο στενά συνδεδεμένο με τη γενική υποστήριξη της εργατικής τάξης».12

Η δυσκολία του σοσιαλισμού να ριζώσει στην Αμερική δεν ήταν ούτε εφήμερη ούτε τυχαία. Αντίθετα, ήταν προϊόν βαθιών δομικών παραγόντων, όπως η απουσία φεουδαρχικής κληρονομιάς στην Αμερική, η έγκαιρη χορήγηση καθολικού εκλογικού δικαιώματος στους λευκούς άνδρες, η κληρονομιά της δουλείας και της λευκής υπεροχής, οι διαδεδομένες εθνοτικές-θρησκευτικές διαιρέσεις, η εξαιρετικά έντονη αντίθεση των εργοδοτών στον συνδικαλισμό και ένα ιδιαιτέρως απαιτητικό κομματικό σύστημα. Αυτή η κληρονομιά όχι μόνο δυσχέραινε την εξάπλωση των τρίτων κομμάτων πέρα από το τοπικό επίπεδο, αλλά έκανε την κοινή γνώμη σχετικά μετριοπαθή και ρεαλιστική σε σύγκριση με μια χώρα όπως η αυτοκρατορική Γερμανία ή η τσαρική Ρωσία. Και δεδομένου ότι οι σοσιαλιστές των ΗΠΑ είχαν σχετικά λίγες ευκαιρίες να βιώσουν τη μετριάζουσα επιρροή της διαρκούς ηγεσίας των συνδικάτων ή των εκλεγμένων αξιωμάτων — τα οποία και τα δύο επιβάλλουν ρεαλιστικές εκτιμήσεις της λαϊκής συνείδησης — ο αμερικανικός σοσιαλισμός έγινε εξαιρετικά επιρρεπής σε περαιτέρω περιθωριοποίηση του πολιτικού σεκταρισμού.13

Το SDP στο Μιλγουόκι συνειδητοποίησε νωρίτερα και πιο σθεναρά από τους περισσότερους συντρόφους του σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι η ανάπτυξη του σοσιαλισμού στην Αμερική εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό από την επίτευξη απτών βελτιώσεων μέσω της ηγεσίας μαζικών συνδικάτων και της διεξαγωγής εκλογικών εκστρατειών με πιθανότητες νίκης. Αυτό απαιτούσε από τους ριζοσπάστες να αγωνιστούν για άμεσα αιτήματα και να διεξάγουν εκστρατείες που να βρίσκουν απήχηση στους περισσότερους εργαζομένους όπως ήταν, και όχι όπως οι σοσιαλιστές θα ήθελαν να είναι στο μέλλον.

Με λίγα λόγια, οι ολοένα και πιο μετριοπαθείς τακτικές των σοσιαλιστών του Μιλγουόκι επιβλήθηκαν περισσότερο από τις περιστάσεις παρά από την ιδεολογία. Μια διορατική μελέτη του 1911 για τον αμερικανικό σοσιαλισμό από το Πανεπιστήμιο του Σικάγου σημείωσε ότι «φαίνεται να υπάρχει ένας σαφής νόμος για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού που ισχύει τόσο για το άτομο όσο και για την ομάδα. Ο νόμος αυτός είναι ο εξής: ο δογματισμός και η ακραία στάση του σοσιαλισμού, υπό τις ίδιες συνθήκες, ποικίλλουν αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία και την ευθύνη του».14

Ήταν ένα δύσκολο έργο, που απαιτούσε συνεχή ρίσκα και προσαρμογές, να προσελκύσει τις μάζες των εργαζομένων στον σοσιαλισμό χωρίς να αποκοπεί από αυτές προχωρώντας πολύ πιο γρήγορα. «Ποτέ μην κλίνετε προς τα δεξιά ή πολύ προς τα αριστερά», συμβούλεψε ο Χοάν, δήμαρχος του κόμματος από το 1916 έως το 1940. Αλλά η μετουσίωση αυτής της αρχής σε πρακτική πολιτική ήταν ευκολότερη στα λόγια παρά στην πράξη. Δεδομένου ότι η βάση του κόμματος είχε διαφορετικές πολιτικές απόψεις και κίνητρα από το ευρύτερο κοινό, συχνά απαιτούνταν διαφορετικά πολιτικά μηνύματα για διαφορετικά ακροατήρια. Και αυτό το δίλημμα έγινε ακόμη πιο έντονο όταν το κόμμα έπρεπε να κυβερνήσει.

Η επιτυχής διακυβέρνηση του Μιλγουόκι

Κάθε ισορροπημένη αποτίμηση των σοσιαλιστικών διοικήσεων του Μιλγουόκι οφείλει να τοποθετεί τις επιτυχίες και τους περιορισμούς τους στο πλαίσιο των σχετικά δυσμενών πολιτικών συνθηκών μέσα στις οποίες αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν. Το SDP σχεδόν ποτέ δεν διέθετε πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο, γεγονός που εμπόδιζε την ψήφιση πολλών προτάσεών του. Επιπλέον, μέχρι το 1924 το Μιλγουόκι δεν διέθετε δημοτική αυτονομία («home rule») — το δικαίωμα μιας πόλης να θεσπίζει ευρύ φάσμα πολιτικών χωρίς την έγκριση της πολιτειακής κυβέρνησης — κι έτσι μεγάλο μέρος του προγράμματος του κόμματος ήταν αρχικά νομικά ανεφάρμοστο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, τέλος, η κοινή γνώμη είχε σε μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από τις φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις.

Όπως ήταν αναμενόμενο, το πολιτικό κατεστημένο και οι αστικές εφημερίδες κατέφυγαν σε κάθε είδους ίντριγκες για να υπονομεύσουν και να περιορίσουν τις σοσιαλιστικές διοικήσεις. Μερικές από αυτές πήραν τη μορφή έντονης κινδυνολογίας. Εκτός από το ατέλειωτο ρεφρέν ότι οι σοσιαλιστικές πολιτικές θα κατέστρεφαν την πόλη αναγκάζοντας τις επιχειρήσεις να φύγουν, ο κύριος αντίπαλος του SDP για τη δημαρχία κατά τις εκλογές του 1918, εν καιρώ πολέμου, υπαινίχθηκε ότι αν νικούσαν οι σοσιαλιστές, τότε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αντιδρούσε επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στην πόλη.

Η τακτική της παρεμπόδισης βρήκε επίσης εφαρμογή στη νομοθεσία. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ήταν τόσο δύσκολο να συγκροτηθεί πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο ήταν ότι, αντιμέτωπη με την αυξανόμενη σοσιαλιστική απειλή, η πολιτεία του Ουισκόνσιν επέβαλε το 1908 έναν νέο νόμο που απαιτούσε οι δημοτικοί σύμβουλοι να εκλέγονται σε μη κομματική βάση — υπονομεύοντας έτσι την ομαδική ψήφο υπέρ του SDP — και με ενιαία ψηφοφορία σε ολόκληρη την πόλη, αντί για ψηφοφορία ανά εκλογική περιφέρεια. Για να αποφευχθεί η διάσπαση της αντισοσιαλιστικής ψήφου μέσω τριμερών εκλογικών αναμετρήσεων για τη δημαρχία, η νομοθετική εξουσία του Ουισκόνσιν το 1914 αποφάσισε ότι, εφεξής, όλες οι εκλογικές αναμετρήσεις για τη δημαρχία θα απαιτούσαν ανοιχτές, μη κομματικές προκριματικές εκλογές, ακολουθούμενες από δεύτερο γύρο μεταξύ των δύο κορυφαίων υποψηφίων. Υπονομεύοντας περαιτέρω τη σοσιαλιστική απειλή, το 1911 το πολιτειακό νομοθετικό σώμα μείωσε τον έλεγχο του δημάρχου επί διαφόρων δημοτικών υπηρεσιών — συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας, ο επικεφαλής της οποίας αντιμαχόταν ανοιχτά τις σοσιαλιστικές διοικήσεις για πολλά χρόνια. Ομοίως, ο μη σοσιαλιστής φορολογικός επίτροπος της πόλης σαμποτάρισε τη διοίκηση Ζάιντελ την παραμονή των εκλογών του 1912, προωθώντας μια αντιδημοφιλή επανεκτίμηση των ακινήτων, ώστε οι εργαζόμενοι να πληρώνουν περισσότερους φόρους και οι πλούσιοι λιγότερους. Οι ψηφοφόροι με περιορισμένη ενημέρωση κατηγόρησαν την ίδια τη διοίκηση, ανοίγοντας τον δρόμο για την ήττα του δημάρχου Ζάιντελ εκείνη τη χρονιά.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπόδια που αντιμετώπιζε η σοσιαλιστική διοίκηση, είναι αξιοσημείωτο πόσα κατάφεραν τελικά. Ακολουθούν μερικά από τα σημαντικότερα επιτεύγματα.

Υπό την ηγεσία του SDP, το Μιλγουόκι βελτίωσε δραματικά τις συνθήκες υγείας και ασφάλειας για τους πολίτες του, τόσο στον χώρο εργασίας όσο και εκτός αυτού. Μέσω νέων κανονισμών και επιθεωρήσεων, τα ποσοστά μεταδοτικών ασθενειών όπως η ευλογιά και η οστρακιά μειώθηκαν δραματικά. Η βρεφική θνησιμότητα έπεσε κατακόρυφα καθώς η πόλη άρχισε να παρέχει προγεννητική και μητρική φροντίδα, νοσηλεύτριες κατ’ οίκον, εμβολιασμούς και βασικές ιατρικές υπηρεσίες. Και για πρώτη φορά, επιθεωρητές υγείας μπήκαν στα εργοστάσια για να αξιολογήσουν τις συνθήκες και να απαιτήσουν μεταρρυθμίσεις.

Το Μιλγουόκι δημιούργησε το πρώτο δημόσιο συγκρότημα κατοικιών χαμηλού κόστους στη χώρα και πρωτοστάτησε στον πολεοδομικό σχεδιασμό μέσω ολοκληρωμένων κανονισμών χωροταξίας. Οι σοσιαλιστές δήμαρχοι ενίσχυσαν τις αστικές υποδομές, ιδίως με τον εκσυγχρονισμό του λιμανιού. Και παρόλο που το SDP δεν προχώρησε όσο θα ήθελε προς την κατάργηση των ιδιωτικών συμβάσεων για όλες τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, κατάφερε να κατασκευάσει ένα δημοτικό εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και να δημοτικοποιήσει το λατομείο, τον οδικό φωτισμό, την αποχέτευση και την επεξεργασία νερού. Ένα άλλο στολίδι του «σοσιαλισμού των υπονόμων» ήταν η δραματική επέκταση των πάρκων και των παιδικών χαρών, καθώς και η δημιουργία πάνω από σαράντα κοινωνικών κέντρων σε όλη την πόλη. Η πόλη στηρίχθηκε στις σχολικές υποδομές για να δημιουργήσει αυτά τα κέντρα, τα οποία διέθεταν αίθουσες μπιλιάρδου για εφήβους, μαθήματα εκπαίδευσης και δημόσιες εκδηλώσεις για ενήλικες, καθώς και αθλήματα, παιχνίδια και ψυχαγωγία για όλους.

Οι σοσιαλιστές δήμαρχοι του Μιλγουόκι τήρησαν αυστηρά τις υποσχέσεις τους για την εξάλειψη της διαφθοράς στο δημαρχείο. Η διαφανής διακυβέρνηση ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των νέων διοικήσεων, κάτι που αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους ευρύτατα στρώματα των ψηφοφόρων της πόλης ψήφιζαν τόσο συχνά τους δημάρχους του SDP. Μη αρκούμενες στο να τερματίσουν τη διαφθορά, οι σοσιαλιστικές διοικήσεις έκαναν επίσης ό,τι ήταν δυνατόν για να διασφαλίσουν ότι η πόλη θα διοικείται καλύτερα και θα είναι πιο αποτελεσματική. Ο Χοάν εξήγησε την ιδεολογική, αντικαπιταλιστική λογική πίσω από την απόρριψη του νεποτισμού στην απασχόληση και την αυστηρή τήρηση ενός συστήματος αξιοκρατίας:

Κατά τη διαδικασία επιλογής μας, ψάξαμε σε όλη την πόλη, και σε ολόκληρη τη χώρα αν χρειαστεί, για να βρούμε τον πιο έμπειρο άνθρωπο για τη δουλειά, ανεξάρτητα από το αν ήταν σοσιαλιστής ή όχι, αρκεί να ήταν έντιμος και να μην είχε δραστηριοποιηθεί πολιτικά εναντίον των σοσιαλιστών. Αυτή η πολιτική είναι απολύτως απαραίτητη αν θέλετε να πετύχετε. Πρέπει να δείξετε στους εργαζόμενους και στους πολίτες της πόλης ότι ο δήμος είναι εξίσου καλός, αν όχι καλύτερος, εργοδότης από τον ιδιωτικό τομέα, αν θέλετε να προχωρήσετε στο να τους πείσετε ότι ο δήμος είναι καλύτερος ιδιοκτήτης των δημοσίων υπηρεσιών και βιομηχανιών από τις ιδιωτικές εταιρείες.

Με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας της πόλης, η διοίκηση Ζαιντελ ίδρυσε αμέσως ένα Γραφείο Οικονομίας και Αποδοτικότητας — το πρώτο του είδους του στη χώρα. Το γραφείο προσέλκυσε τους κορυφαίους εμπειρογνώμονες της πολιτείας, με επικεφαλής τον ειδικό σε θέματα εργασίας του Πανεπιστημίου του Ουισκόνσιν-Μάντισον, Τζον Κόμονς, και εφάρμοσε γρήγορα τις προτάσεις τους, ιδίως με τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοστολόγησης σε κάθε δημοτικό τμήμα.

Αυτές οι προσπάθειες απέδωσαν καρπούς τόσο από οικονομική όσο και από πολιτική άποψη. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες κατέστησε τελικά δυνατό στον Χοάν να διευρύνει τα όρια της πολιτικά αποδεκτής παρέμβασης της πόλης στην ελεύθερη αγορά. Πριν και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Χοάν — χωρίς την έγκριση του δημοτικού συμβουλίου — αγόρασε ολόκληρα βαγόνια με πλεονάζοντα τρόφιμα και ρούχα από τον αμερικανικό στρατό και τα πούλησε στο κοινό σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις τιμές της αγοράς στα δημοτικά γραφεία. Το εύρος του έργου ήταν φιλόδοξο: μόνο τον Ιανουάριο του 1920, ο Χοάν αγόρασε 72.000 κονσέρβες μπιζέλια, 33.600 κονσέρβες φασόλια, 100.000 λίβρες αλάτι και 20.000 ζεύγη πλεκτά γάντια και μάλλινες κάλτσες, μεταξύ άλλων ειδών.

Η πρωτοβουλία αυτή ήταν τόσο αποτελεσματική όσο και αμφιλεγόμενη. Ο Χοάν καμάρωνε για την επιτυχία του εγχειρήματος: «Η δημόσια πώληση τροφίμων από εμένα προσέφερε την ευκαιρία να αποδειχθεί η σοσιαλιστική θεωρία της διαχείρισης μιας επιχείρησης. Θα πρέπει να αποδείξει μια για πάντα ότι η σοσιαλιστική θεωρία της διαχείρισης πολλών από τις επιχειρήσεις μας χωρίς κέρδη μπορεί να εφαρμοστεί σε μεγάλη κλίμακα και προς όφελος του κοινού, αν αναλάβουν τη διαχείρισή τους όσοι πιστεύουν στην επιτυχία της.»15 Ενθαρρυμένος από αυτή την εμπειρία, ο δήμαρχος ίδρυσε μια φιλόδοξη δημοτική κουζίνα και καφετέρια κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Στο αποκορύφωμα του προγράμματος το 1934, ο δήμος παρείχε τροφή σε έναν στους πέντε κατοίκους του Μιλγουόκι. Η εξαιρετική παροχή ψυχαγωγίας, υπηρεσιών και υλικής βοήθειας από τον δήμο ήταν, σύμφωνα με τον Χοάν, υπεύθυνη για το γεγονός ότι η πόλη είχε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας μεταξύ των μεγάλων πόλεων της χώρας. Στο συναρπαστικό βιβλίο του 1936 με τίτλο City Government: The Record of the Milwaukee Experiment, ο Χοάν γράφει ότι

Στο Μιλγουόκι θεωρούμε ότι η πρόληψη του εγκλήματος [μέσω της αντιμετώπισης των κοινωνικών του αιτίων] είναι εξίσου σημαντική — αν όχι σημαντικότερη, εφόσον μπορεί να γίνει σύγκριση — από την ανίχνευση και την τιμωρία του εγκλήματος.

Αυτό δεν σήμαινε ότι η πόλη σκέφτηκε ποτέ να διακόψει τη χρηματοδότηση της αστυνομίας της. Ο Χοάν, στην πραγματικότητα, πίεσε για καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας για αστυνομικούς, σε μια σχετικά επιτυχημένη προσπάθεια να αποσπάσει τους απλούς αστυνομικούς από τον αντιδραστικό αρχηγό τους, Τζον Γιάνσεν. Ταυτόχρονα, όμως, οι σοσιαλιστές δήμαρχοι, χρόνο με το χρόνο, ασκούσαν βέτο στις προσπάθειες για τη δημιουργία ιππικής μονάδας, φοβούμενοι ότι αυτή θα χρησιμοποιούνταν για την καταστολή των απεργών εργατών. Τόσο ο Ζάιντελ όσο και ο Χοάν επικεντρώνονταν έντονα στο να εμποδίσουν την αστυνομία να παρεμβαίνει στις εργατικές απεργίες. Ως δικηγόρος της πόλης υπό τη διοίκηση του Ζάιντελ, ο Χοάν το 1911 αρνήθηκε να ασκήσει δίωξη σε απεργούς που είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια μιας μαχητικής απεργίας στον κλάδο της ένδυσης. Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Ζάιντελ απείλησε να ορκίσει τους απεργούς ως βοηθούς της αστυνομίας, εάν ο αρχηγός της αστυνομίας επιχειρούσε να εκφοβίσει αυτούς τους απεργούς.

Αυτή η στάση απέναντι στην αστυνομία ήταν μόνο μία πτυχή της υποστήριξης που παρείχε το δημαρχείο στο εργατικό κίνημα. Σε όλα τα δημοτικά έργα κατασκευής και εκτύπωσης απασχολούνταν συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι. Με την υποστήριξη του δήμου, ένα κύμα συνδικαλισμού σάρωσε, μεταξύ άλλων, τους πυροσβέστες, τους σκουπιδιάρηδες, τους διανομείς άνθρακα και τους χειριστές ανελκυστήρων της πόλης. Η πόλη κατάφερε ακόμη και να αξιοποιήσει τη σύμβασή της με μια ιδιωτική εταιρεία οδοστρωσίας για να την πείσει να αναγνωρίσει το σωματείο των εργαζομένων της στο Μιλγουόκι, καθώς και στην έδρα της εταιρείας, το Σικάγο. Παράλληλα με αυτό, το SDP ψήφισε μια σειρά νόμων υπέρ των συνδικάτων και της οργάνωσης στο πολιτειακό νομοθετικό σώμα, και ο Μπέργκερ χρησιμοποίησε την πλατφόρμα του στο Κογκρέσο για να υποστηρίξει απεργίες μεγάλης εμβέλειας, κυρίως φέρνοντας στο προσκήνιο σε εθνικό επίπεδο την απεργία των εργατών κλωστοϋφαντουργίας «Bread and Roses» του 1912, υπό την ηγεσία των Wobblies στο Λόρενς της Μασαχουσέτης.

Πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το SDP αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από λευκούς εργάτες, και ο Μπέργκερ ήταν γνωστός για την υπεράσπιση της λευκής υπεροχής. Όμως, όπως έχω γράψει εκτενώς αλλού, αυτός και οι σύντροφοί του μετά το 1917 έγιναν εξαιρετικά αφοσιωμένοι αγωνιστές ενάντια στη φυλετική αδικία και τον αντιμεταναστευτικό εθνικισμό. Με τη σειρά τους, οι μαύροι ψηφοφόροι ψήφισαν συντριπτικά τους σοσιαλιστές, και μαχητικοί μαύροι ριζοσπάστες, συμπεριλαμβανομένων και μελών του τοπικού παραρτήματος των γκαρβεϊστων, προσχώρησαν στο κόμμα.16

Σχετικά με αυτό το ζήτημα και πολλά άλλα, οι εργαζόμενοι του Μιλγουόκι διέθεταν, σύμφωνα με τα αμερικανικά πρότυπα, μια ασυνήθιστα ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση, ταξική αλληλεγγύη και ταξική υπερηφάνεια. Δεδομένου ότι το ευρύ φάσμα των προοδευτικών βελτιώσεων στην πόλη θεωρούνταν κατακτήσεις από τα κάτω και όχι ελεημοσύνη από τα πάνω, ένα μέλος του κόμματος παρατήρησε το 1911 ότι δεκάδες εργαζόμενοι ένιωθαν προσωπική και συλλογική υπερηφάνεια για αυτά τα επιτεύγματα: «Αυτό είναι πραγματικά το σπουδαίο πράγμα που έκανε η εκλογή των Σοσιαλιστών στην εξουσία στην πόλη και την κομητεία για τους εργάτες, ή μάλλον αυτό που έκαναν οι εργάτες για τον εαυτό τους.»

Συμβιβασμοί και συμμαχίες

Οι προόδους των σοσιαλιστών στο Ουισκόνσιν δεν ήρθαν εύκολα. Κερδήθηκαν μέσα από διαδοχικούς αγώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων τα μέλη και οι ηγέτες του SDP έπρεπε να εκτιμήσουν ποιες συμμαχίες και ποιους συμβιβασμούς ήταν απαραίτητο να κάνουν και ποιους μπορούσαν να αποφύγουν. Δεδομένου ότι η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων, όπως εκφραζόταν μέσω των νομοθετικών συνασπισμών, συνήθως εμπόδιζε τους σοσιαλιστές να πετύχουν όλα όσα επιθυμούσαν, αυτό αποτελούσε πάντα ένα αναπόφευκτα ασαφές πεδίο συμβιβασμών. Μέσα από αυτή την εμπειρία έμαθαν ότι δεν υπάρχουν διαχρονικές συνταγές για τα πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης. Η αποτελεσματική μαζική πολιτική εξαρτάται πάντα από το συγκεκριμένο πλαίσιο.

Ένα επαναλαμβανόμενο δίλημμα αφορούσε τους συμβιβασμούς σχετικά με προτεινόμενη νομοθεσία. Αν οι σοσιαλιστές του Ουισκόνσιν αρνούνταν από θέμα αρχής να υποστηρίξουν ποτέ αποδυναμωμένες εκδοχές των νομοσχεδίων τους, οι ψηφοφόροι τους ενδέχεται να τους απομάκρυναν από τη θέση τους επειδή δεν εκπλήρωσαν τις υποσχέσεις τους. Ωστόσο, αν οι εκλεγμένοι του SDP υποχωρούσαν κάθε φορά που οι δυνάμεις του κατεστημένου πίεζαν για συμβιβασμό, διακινδύνευαν να αποθαρρύνουν τα απλά μέλη του κόμματός τους, υπονομεύοντας παράλληλα τη διαπραγματευτική τους δύναμη σε μελλοντικές μάχες.

Υποχρεωμένο να αξιολογεί τους πιθανούς συμβιβασμούς κατά περίπτωση, το κόμμα συχνά παρέμενε αμετακίνητο στις θέσεις του. Για παράδειγμα, όταν η ιδιωτική εταιρεία φωτισμού δρόμων πρότεινε το 1916 να μειώσει το κόστος της για τον δήμο κατά 1,4 εκατομμύρια δολάρια για τα επόμενα είκοσι χρόνια, οι σοσιαλιστές του Μιλγουόκι τελικά επέμειναν στην προσπάθειά τους να δημοτικοποιήσουν την υπηρεσία.

Ωστόσο, οι βουλευτές του SDP συχνά αποδέχονταν με ρεαλισμό συμβιβασμούς όταν δεν διέθεταν τις απαραίτητες ψήφους ή τη δύναμη για να πετύχουν κάτι καλύτερο. Συνεργαζόμενοι με τους Προοδευτικούς Ρεπουμπλικάνους υπό την ηγεσία του κυβερνήτη Φίλιπ Λα Φολέτ, κατάφεραν το 1932 να συμβάλουν στην ψήφιση του πρώτου νόμου για την ασφάλιση ανεργίας στη χώρα. Αν και δεν ανταποκρινόταν στην πιο φιλόδοξη εκδοχή του νομοσχεδίου για το οποίο αγωνίζονταν οι σοσιαλιστές από το 1921, δήλωσαν ότι ο συμβιβασμός «μπορεί, παρά τις αδυναμίες του, να θεωρηθεί ως ένα νέο ορόσημο στον τομέα της νομοθεσίας και ως ένα ακόμη πρωτοποριακό επίτευγμα των εργαζομένων στο Ουισκόνσιν. [Αυτό] αποτελεί τη βάση για ένα μελλοντικό ολοκληρωμένο νόμο».

Ένα συναφές δίλημμα ήταν το πώς να διαφοροποιηθεί κανείς από τα παλιά κόμματα και να τα αντιμετωπίσει, ενώ παράλληλα έπρεπε να συνεργαστεί μαζί τους για να περάσουν προοδευτικές πολιτικές. Ο Χοάν, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να απομονώσει όλους τους άλλους πολιτικούς στο δημοτικό συμβούλιο, καθώς χρειαζόταν μερικές από τις ψήφους τους για να πετύχει οτιδήποτε. Αυτή η δυναμική ήταν ακόμη πιο έντονη σε επίπεδο πολιτείας, καθώς οι σοσιαλιστές αποτελούσαν πάντα μια μικρή μειοψηφία στο νομοθετικό σώμα της πολιτείας. Και σε αντίθεση με το Κογκρέσο — όπου ο Μπέργκερ επικεντρώθηκε στην προπαγάνδα για τον σοσιαλισμό και στην υποβολή φιλόδοξων προτάσεων χωρίς πιθανότητες άμεσης επιτυχίας — το SDP χρειαζόταν συμμάχους σε επίπεδο πολιτείας για να περάσει τη νομοθεσία υπέρ των συνδικάτων που απαιτούσε η συνδικαλιστική του βάση. Και χρειαζόταν τη νομοθετική εξουσία για να περάσει την ενισχυμένη αυτοδιοικητική αρμοδιότητα, ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει με επιτυχία το πρόγραμμά του στο Μιλγουόκι.

Μέχρι τη δεκαετία του 1920, η ισορροπία του κόμματος μεταξύ πολιτικής ανεξαρτησίας και συμμαχιών κλίνει σχεδόν εξ ολοκλήρου προς την πρώτη. Αν και υπήρχε κάποιος καταμερισμός εργασιών, καθώς ο Χοάν ήταν υποχρεωμένος να συνεργάζεται με πολιτικούς και διοικητικούς παράγοντες από το αντίπαλο πολιτικό στρατόπεδο, η άρνηση του SDP να υποστηρίξει ποτέ υποψηφίους άλλων κομμάτων — ή να μην αντιταχθεί σε προοδευτικούς συμμάχους — το βοήθησε να οικοδομήσει τον ανεξάρτητο μηχανισμό και την πολιτική του ταυτότητα.

Αυτή η αυστηρότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε τελικά εμπόδιο όταν ο Μπέργκερ και οι σύντροφοί του αντέδρασαν ψυχρά στην προσπάθεια που κατέβαλε το 1919–20 η ριζοσπαστική, αγροτική «Ακομμάτιστη Ένωση» (NPL) για τη δημιουργία μιας εκλογικής συμμαχίας εργατών και αγροτών στο Ουισκόνσιν. Αυτή η πολιτική αποτυχία οφειλόταν κυρίως στις ελπίδες του SDP να καταστεί άμεσα το πλειοψηφικό κόμμα σε ολόκληρη την πολιτεία, κερδίζοντας την υποστήριξη των αγροτών. Επιπλέον, το SDP δεν εμπιστευόταν τη βούληση της NPL να διεξάγει επαναστατικές προεκλογικές εκστρατείες στα εκλογικά ψηφοδέλτια των παλαιών κομμάτων. Η NPL στη Βόρεια Ντακότα είχε χρησιμοποιήσει αυτή την τακτική για να καταλάβει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε ολόκληρη την πολιτεία και να κερδίσει τις εκλογές για τη θέση του κυβερνήτη το 1916, το 1918 και το 1920. Και στη Μινεσότα, η NPL και τα συμμαχικά συνδικάτα χρησιμοποίησαν αυτή την τακτική για μερικά χρόνια για να θέσουν τα θεμέλια για ένα νέο ανεξάρτητο Κόμμα Αγροτών–Εργατών, το οποίο συνέχισε στη δεκαετία του 1930 να κυβερνά την πολιτεία. Τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά στο Ουισκόνσιν, όπου οι σοσιαλιστές του Μιλγουόκι απέρριψαν το μαχητικό αγροτικό κίνημα, το οποίο μετά το 1921 εντάχθηκε στην προοδευτική πτέρυγα των Ρεπουμπλικάνων.17

Σε εθνικό επίπεδο, ο Μπέργκερ και οι σύμμαχοί του στο SPA έχασαν επίσης μια πρόσφορη ευκαιρία να υποστηρίξουν τα νεοσύστατα κινήματα του Εργατικού Κόμματος που ξέσπασαν σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το 1918. Κατά τα πρώτα χρόνια αυτής της εκλογικής κινητοποίησης, βασικοί εθνικοί ηγέτες του SPA όπως ο Μπέργκερ διατήρησαν μια απόμακρη στάση απέναντι στο κίνημα του Εργατικού Κόμματος, καθώς είχαν από καιρό προβλέψει ότι η εκλογική ριζοσπαστικοποίηση των εργατών θα διοχετευόταν απευθείας στο κόμμα τους. Τα τοπικά τμήματα του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Σικάγο, το Οχάιο και αλλού, το 1919–20, προχώρησαν ακόμη περισσότερο, αντιτιθέμενα ενεργά στις τοπικές προσπάθειες του Εργατικού Κόμματος — όπως έκανε και το νεοσύστατο κομμουνιστικό κίνημα. Αναγκασμένοι να επιλέξουν μεταξύ του SPA και των συνδικαλιστικών προσπαθειών για την οικοδόμηση ενός νέου μαζικού κόμματος, πολλοί από τους μακροχρόνιους συντρόφους του Μπέργκερ εκτός του Ουισκόνσιν επέλεξαν το δεύτερο.

Ο Μπέργκερ συνειδητοποίησε τελικά ότι το σχέδιο του SDP για την προσέλκυση των αγροτών του Ουισκόνσιν δεν επρόκειτο να αποδώσει. Ούτε το SPA εκτός Ουισκόνσιν ήταν αρκετά μεγάλο για να απορροφήσει τόση ενέργεια από τρίτα κόμματα. Κάπως καθυστερημένα, πίεσε για την προσαρμογή της τακτικής του κόμματος προς μια πιο φιλική προς τις συμμαχίες κατεύθυνση. Από το 1922 και μετά, ο Μπέργκερ έπεισε το εθνικό κόμμα να υποστηρίξει τελικά ενεργά τις προσπάθειες για την οικοδόμηση ενός κόμματος ευρείας βάσης των εργαζομένων σε εθνικό επίπεδο. Στο Ουισκόνσιν, προκάλεσε αντιδράσεις σε ορισμένα στελέχη του SDP το 1922, πιέζοντας να μην παρουσιάσουν υποψήφιο για τη θέση του γερουσιαστή των ΗΠΑ, καθώς αυτό έθετε σε κίνδυνο τις εκλογικές πιθανότητες του Ρόμπερτ Λα Φολέτ. Σε απάντηση στις έντονες εσωτερικές διαφωνίες του SDP, ο Μπέργκερ υποστήριξε ότι «δεν πρόκειται για ζήτημα αρχής, αλλά τακτικής. Μέχρι πρόσφατα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αμερικής ήταν το μόνο που απαγόρευε αυτό που εξετάζουμε».

Η νέα προσέγγιση του SDP αποδείχθηκε επιτυχημένη στο Ουισκόνσιν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Όπως καταδεικνύει η εξαιρετική μελέτη του ιστορικού Τζόσουα Κλούβερ σχετικά με το νομοθετικό σώμα της πολιτείας, η αυξημένη ευελιξία του SDP του επέτρεψε να είναι σημαντικά πιο αποτελεσματικό στην ψήφιση νόμων σε επίπεδο πολιτείας καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, παρά το γεγονός ότι η κοινοβουλευτική του ομάδα είχε συρρικνωθεί.

Με τους σοσιαλιστές να λειτουργούν ως εκ των πραγμάτων μικρότερος εταίρος των Προοδευτικών του Λα Φολέτ στη νομοθετική εξουσία, το SDP κατάφερε, σε μια κατά τα άλλα δύσκολη περίοδο, να συνεχίσει να προσφέρει απτές βελτιώσεις για τη βάση του, μετατρέποντας το Ουισκόνσιν σε προπύργιο προοδευτικής πολιτικής που έδειχνε τον δρόμο για ολόκληρη τη χώρα. Και το SDP συνέχισε να προσπαθεί να αυξήσει τις προσδοκίες των εργαζομένων, πιέζοντας για μετασχηματιστικές μεταρρυθμίσεις που ήταν απίθανο να ψηφιστούν στο άμεσο μέλλον. Ο Κλούβερ σημειώνει ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του SDP ενέκρινε τελικά 525 από τα 1.904 νομοσχέδια που πρότεινε, ένα ποσοστό επιτυχίας περίπου 28 τοις εκατό.18

Μέσα και έξω από το κράτος

Ένα άλλο κεντρικό δίλημμα που αντιμετώπιζαν οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» ήταν πώς να συνδυάσουν την αριστερή διακυβέρνηση με την πίεση των εξωτερικών κινημάτων. Μία από τις βασικές διαφορές μεταξύ των σοσιαλιστών και ακόμη και των καλύτερων προοδευτικών ήταν ότι οι τελευταίοι δεν λογοδοτούσαν σε πολιτικές οργανώσεις με μέλη, όπως το SDP και τα συνδικάτα.

Η πολιτική μηχανή της βάσης του SDP, σε συνδυασμό με την επιρροή της επί των συνδικαλιστικών οργανώσεων, παρείχε μεγάλο μέρος της δύναμης του κόμματος για την προώθηση της νομοθεσίας και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Πράγματι, ο Χοάν στη διοίκηση της πόλης  υπογράμμισε ότι αν άλλες πόλεις ήθελαν να μιμηθούν την επιτυχία του Μιλγουόκι, η εκλογή «τίμιων και ικανών ανδρών» δεν ήταν αρκετή: «Πρέπει να σχηματιστεί ένα μόνιμο πολιτικό κόμμα για να παρέχει ενθάρρυνση και ενεργή βοήθεια στον εκάστοτε επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και τη διοίκησή του και να διασφαλίσει ότι οι διάδοχοί του θα συνεχίσουν τις επιθυμητές πολιτικές».

Ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ορισμένοι Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι του Ουισκόνσιν συμβιβάζονταν κατά καιρούς με τους σοσιαλιστές στο νομοθετικό σώμα και στο δημοτικό συμβούλιο ήταν ότι φοβούνταν ότι, αν δεν το έκαναν, το SDP και τα συνδικάτα θα κατάφερναν να πείσουν τους ψηφοφόρους τους να τους απομακρύνουν από την εξουσία στις επόμενες εκλογές. Αυτή η προσέγγιση έγινε όλο και πιο επιτακτική μόλις το κόμμα έχασε τον βραχύβιο έλεγχό του επί του δημοτικού συμβουλίου. Δεδομένης της έλλειψης πλειοψηφίας του Χοάν, ο ιστορικός Τοντ Φούλντα σημειώνει ότι ο δήμαρχος Χοάν υιοθέτησε «μια λαϊκιστική προσέγγιση στη διακυβέρνηση, απευθυνόμενος απευθείας στους πολίτες του Μιλγουόκι για να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμίσεις του και να ασκήσουν πίεση στους ανεξάρτητους δημοτικούς συμβούλους να τις υποστηρίξουν επίσης».19 Η ίδια προσέγγιση διαμόρφωσε τη στάση του κόμματος σε επίπεδο πολιτείας, οδηγώντας το SDP να χαρτογραφήσει το νομοθετικό σώμα για να εντοπίσει τα σημεία πίεσης που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους αμφιταλαντευόμενους αξιωματούχους.

Αυτή η στρατηγική «από μέσα και από έξω» αποτελούσε προϋπόθεση για την επιτυχία του «σοσιαλισμού των υπονόμων». Ωστόσο, έφερε μαζί της και κάθε είδους τακτικά προβλήματα, καθώς οι τάξεις του κόμματος δεν συμφωνούσαν πάντα με τους εκλεγμένους ηγέτες του ούτε τους υπάκουαν. Για παράδειγμα, πολλά μέλη απαίτησαν από τον Χοάν να διορίζει μόνο σοσιαλιστές σε διοικητικές θέσεις. Κατά την άποψή τους, ήταν άδικο και περιττό να δίνονται περιζήτητες θέσεις σε ανθρώπους εκτός κόμματος, ενώ τόσοι πολλοί απλοί σοσιαλιστές, που μοχθούσαν σε εξοντωτικές εργασίες στα εργοστάσια, είχαν αποδείξει τις ηγετικές τους ικανότητες μέσω της εργασίας τους στο κόμμα και στα συνδικάτα.

Γενικά, το κόμμα διαχειριζόταν αυστηρά τους εκλεγμένους του. Για να αποθαρρύνει τους καιροσκόπους που επιζητούσαν αξιώματα, το SDP απαιτούσε όλοι οι υποψήφιοι του να είναι μέλη του κόμματος για τουλάχιστον τρία χρόνια και να υπογράφουν αχρονολόγητες επιστολές παραίτησης τις οποίες το κόμμα μπορούσε να ενεργοποιήσει αν ο εκλεγμένος αθετούσε τις προεκλογικές του υποσχέσεις ή έρχονταν σε αντίθεση με τις αποφάσεις της σοσιαλιστικής εκλογικής ομάδας. Μια τέτοια απειλή είχε πραγματικό βάρος, καθώς αυτοί οι άντρες εξαρτιόνταν εξ ολοκλήρου από το κόμμα και τα σοσιαλιστικά συνδικάτα για να επανεκλεγούν. Κατά συνέπεια, ο Μπέργκερ χρησιμοποιούσε επανειλημμένα τον κομματικό Τύπο για να επικρίνει τις σημαντικές αμφιταλαντεύσεις μεταξύ των εκλεγμένων του και να τους υπενθυμίζει ότι η κατάκτηση της εξουσίας δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά μόνο ένα μέσο για να αγωνιστούν πιο αποτελεσματικά για τον σοσιαλισμό. Ο Μπέργκερ εφάρμοζε στην πράξη όσα κήρυττε: λόγω της αντιπολεμικής του στάσης, το Κογκρέσο των ΗΠΑ το 1918 και εκ νέου το 1919 του αρνήθηκε τη νόμιμα εκλεγμένη έδρα του. Και η αντίθεσή του στον πόλεμο το 1919 του κόστισε ποινή φυλάκισης 20 ετών. (Αυτή η ποινή του ομοσπονδιακού δικαστηρίου ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το 1921.)

Οι βαθιές ρίζες του «σοσιαλισμού των υπονόμων» του Ουισκόνσιν στην εργατική τάξη του επέτρεψαν να αντέξει τόσο την κυβερνητική καταστολή όσο και τις μεταπολεμικές πολιτικές αναταραχές. Ωστόσο, λίγα άλλα παραρτήματα του SPA επέζησαν. Μετά το 1918, πολλοί από τους σχετικά μετριοπαθείς συνδικαλιστικούς και πολιτικούς ηγέτες του κόμματος προσχώρησαν στα ευρύτερα κινήματα του Κόμματος Αγροτών-Εργατών. Εν τω μεταξύ, η αριστερά του SPA — ενισχυμένη από την εισροή σοσιαλιστών από την Ανατολική Ευρώπη — ριζοσπαστικοποιήθηκε περαιτέρω από τη Ρωσική Επανάσταση, την καταστολή κατά τη διάρκεια του πολέμου και τον Πρώτο Κόκκινο Τρόμο. Αναβιώνοντας μερικές από τις παλιές δογματικές μεθόδους του SLP, αυτοί οι αριστεροί ίδρυσαν ένα νέο Κομμουνιστικό Κόμμα που επεδίωκε να εισαγάγει τις αδιάλλακτες τακτικές και την εξεγερτική στρατηγική που είχαν αναπτύξει οι Μπολσεβίκοι στο πλαίσιο μιας αυταρχικής, κατεστραμμένης από τον πόλεμο Ρωσίας. Εμπνευσμένοι από το παράδειγμα της Ρωσίας και παρασυρμένοι από αβάσιμες πεποιθήσεις ότι μια ένοπλη εξέγερση των εργατών ήταν επικείμενη στις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαντικά στρώματα ακτιβιστών απομακρύνθηκαν από τον ρεαλιστικό μαρξισμό. Ωστόσο, μόνο όταν η Μεγάλη Ύφεση είχε προχωρήσει αρκετά, οι κομμουνιστές άρχισαν να αποκτούν ουσιαστική επιρροή στο Ουισκόνσιν.

Δεν ήταν μικρό επίτευγμα ότι το SDP επέζησε από την αποθαρρυντική δεκαετία του 1920. Στα τέλη του 1928, όμως, ο Χοάν παραπονιόταν ιδιωτικά στον εθνικό πρόεδρο του SPA, Νόρμαν Τόμας, ότι ορισμένοι εκλεγμένοι σοσιαλιστές του Ουισκόνσιν είχαν αρχίσει να βολεύονται υπερβολικά στα αξιώματά τους: «Οι παλιοί καλοί σύντροφοι που κατέλαβαν δημόσιες ή εκλεγμένες θέσεις έχουν αδρανοποιηθεί ως προς τη σοσιαλιστική δράση, επειδή βελτιώθηκαν οι υλικές συνθήκες της ζωής τους. Προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανό αυτό το προπύργιο στο Ουισκόνσιν, που εδώ και χρόνια ασκεί θετική επιρροή στο εθνικό κίνημα, αλλά σιγά-σιγά διαβρωνόμαστε από μέσα». Παράλληλα, ορισμένοι παλαιότεροι σοσιαλιστές συνδικαλιστές απομακρύνονταν σταδιακά από το κόμμα, όπως και το συνδικαλιστικό κίνημα συνολικά. Η παράδοση της αμοιβαίας μη παρέμβασης ανάμεσα στα συνδικάτα και το κόμμα προστάτευε το SDP από τη δεξιά πίεση των συνδικαλιστικών ηγεσιών, αλλά δυσκόλευε και την ανάσχεση της απομάκρυνσης των συνδικάτων από τον σοσιαλισμό.

Η Μεγάλη Ύφεση και η παρακμή

Η Μεγάλη Ύφεση έδωσε στους «σοσιαλιστές των υπονόμων» και στα συνδικάτα του Ουισκόνσιν μια αιφνίδια ένεση ενέργειας και νέα μέλη, ανάμεσά τους πολλούς νέους, ριζοσπαστικοποιημένους εργάτες. Ενθαρρυμένος από αυτή την αναζωπύρωση, ο Χοάν επανεκλέχθηκε το 1932 με συντριπτική πλειοψηφία, ενώ το κόμμα έφτασε δύο μόλις ψήφους μακριά από την πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο. Στην εναρκτήρια ομιλία του δήλωσε ότι ζούσαν «μέσα σε μια παγκόσμια οικονομική και κοινωνική επανάσταση: [βλέπουμε] τις επιθανάτιες αγωνίες ενός συστήματος που πεθαίνει και τις ωδίνες της γέννησης ενός νέου και καλύτερου κόσμου». Ο καπιταλισμός, τόνισε, έπρεπε να δώσει τη θέση του «στο επόμενο στάδιο της ανθρώπινης εξέλιξης, τον σοσιαλισμό».

Παρά τη μετριοπαθή στροφή ορισμένων συνδικαλιστικών ηγετών και ορισμένων εκλεγμένων σοσιαλιστών τις τελευταίες δεκαετίες, το κόμμα συνολικά διατήρησε το ριζοσπαστικό του πνεύμα και, κατά κάποιον τρόπο, το ενίσχυσε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Οι σοσιαλιστές των υπονόμων πίεσαν όσο το δυνατόν πιο σκληρά και γρήγορα για να ηγηθούν απεργιών, να οργανώσουν τους ανοργάνωτους και να κερδίσουν μετασχηματιστικές μεταρρυθμίσεις στην πόλη και την πολιτεία. Ξεπερνώντας την έντονη αντίσταση των εργοδοτών, το Ουισκόνσιν ψήφισε το 1931 τον πρώτο ολοκληρωμένο εργατικό κώδικα της χώρας, ενισχύοντας τα δικαιώματα των εργαζομένων στην απεργία, το μποϊκοτάζ και τη συνδικαλιστική οργάνωση.

Ο Χοάν χρησιμοποιούσε συστηματικά όλες τις εξουσίες που είχε στη διάθεσή του για να υποστηρίξει τις τοπικές απεργίες — μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια μιας εκρηκτικής απεργίας το 1934 των εργαζομένων της ιδιωτικής εταιρείας Milwaukee Electric Railway and Light Company, η οποία παρέλυσε τις αστικές μεταφορές, οδήγησε σε προσωρινό κλείσιμο του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και στοίχισε τη ζωή ενός υποστηρικτή της απεργίας. Κατηγορούμενη από τον δήμαρχο και το κοινό για αυτή την αιματοχυσία, η διοίκηση υπέκυψε λίγο αργότερα. Με το πρόσχημα της αποτροπής περαιτέρω βίας, το SDP κατάφερε στα τέλη του 1935 να περάσει τον αυστηρότερο εργατικό νόμο της Αμερικής: τον Νόμο Boncel, ο οποίος εξουσιοδοτούσε τη δημοτική διοίκηση να κλείνει τα εργοστάσια οποιασδήποτε εταιρείας αρνιόταν να διαπραγματευτεί συλλογικά, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν πλήθη άνω των διακοσίων ατόμων για δύο συνεχόμενες ημέρες. Οι εργοδότες που αρνούνταν να συμμορφωθούν θα τιμωρούνταν με πρόστιμο ή φυλάκιση. Με ώθηση από πάνω και από κάτω — συμπεριλαμβανομένης της ανόδου της Επιτροπής για τη Βιομηχανική Οργάνωση (CIO) με σημαντική κομμουνιστική ηγεσία — το ποσοστό συνδικαλιστικής οργάνωσης στην κομητεία του Μιλγουόκι δεκαπλασιάστηκε από το 1929 έως το 1939. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1930, περίπου το 60 τοις εκατό των εργαζομένων της ήταν μέλη συνδικάτων. Αντίθετα, η πόλη της Νέας Υόρκης στην ακμή της δεν ξεπέρασε ποσοστό συνδικαλιστικής κάλυψης 33 τοις εκατό.

Παρά την άνοδο του εργατικού κινήματος και τις συνεχείς προσπάθειες του SDP να ενημερώσει το κοινό για τον σοσιαλισμό, η πρόοδος του κινήματος ανακόπηκε και τελικά αντιστράφηκε από την αντίσταση των εργοδοτών, τη γοητεία του Νιου Ντιλ του Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ στους ψηφοφόρους και τους ηγέτες των συνδικάτων, έναν «εμφύλιο πόλεμο» μεταξύ της AFL και της CIO, την ανάπτυξη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ουισκόνσιν στα μέσα της δεκαετίας του 1930, τον ενθουσιασμό αλλά και τις εσωτερικές συγκρούσεις γύρω από τη δημιουργία μιας ευρύτερης Ομοσπονδίας Αγροτών-Εργατών-Προοδευτικών με τους Προοδευτικούς· και, ίσως το πιο αποφασιστικό, από την κοινή γνώμη, η οποία ακόμη και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης υστερούσε σημαντικά σε σχέση με τις σοσιαλιστικές ελπίδες. Ακόμη και μετά από δεκαετίες σοσιαλιστικής προπαγάνδας και πολιτικών επιτυχιών, οι περισσότεροι κάτοικοι του Μιλγουόκι — και οι περισσότεροι εργαζόμενοι της πόλης — δεν είχαν γίνει σοσιαλιστές.

Οι σοσιαλιστές στο Μιλγουόκι και αλλού ήθελαν να προχωρήσουν πολύ πιο πέρα από τη βελτίωση της τοπικής διακυβέρνησης και τις μεταρρυθμίσεις του Νιου Ντιλ σε εθνικό επίπεδο. Τελικά, όμως, δεν διέθεταν επαρκή οργανωτική δύναμη ή λαϊκή υποστήριξη για να το πετύχουν. Χωρίς πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο, το SDP έχασε τη δυναμική του να αντιμετωπίσει τη μαζική ανεργία θεσπίζοντας το εξαωρο και την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας. Ομοίως, οι σοσιαλιστές και τα συνδικάτα που τους υποστήριζαν δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν τον στόχο τους να δημιουργήσουν ένα ισχυρό συνεταιριστικό σύστημα υγείας που θα παρείχε στο Μιλγουόκι φθηνή και ποιοτική υγειονομική περίθαλψη και θεραπεία.

Εξοργισμένοι από την άρνηση του Χοάν να επιβάλλει έναν προϋπολογισμό λιτότητας, οι εργοδότες ξεκίνησαν μια εκστρατεία για την ανάκλησή του το 1933. Αν και έχασαν εκείνη τη μάχη, το αστικό κατεστημένο του Μιλγουόκι κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία των ψηφοφόρων να απορρίψουν το δημοψήφισμα του SDP το 1936 για την δημοτικοποίηση της ηλεκτρικής επιχείρησης. Την ίδια χρονιά, το SDP υπέστη βαριά ήττα στις εκλογές για το δημοτικό συμβούλιο, καθώς οι ψηφοφόροι τιμώρησαν τους σοσιαλιστές για τον ριζοσπαστισμό τους όσον αφορά τη δημοτική ιδιοκτησία και τη Διαταγή Boncel. Το 1940, ο Χοάν έχασε τις δημαρχιακές εκλογές από έναν εμφανίσιμο αλλά πολιτικά άχρωμο κεντρώο ονόματι Καρλ Ζάιντλερ. Η βασιλεία του «σοσιαλισμού των υπονόμων» είχε τελειώσει. (Ο μικρότερος αδελφός του Ζάιντελ, ο Φρανκ, ένας σοσιαλιστής, θα γινόταν δήμαρχος του Μιλγουόκι από το 1948 έως το 1960, αλλά μέχρι τότε το κόμμα και το μαζικό κίνημα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί.)

Δυστυχώς, η αντίδραση ενάντια στις μαχητικές καθιστικές απεργίες και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό ήταν η κυρίαρχη τάση στα τέλη της δεκαετίας του 1930, όχι μόνο στο Μιλγουόκι αλλά σε όλες τις γωνιές των Ηνωμένων Πολιτειών.20 Αν και η ριζοσπαστική ιστοριογραφία τείνει να εξηγεί τα τέλη της δεκαετίας του 1930 κυρίως μέσα από το πρίσμα της ενσωμάτωσης στο Δημοκρατικό Κόμμα, οι σοσιαλιστές εκδιώχθηκαν από τα αξιώματα ακόμη και σε μέρη όπως το Ουισκόνσιν και η Μινεσότα, όπου είχαν δημιουργήσει ξεχωριστά κόμματα και πολιτικά προφίλ αριστερά των Δημοκρατικών. Το 1938 — μια ενδιάμεση εκλογική αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε από την αντίδραση ενάντια στη μαχητικότητα των απεργιών και τις φιλοδοξίες του Νιου Ντιλ — το Κόμμα Αγροτών–Εργατών της Μινεσότα έχασε τον έλεγχο της κυβερνητικής εξουσίας από έναν Ρεπουμπλικανό, καθώς οι ψηφοφόροι απέρριψαν τις φιλόδοξες πρωτοβουλίες του σοσιαλιστή Έλμερ Μπένσον, του πιο ριζοσπαστικού εκλεγμένου αξιωματούχου που κυβέρνησε ποτέ μια πολιτεία των ΗΠΑ. Το Ουισκόνσιν εκείνη τη χρονιά απέρριψε τον κυβερνήτη του Προοδευτικού Κόμματος Φίλιπ Λα Φολέτ και εξέλεξε έναν Ρεπουμπλικανό. Οι Προοδευτικοί και οι αριστεροί εντός του Δημοκρατικού Κόμματος δεν τα πήγαν πολύ καλύτερα το 1938. Στην Ουάσιγκτον, όπου η Κοινοπολιτειακή Ομοσπονδία της Αριστεράς κατάφερε να γίνει η κυρίαρχη φωνή στο Δημοκρατικό Κόμμα, ο υποψήφιός της για δήμαρχος του Σιάτλ ηττήθηκε κατά κράτος. Οι φιλοεργατικοί και φιλο-Νιου Ντιλ Δημοκρατικοί κυβερνήτες στο Μίσιγκαν, το Κολοράντο, το Κονέκτικατ, το Ρόουντ Άιλαντ και το Κάνσας, καθώς και ογδόντα Δημοκρατικοί βουλευτές, ηττήθηκαν ομοίως από Ρεπουμπλικάνους εκείνη τη χρονιά. Βλέποντας την αλλαγή των πολιτικών ανέμων, ο Πρόεδρος Ρούσβελτ άρχισε να απομακρύνεται από το σχεδόν σοσιαλδημοκρατικό όραμα που είχε διατυπώσει σε συμμαχία με ένα ανερχόμενο βιομηχανικό εργατικό κίνημα. Το γεγονός ότι ο έξι φορές υποψήφιος για την προεδρία από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Νόρμαν Τόμας έλαβε μόνο 0,4 τοις εκατό των ψήφων το 1936 και 0,2% το 1940 υποδηλώνει περαιτέρω ότι δεν υπήρχε μεγάλο απόθεμα μαζικού πολιτικού ριζοσπαστισμού που να μην είχε αξιοποιηθεί από τους προδότες ηγέτες των συνδικάτων και τους ρεφορμιστές.

Αν και το Νιου Ντιλ δεν κατάφερε να εγκαθιδρύσει τη σοσιαλδημοκρατία στην Αμερική, πόσο μάλλον τον σοσιαλισμό, προσέφερε ωστόσο έναν άνευ προηγουμένου βαθμό οικονομικής ασφάλειας και εργασιακής ελευθερίας σε δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενους. Αυτό δεν ήταν καθόλου μικρό κατόρθωμα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον. Αν δεν υπήρχαν οι ρεαλιστές ριζοσπάστες, η Αμερική δεν θα είχε προχωρήσει τόσο πολύ στην κατεύθυνση της μεταφοράς εξουσίας και πόρων στους εργαζόμενους. Και πουθενά αλλού οι εργαζόμενοι δεν προχώρησαν τόσο πολύ όσο στο Μιλγουόκι.

Συμπέρασμα

Η εμπειρία του Μιλγουόκι αποδεικνύει όχι μόνο ότι η Αριστερά μπορεί να κυβερνήσει, αλλά και ότι μπορεί να το κάνει με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τους πολιτικούς του κατεστημένου. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο οι υπερασπιστές του κατεστημένου ανησυχούν τόσο πολύ για τον δημοκρατικό σοσιαλιστή δήμαρχο Ζοχράν Μαμντάνι. Ενώ η ιστορία του «σοσιαλισμού των υπονόμων» παρέχει έναν οδικό χάρτη για τους ριζοσπάστες που σήμερα στοχεύουν στην οικοδόμηση ενός σοσιαλιστικού κινήματος πλειοψηφίας, θα ήταν αντίθετο προς το μη δογματικό πνεύμα του Μπέργκερ και των συντρόφων του να προσπαθήσουν απλώς να κάνουν copy paste τις τακτικές τους στο διαφορετικό πλαίσιο της σημερινής εποχής. Ο χώρος στις Ηνωμένες Πολιτείες για τρίτα κόμματα, για παράδειγμα, έχει συρρικνωθεί λόγω της άνευ προηγουμένου κομματικής πόλωσης και της ανόδου του ακροδεξιού αυταρχισμού (αυξάνοντας τον κίνδυνο «χαμένων» ψήφων), της εθνικοποίησης της πολιτικής (μειώνοντας τον χώρο για τοπικά τρίτα κόμματα) και μιας εκατονταετούς εδραίωσης των προκριματικών εκλογών (αυξάνοντας την ικανότητα των ανταρτών να δράσουν αυτοδύναμα στο πλαίσιο των υφιστάμενων κομμάτων).

Αλλά δεδομένου ότι θα ασκηθεί τόσο μεγάλη πίεση στον Μαμντάνι να κυβερνήσει, στην καλύτερη περίπτωση, ως προοδευτικός μεμονωμένος παράγοντας, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η συνεχιζόμενη επιτυχία του «σοσιαλισμού των υπονόμων» εξαρτιόταν από την οικοδόμηση και τη στήριξη σε μια ανεξάρτητη ριζοσπαστική οργάνωση ριζωμένη σε ένα μαζικό εργατικό κίνημα, ένα κίνημα αρκετά ισχυρό και αυτόνομο ώστε να απειλεί αξιόπιστα τους πολιτικούς του κατεστημένου με εκλογική ήττα αν δεν συμμορφώνονταν με τις σοσιαλιστικές πολιτικές απαιτήσεις. Η εξάρτηση κυρίως από παρασκηνιακές συμφωνίες και έξυπνη επικοινωνία σήμερα δεν θα είναι αρκετή στη Νέα Υόρκη — ή οπουδήποτε αλλού — για να διατηρήσει τον λαϊκό ενθουσιασμό, να χτίσει αρκετή δύναμη ώστε να αναγκάσει τους κεντρώους πολιτικούς να περάσουν μετασχηματιστικές απαιτήσεις, ή να αλλάξει ριζικά τους συσχετισμούς των ταξικών δυνάμεων.

Γι’ αυτό οι σημερινοί αριστεροί δήμαρχοι θα πρέπει να αξιοποιήσουν την πλατφόρμα και τη νομιμότητά τους για να ενθαρρύνουν ενεργά την οργάνωση της εργατικής τάξης και να χτίσουν ανεξάρτητες πολιτικές οργανώσεις όπως οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής. Ενώ οι «σοσιαλιστές των υπονόμων» του Μιλγουόκι εκλέχθηκαν από ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα με βάση το οργανωμένο εργατικό κίνημα και τις εργατικές γειτονιές, οι σημερινές εκλογικές επιτυχίες έχουν ξεπεράσει κατά πολύ την οργανωμένη δύναμη των εργατών και των ριζοσπαστών στο πραγματικό έδαφος. Όλα εξαρτώνται από το αν η πλευρά μας μπορεί να στηριχθεί στις πρόσφατες μεγάλες εκλογικές μας νίκες και στα δημόσια αξιώματα για να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, οικοδομώντας την οργανωμένη δύναμη των εργαζομένων από τη βάση προς την κορυφή.

Όλη αυτή η συζήτηση για τον «σοσιαλισμό των υπονόμων» θα φανεί σίγουρα σε ορισμένους ριζοσπαστικούς κριτικούς ως ανεπαρκώς επαναστατική. Όμως, όπως δείχνει η εμπειρία του Μιλγουόκι, η καλύτερη στρατηγική της Αριστεράς για να κερδίσει περισσότερους εργαζόμενους στην υπόθεση του σοσιαλισμού είναι να επιφέρει πραγματικές βελτιώσεις στη ζωή των ανθρώπων εδώ και τώρα, ενώ ταυτόχρονα προωθεί και οργανώνει δράσεις γύρω από αντικαπιταλιστικές ιδέες. Ακόμη και οι μικρές νίκες που αποσπώνται μέσω οργανωμένου αγώνα αυξάνουν τις προσδοκίες, δημιουργούν ελπίδα και συμβάλλουν στην οικοδόμηση του κόμματος. Οι εργαζόμενοι χρειάζεται να δουν και να νιώσουν ότι ο σοσιαλισμός είναι προς το συμφέρον τους. Οι ιδεολογικές συζητήσεις, από μόνες τους, έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα.

Η υποψηφιότητα με στόχο τη νίκη και την υλοποίηση των στόχων μέσω του καπιταλιστικού κράτους ενέχει κίνδυνο ενσωμάτωσης στο σύστημα; Σίγουρα. Όμως δεν υπάρχει τρόπος να αναπτυχθεί ουσιαστικά η Αριστερά στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να προσπαθήσουμε να ισορροπήσουμε σε αυτή τη λεπτή γραμμή. Συγκριτικές ιστορικές μελέτες της αμερικανικής αριστεράς έχουν πράγματι δείξει ότι όλες οι περισσότερο επιτυχημένες περιπτώσεις μαζικής πολιτικής της εργατικής τάξης στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει κάποια εκδοχή αυτού του ρεαλιστικού ριζοσπαστισμού, από το Κόμμα Αγροτών–Εργατών της Μινεσότα, μέχρι τον σοσιαλισμό των Εβραίων μεταναστών της Νέας Υόρκης, και τους κομμουνιστές του Λαϊκού Μετώπου στα τέλη της δεκαετίας του 1930.21

Ένας ρεαλιστικά ριζοσπαστικός προσανατολισμός δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τους στόχους για ένα σοσιαλιστικό μέλλον ή να διαλυθούμε στα θολά νερά του προοδευτισμού. Απαιτεί όμως να συμμετέχουμε στις εκλογές με στόχο τη νίκη και την υλοποίηση των υποσχέσεων, υιοθετώντας ταυτόχρονα την έμφαση που δίνει ο Μπέργκερ στην ενίσχυση της οργανωτικής δύναμης των εργαζομένων: «Πρέπει, πάνω απ’ όλα, να επιτύχουμε την ηθική, σωματική και πνευματική ενδυνάμωση του προλεταριάτου». Οι συμβιβασμοί που μας οδηγούν προς αυτή την κατεύθυνση είναι χρήσιμοι· εκείνοι που μας απομακρύνουν από αυτήν, όχι.

Για να νικήσουμε την ακροδεξιά, να κερδίσουμε τη σοσιαλδημοκρατία και τελικά να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό, αυτό που χρειάζονται οι εργαζόμενοι, πάνω απ’ όλα, είναι ισχυρότερη οργανωμένη δύναμη. Η οικοδόμηση αυτής της δύναμης από τη βάση μπορεί να συμβεί μόνο αν οι σοσιαλιστές εντός και εκτός του κράτους αρχίσουν να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Σημειώσεις

  1. Εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά, οι κύριες πηγές του άρθρου είναι οι δύο εφημερίδες που εξέδιδε ο Βίκτορ Μπέργκερ, The Social Democratic Herald και The Milwaukee Leader, καθώς και τα εξής έργα: Marvin Wachman, History of the Social-Democratic Party of Milwaukee, 1897–1910 (Urbana: University of Illinois Press, 1945)· Arnold Kaltinick, «Socialist Municipal Administration in Four American Cities: Milwaukee, Schenectady, New Castle, Pennsylvania, and Conneaut, Ohio, 1910–1916» (διδακτορική διατριβή, New York University, 1982)· Edward John Muzik, «Victor L. Berger: A Biography» (διδακτορική διατριβή, Northwestern University, 1960)· Floyd J. Stachowski, «The Political Career of Daniel Webster Hoan» (διδακτορική διατριβή, Northwestern University, 1966)· Elmer A. Beck, The Sewer Socialists: A History of the Socialist Party of Wisconsin, 1897–1940, 2 τόμ. (Fennimore, WI: Westburg Associates, 1982). Οι πλήρεις παραπομπές είναι διαθέσιμες από τον συγγραφέα κατόπιν αιτήματος.
  2. Joshua Kluever, «The Golden Age of Pragmatic Socialism: Wisconsin Socialists at the State Level, 1919–37», Journal of the Gilded Age and Progressive Era 22, αρ. 2 (2023).
  3. Gary Marks και Matthew Burbank, «Immigrant Support for the American Socialist Party, 1912 and 1920», Social Science History 14, αρ. 2 (1990): 191.
  4. Muzik, «Victor L. Berger», 21.
  5. Eric Blanc, Revolutionary Social Democracy: Working-Class Politics Across the Russian Empire (1882–1917) (Leiden: Brill, 2021).
  6. Wachman, History of the Social-Democratic Party of Milwaukee, 35. Το κόμμα του Ουισκόνσιν μετονομάστηκε από SDP σε Σοσιαλιστικό Κόμμα το 1916· για λόγους συνέπειας, στο κείμενο χρησιμοποιείται το ακρωνύμιο SDP και για την περίοδο μετά το 1916.
  7. Thomas W. Gavett, Development of the Labor Movement in Milwaukee (Madison: University of Wisconsin Press, 1965), 206.
  8. Beck, The Sewer Socialists, 26.
  9. Παρατίθεται στο William J. Reese, «‘Partisans of the Proletariat’: The Socialist Working Class and the Milwaukee Schools, 1890–1920», History of Education Quarterly 21, αρ. 1 (1981): 9.
  10. Παρατίθεται στο Kaltinick, «Socialist Municipal Administration», 37.
  11. Melvyn Dubofsky, «Success and Failure of Socialism in New York City, 1900–1918: A Case Study», Labor History 9, αρ. 3 (1968).
  12. Henry Pelling, «The Rise and Decline of Socialism in Milwaukee», Bulletin of the International Institute of Social History 10, αρ. 2 (1955): 91.
  13. Seymour Martin Lipset και Gary Marks, It Didn’t Happen Here: Why Socialism Failed in the United States (Νέα Υόρκη: W. W. Norton, 2000).
  14. Robert F. Hoxie, «‘The Rising Tide of Socialism’: A Study», Journal of Political Economy 19, αρ. 8 (1911): 631.
  15. Παρατίθεται στο Michael E. Stevens, «‘Give ’em Hell, Dan!’: How Daniel Webster Hoan Changed Wisconsin Politics», Wisconsin Magazine of History 98, αρ. 1 (2014): 25.
  16. Eric Blanc, «Don’t Cancel Sewer Socialism», Labor Politics, 22 Δεκεμβρίου 2025, laborpolitics.com/p/from-white-supremacy-to-anti-racism.
  17. James J. Lorence, «‘Dynamite for the Brain’: The Rise and Fall of Socialism in Central and Lakeshore Wisconsin, 1910–1920», Wisconsin Magazine of History 66, αρ. 4 (1983).
  18. Kluever, «Golden Age of Pragmatic Socialism», 218.
  19. Todd J. Fulda, «Daniel Hoan and the Golden Age of Socialist Government in Milwaukee», American Journal of Economics and Sociology 75, αρ. 1 (2016): 254.
  20. Eric Schickler και Devin Caughey, «Public Opinion, Organized Labor, and the Limits of New Deal Liberalism, 1936–1945», Studies in American Political Development 25, αρ. 2 (2011)· Anthony Michael Daniel, «From Wagner to Taft-Hartley, Revisited» (διδακτορική διατριβή, Columbia University, 2017).
  21. Lipset και Marks, It Didn’t Happen Here.