Quis custodies custodiet? Ποιος φυλάσσει τους φύλακες;
Ι) Τις βραδυνές ώρες του Σαββάτου 11 Ιουλίου 2026 ξεψύχησε, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, ο εικοσάχρονος Θοδωρής Ζαβραδινός-Καραμπαμπάς μια και ενωρίτερα δέχτηκε είκοσι έναν πυροβολισμούς από διενεργούντες αστυνομικό έλεγχο αστυνομικούς, επειδή δεν σταμάτησε στο σήμα στάσης τους, επιχειρώντας να αποφύγει τον νόμιμο αστυνομικό έλεγχο. Η δολοφονία ανθρώπων από πυρά αστυνομικών δεν είναι σπάνιο φαινόμενο για τα δεδομένα της ελληνικής έννομης τάξης, τον τελευταίο δε καιρό αποκτά και πρωτοφανέρωτη συχνότητα. Με το φαινόμενο είχαμε ασχοληθεί και παλαιότερα προβαίνοντας σε νομικές, κατά βάσιν, αναλύσεις προς απόκρουση των αισχρών αιτιάσεων των αστυνομικών δολοφόνων και των ιδεολογικά και πολιτικά εντεταλμένων υπερασπιστών τους1. Λόγω της συγκλονιστικής σπουδαιότητας της τελευταίας προαναφερθείσας δολοφονίας άοπλου νεαρού ανθρώπου από αστυνομικούς στο Άργος, ας μας επιτραπεί μία επιτροχάδην σύνοψη μερικών σκέψεών μας που αναφέρονται και ερμηνεύουν τις οικείες, επί του προκειμένου, νομικές μας διατάξεις.
Η Ελλάδα δεν ήταν (τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα!) ένας πολιτικοκοινωνικός χώρος οι αστυνομικοί του οποίου, αμιλλώμενοι αντάξια τους συναδέλφους τους της Αλαμπάμα, θεωρούν ότι τους παρέχεται πλήρης δυνατότητα «απεριόριστης αυτοέκφρασης» σε σχέση με την καταπολέμηση αξιόποινων πράξεων. Από στενή νομική άποψη εξακολουθεί και σήμερα, έν τινι μέτρω, βέβαια, να μην είναι τέτοιος χώρος. Τώρα, το αν η υφιστάμενη ακόμη(;) νομική πραγματικότητα, δεν εξυπηρετεί τις «ανάγκες» της πολιτικής και κοινωνικής συγκυρίας, όπως τις προσδιορίζει η κυρίαρχη ταξική βούληση και επιχειρεί να τις υλοποιήσει το υπηρετικό-πολιτικό προσωπικό της, ας επιχειρήσει το τελευταίο να την «προσαρμόσει» νομοθετικά στις υπόρρητες και οπισθόβουλες προσδοκίες του. Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να την σέβεται πριν την αντικαταστήσει. Αυτό επιτάσσουν οι στοιχειώδεις κανόνες της «νομιμότητας» υπέρ της οποίας αόκνως κόπτονται οι κυβερνητικοί και τηλεοπτικοί υπάλληλοι.
Μέχρι το 2003 ίσχυε ο Νόμος 29/1943 (ναι, ναι της δωσίλογης κυβέρνησης της αλλοεθνούς φασιστικής Κατοχής) που ρύθμιζε το ζήτημα της χρήσης όπλων «από δημόσια δύναμη». Με τις κατά καιρούς εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις ο πιο πάνω Κατοχικός Νόμος ερμηνεύτηκε και προσαρμόστηκε σύμφωνα με τα μεταπολιτευτικά δεδομένα μας. Έτσι, κρίθηκε πως οι προϋποθέσεις της οπλοχρησίας εκ μέρους της «δημόσιας δύναμης» έπρεπε να συναχθούν με βάση τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί άμυνας (άρθρο 22), περί κατάστασης ανάγκης που αποκλείει το άδικο (άρθρο 25), περί προσταγής (άρθρο 26) και περί ενάσκησης δικαιώματος ή εκπλήρωσης καθήκοντος που επιβάλλεται απ’ τον Νόμο (άρθρο 20). Ως βασικές προϋποθέσεις της νόμιμης οπλοχρησίας εκ μέρους «της δημόσιας δύναμης» καθορίστηκαν οι ακόλουθες αρχές: α) της αναγκαιότητας, β) της αναλογικότητας και γ) της επιείκειας. Επομένως, οποιαδήποτε υπαίτια υπέρβαση αυτών των αρχών καθίσταται αυτομάτως α ξ ι ό π ο ι ν η2. Τέσσερα χρόνια αργότερα από την προαναφερθείσα Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το 1992, δηλαδή το 1996, κρίθηκε πως οι διατάξεις του πιο πάνω Κατοχικού Νόμου και πιο συγκεκριμένα οι διατάξεις του άρθρου 1, εδάφια ε’ και στ’ τούτου, που επιτρέπουν στους αστυνομικούς την χρήση όπλων για εκφοβισμό, τραυματισμό ή θανάτωση κρατουμένων που δ ρ α π ε τ ε ύ ο υ ν ή αποπειρώνται να α π ο δ ρ ά σ ο υ ν, αντιβαίνουν στα άρθρα 5 παράγραφος 2 και 7 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ιδίως μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής και γι’ αυτό, ΔΕΝ εφαρμόζονται3. Στις 24-7-2003 τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 3169/2003 με βάση τον οποίο καταργήθηκε ο προαναφερθείς Κατοχικός Νόμος και ρυθμίστηκε, εκ νέου, η οπλοφορία και η οπλοχρησία εκ μέρους των αστυνομικών. Κατ’ άρθρο 3 του Νόμου αυτού ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει χρήση πυροβόλου όπλου, εφόσον, αυτό απαιτείται για την εκπλήρωση του καθήκοντός του, ΜΟΝΟΝ όταν συντρέχουν οι ακόλουθες, συνοπτικά, προϋποθέσεις: α) έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, β) έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση πυροβόλου όπλου και γ) η χρήση πυροβόλου όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της επαπειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής (ο γνωστός κανόνας του Δικαίου: Δεν πυροβολούμε τα σπουργίτια με κανόνια). Με την παράγραφο 6 του αυτού άρθρου 3, «πυροβολισμός εξουδετέρωσης» (και τέτοιος είναι εκείνος που αποσκοπεί στο να πληγεί άνθρωπος και πιθανολογείται ακόμη και ο θάνατός του) επιτρέπεται ΜΟΝΟΝ σε δύο περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις: α) για την απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαρειάς σωματικής βλάβης ανθρώπου και β) για την διάσωση ομήρων, για τους οποίους απειλείται κίνδυνος θανάτου ή βαρειάς σωματικής βλάβης. Σε κάθε άλλη περίπτωση απαγορεύεται πυροβολισμός με στόχευση ανθρώπου. Κάτι πιο εκεί: με την παράγραφο 7 του αυτού άρθρου 3 περίπτωση δ’, απαγορεύεται ΡΗΤΑ ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο! Ο αστυνομικός που θα παραβιάσει τις προεκτεθείσες απαγορευτικές διατάξεις διαπράττει ιδιαίτερο έγκλημα επ’ απειλή αυτοτελούς ποινικής κύρωσης, δηλαδή φυλάκισης από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) χρόνια, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του ίδιου Νόμου 3169/2003.
Το μόλις προαναφερθέν ιδιαίτερο έγκλημα (έγκλημα ο δράστης του οποίου έχει υποχρεωτικά μια συγκεκριμένη ιδιότητα, εν προκειμένω εκείνη του αστυνομικού) συρρέει αληθώς με το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση που διαπράττει ο αστυνομικός που πυροβολεί και φονεύει τον κρατούμενο που αποπειράται να δραπετεύσει ή το άτομο που τρέπεται σε φυγή όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο. Η μεγάλη σημασία, ίσως σπουδαιότητα, που έχει η ενοχή του δράστη αστυνομικού γι’ αυτό το ιδιαίτερο έγκλημα που διέπραξε, δεν εξαντλείται στην συνολική βαρύτερη επιμέτρηση των επιβληθησομένων ποινών εις βάρος του αλλά σε κάτι άλλο: η κήρυξη της ενοχής του γι’ αυτό το ιδιαίτερο έγκλημα του (απαγορευμένος πυροβολισμός εξουδετέρωσης με θανατηφόρο αποτέλεσμα) α π ο σ τ ε ρ ε ί τον κατηγορούμενο αστυνομικό σχεδόν από κάθε εύλογο αντιρρητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του μια και τον εμφανίζει ως αυθαιρετούντα συνειδητά με άμεσο, ορατό αποτέλεσμα της αυθαιρεσίας του τον επελθόντα, υπαιτιότητί του, θάνατο του αποπειραθέντος να δραπετεύσει, ή ακόμα χειρότερα, του ατόμου που τράπηκε σε φυγή ενώ εκλήθη να υποστεί νόμιμο έλεγχο. Το συμπέρασμα; Όσοι υποστηρίζουν πως οι Έλληνες αστυνομικοί δικαιούνται, κατά Νόμον, να πυροβολούν (και να σκοτώνουν) εική και ως έτυχεν, παραθεωρούν τη ν ο μ ι μ ό τ η τ ά μας ακόρεστοι εραστές της οποίας διατείνονται ότι είναι. Η φιλονομία τους είναι κίβδηλη και γι’ αυτό εξαιρετικά επικίνδυνη.
II) Ένας στοιχειωδώς προσεκτικός παρατηρητής των προαναφερθεισών, απαγορευτικών αστυνομικής οπλοχρησίας, διατάξεων θα προσέξει τούτο: Η ratio decidenti (δικαιολογητικός λόγος θέσπισής τους) έχει στον εσωτερικό πυρήνα της την επιθυμία του νομοθέτη να εξαλείψει την αστυνομική αυθαιρεσία με αιχμή της την δολοφονία ανθρώπων με το πρόσχημα της απόπειρας απόδρασής τους. Αυτό είναι το νόημα των προπαρατεθεισών Γνωμοδοτήσεων του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το οποίο υιοθετήθηκε, καθ’ ολοκληρίαν, από τον νομοθέτη του Ν.3169/2003. Οι εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις δεν εκδόθηκαν εν κενώ, δεν συνιστούσαν ασκήσεις νομικής ευφυΐας επί χάρτου· εκδόθηκαν διότι το απαιτούσαν πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και, μάλιστα, επιτακτικώς γι’ αυτό και η μία ακολουθεί και συμπληρώνει την άλλη σε διάστημα μόλις τεσσάρων ετών. Επεδίωκαν να θέσουν φραγμό στην συγκεκριμένη αστυνομική αυθαιρεσία ακραίας μορφής η οποία επαναλαμβανόταν ανησυχητικά. Ενώ η θανατική ποινή είχε καταργηθεί νομοθετικά προ πολλού, με την προαναφερθείσα δυσώδη αστυνομική αυθαιρεσία είχαμε νεκρανάστασή της και, μάλιστα, με την πλέον απεχθή μορφή της: δεν την επέβαλε κάποιο δικαστήριο που ακολούθησε κάποιες-υποτιθέμενες έστω-διαδικαστικές εγγυήσεις, αλλά κάποιος ή κάποιοι αστυνομικοί εντελώς αυθαίρετα και με απολαυστική μοχθηρία. Στην περίπτωση αυτή ο ένοπλος φύλακας της έννομης τάξης λειτούργησε ως βάναυσος και απροσχημάτιστος καταπατητής της. Και το έκανε ανέμελα και αδίστακτα. Η συγκεκριμένη αξιόποινη συμπεριφορά του δεν είναι μόνο απότοκος αντιληπτικής βραδύτητάς του·είναι απαύγασμα του ψυχοπνευματικού του κόσμου που τον ωθεί, αυτόν τον ένοπλο φύλακα της έννομης τάξης, να απαιτεί από τους συμπολίτες του, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ένα είδος kadavergehorsam (πτωματικής υπακοής). Στον πυρήνα της σκέψης του, ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι διαθέτει κάποιο είδος σκέψης, εδράζεται η ακλόνητη πεποίθησή του ότι ο ίδιος ΔΕΝ υπόκειται στους κανόνες της ανθρώπινης συμβίωσης, δεν περιορίζεται από νόμους οι οποίοι ισχύουν μόνον για τους άλλους. Ο ίδιος είναι ο κλητός που ή θα τους αλλάξει κατά βούληση, ή θα τους παραθεωρεί με έμπρακτη περιφρόνηση αναμένοντας, μετά νευρικής αδημονίας, πότε επιτέλους οι κοινωνικές και πολιτικές περιστάσεις θα δώσουν το ελεύθερο, στην τραχύτητα και στην αναλγησία του και θα του επιτρέψουν να είναι όσο στυγνός ποθεί η καρδιά του. Ένας πόθος για μια νέα «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών» στην οποία ο ίδιος θα εμφανιστεί ως «βασιλικός ανήρ», ως η σύγχρονη εκδοχή της Lex Animata (Έμψυχου Νόμου) που θα αντικαταστήσει κάθε νόμο και κάθε νομιμότητα με μόνη την ένστολη και ένοπλη παρουσία του4.
ΙΙΙ) Η εν ψυχρώ δολοφονία ανθρώπων από υποτιθέμενους φύλακες της έννομης τάξης, πρωτίστως αστυνομικούς υπαλλήλους ή ακόμη και στρατιωτικούς, όταν οι τελευταίοι αναλάμβαναν, ασμένως βέβαια, εκτεταμένα αστυνομικά καθήκοντα όπως συνέβη λ.χ. κατά την επτάχρονη φασιστική Χούντα, με το πρόσχημα της παρεμπόδισης επιχειρούμενης απόδρασης του δολοφονηθέντος κρατουμένου, δεν είναι καινοφανές φαινόμενο, ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Τουναντίον, είναι μια διαχρονική καταφυγή όλων των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών που επιθυμούν και το μέγιστο της καταστολής και την ταυτόχρονη ένδυσή της με νομιμοφανές προσωπείο που προσδίδει κάποια, διάτρητη έστω, νόμιμη επίφαση στην εγκληματική τους συμπεριφορά. Ας δούμε κάποια διαχρονικά, ακραία παραδείγματα για να διαπιστώσουμε την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού μας. Στις 26 και 27 Ιουλίου του 1924 διαδραματίσθηκαν τα γνωστά ως «γεγονότα του Τέρλις» όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό χωριό Βαθύτοπος της Δράμας. Το Τέρλις και τα όμορα χωριά Καράκιοϊ και Λόφτσα (σημερινές ονομασίες Κατάφυτο και Ακρινό Δράμας) κατοικούνταν από 800 οικογένειες εκ των οποίων οι 750 ήσαν βουλγαρικές και οι υπόλοιπες 50 ελληνικές, πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και την Θράκη. Την εποχή εκείνη είχε επιβληθεί ο στρατιωτικός νόμος και στην περιφέρεια των πιο πάνω χωριών, την εξουσία την ασκούσε εν τοις πράγμασιν, κάποιος «οπλαρχηγός-υπολοχαγός» ονόματι Δοξάκης. Το βράδυ του Σαββάτου 26 Ιουλίου 1924, έξω από το Τέρλις ακούστηκαν πυροβολισμοί και εκτοξεύθηκαν 6 έως 7 χειροβομβίδες. Θεωρήθηκε επίθεση Βούλγαρων κομιτατζήδων, ο δε στρατιωτικός διοικητής διέταξε την σύλληψη 60 με 70 Βουλγάρων, από τα τρία προαναφερθέντα χωριά γιατί τους θεώρησε υπόπτους. Την Κυριακή το πρωί (27 Ιουλίου 1924) 27 από τους συλληφθέντες εστάλησαν, δεμένοι με σχοινί, στο χωριό Βροντού με συνοδεία δέκα (10) ενόπλων υπό τις διαταγές του «οπλαρχηγού-υπολοχαγού» Δοξάκη. Επέστρεψε πέντε με έξι ώρες αργότερα με την συνοδεία του και ανέφερε ότι είχε κτυπηθεί από κομιτατζήδες. Οι κρατούμενοι, επωφελούμενοι από την μάχη, προσπάθησαν να διαφύγουν και εκείνος αναγκάσθηκε να σκοτώσει δεκαεπτά (17) ενώ οι υπόλοιποι δέκα (10) κατόρθωσαν να διαφύγουν5. Το περιστατικό προκάλεσε εντύπωση στην Ελλάδα και ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών από την Βουλγαρία. Η παρέμβαση της Κ.τ.Ε (το προπολεμικό αντίστοιχο του σημερινού Ο.Η.Ε) οδήγησε στην σύσταση ανακριτικής επιτροπής, το πόρισμα της οποίας επέρριπτε τις ευθύνες για το επεισόδιο στις ελληνικές τοπικές αρχές. Για το συγκεκριμένο επεισόδιο, η Κ.τ.Ε. «απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση, την οποία θεώρησε αμέτοχη στο σχεδιασμό του, να διασφαλίσει την “παραδειγματική” τιμωρία των ενόχων». Τον Ιανουάριο του 1925 ο «οπλαρχηγός-υπολοχαγός» Δοξάκης θεωρήθηκε ένοχος, από το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, και καταδικάστηκε σε «πρόσκαιρα δεσμά» δεκαπέντε ετών. Ωστόσο, πριν ακόμη παρέλθει έτος από την καταδίκη του, αποφυλακίστηκε και ανέλαβε ξανά υπηρεσία στην πόλη των Σερρών6. Προφανώς το εθνοφελές άμα τε και θεάρεστο έργο του επισκίαζε τις κατά συρροήν (δεκαεπτά (17) ανθρωποκτονίες με πρόθεση που διέπραξε!
Στα ισπανικά υπήρχε η ανατριχιαστικού περιεχομένου έκφραση «L e y d e F u g a». Ήταν ένα μείγμα ευτελούς σαρκασμού, χλευαστικού κυνισμού με επικάλυψη βάναυσου αστείου. Περί τίνος επρόκειτο; Μεταφράζεται ως «Νόμος της Φυγής» ορθότερα όμως, ως «Νόμος της Απόδρασης». Ο «Νόμος» αυτός έδινε το δικαίωμα στους αστυνομικούς να εκτελούν αυτοδικαίως και άνευ οποιασδήποτε διαδικασίας οποιονδήποτε συλληφθέντα επιχειρούσε να αποδράσει. Στην πραγματικότητα, ο «Νόμος» αυτός χρησιμοποιούνταν από τις Αρχές για την άμεση εξόντωση συνδικαλιστών, αναρχικών και λοιπών επαναστατών με την π ρ ό φ α σ η «της απόπειρας απόδρασης» των κρατουμένων κατά την μεταφορά τους μια και οι αστυνομικοί που τους συνόδευαν μπορούσαν να τους δολοφονήσουν πυροβολώντας τους σχεδόν πάντα πισώπλατα. Για τους ένστολους και ένοπλους δολοφόνους η πιο πάνω προτιμώμενη διαδικασία φυσικής εξόντωσης είχε ένα μέγιστο «δικονομικό» πλεονέκτημα: ο ήδη δολοφονηθείς ΔΕΝ δύναται να αντιλέξει στους ψευδείς ισχυρισμούς και επινοημένες αιτιάσεις του δολοφόνου του. Η εξιστόρηση του τελευταίου αξιολογείται ως αξιόπιστη γιατί δεν αντικρούεται από κανένα άλλο στοιχείο. Επιπλέον, εξυπηρετεί θαυμάσια και τις οπισθόβουλες επιθυμίες των φυσικών και πολιτικών προϊσταμένων του δολοφόνου, πράγμα που το ξέρει καλά, πολύ καλά, ο τελευταίος. Η προπεριγραφείσα δολοφονική μεθόδευση ήταν ιδιαιτέρως διαδεδομένη κατά την δεκαετία του 1920, όταν η αντιπαράθεση της C.N.T με την εργοδοσία έφτασε στο ζενίθ της (χρόνια της εργοδοτικής τρομοκρατίας και των «πιστολέρος») αλλά και κατά την διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης και στα πρώτα χρόνια της φασιστικής δικτατορίας του Φράνκο. Επρόκειτο για εκτεταμένες εν ψυχρώ δολοφονίες αντιπάλων του αντιδραστικού ισπανικού καθεστώτος από κρατικά όργανα τα οποία υποτίθετο ότι ήσαν οι φύλακες της έννομης τάξης. Στην πραγματικότητα ενεργούσαν ipso jure: εκτελούσαν, ταυτόχρονα, χρέη αστυνομικού, εισαγγελέα, δικαστή και δήμιου-εκτελεστή θανατικής ποινής την οποία οι ίδιοι επέβαλαν, κατά το δοκούν, και έξω από κάθε προβλεπόμενη δικαστική διαδικασία. Αυτή η καθιερωμένη ατιμωρησία για τις αμέτρητες δολοφονίες αντιπάλων του αντιδραστικού καθεστώτος, φθείρει, κατατρώει τις ψυχές των ανθρώπων, όλων όσοι το βλέπουν, όλων όσοι το γνωρίζουν, με εξαίρεση τις ψυχές εκείνων που τις διαπράττουν: η μέθη από την εξουσία επί των ανθρώπων, η ατιμωρησία, ο χλευασμός, οι ταπεινώσεις και οι ύβρεις είναι το ηθικό μέτρο για την καριέρα τους! Είναι η επιβράβευση κάθε εγκληματικού στοιχείου που κρύβει στην ψυχή του ο άνθρωπος. Πρόκειται για τον πλέον αξιόπιστο ορισμό της κοινωνικής και ηθικής σήψης7.
Ο «Νόμος της Απόδρασης» έλαβε εφιαλτικότερες διαστάσεις στην «έννομη τάξη» της Σοβιετικής Ένωσης. Η φράση «σκοτώθηκε κατά την απόπειρα απόδρασής του» ήταν συνήθης. Τούτο, όμως, δεν σημαίνει ότι ήταν και ειλικρινής, ειμή μόνον εν μέρει: το «σκοτώθηκε» ανταποκρινότανε στην πραγματικότητα, όχι όμως και το «κατά την απόπειρα απόδρασης», τουλάχιστον όχι πάντοτε. Οι φύλακες των πολυάριθμων στρατοπέδων συγκέντρωσης έβλεπαν τον εαυτό τους σαν Θεό, σαν τον μοναδικό εκπρόσωπο της εξουσίας, σαν άνθρωπο άλλης, ανώτερης ράτσας. Η μεθόδευση της δολοφονίας με πρόσχημα μιαν επινοημένη «απόπειρα απόδρασης» του κρατούμενου ήταν πασίγνωστη ανάμεσα στους κρατούμενους. Προκειμένου να την αποτρέψουν με κάθε θυσία, πάνω στην απόγνωσή τους, ζητούσαν ικετευτικά από την ένοπλη συνοδεία τους να τους δέσουν τα χέρια στην πλάτη τους, πισθάγκωνα, ενέργεια που θα καθιστούσε αδύνατη, μετά ταύτα, οποιαδήποτε απόπειρα απόδρασης, γεγονός που ίσως εμπόδιζε την ένοπλη συνοδεία να τους δολοφονήσει στην διαδρομή με την αιτιολογία της «απόπειρας απόδρασης». Όταν σκότωναν οι φύλακες τους δραπέτες, για να μην κουβαλάνε τα πτώματά τους στο στρατόπεδο, έκοβαν τις παλάμες των δραπετών από τους καρπούς των χεριών τους, και μετέφεραν με τα σακίδιά τους τα «αποδεικτικά» της σύλληψης των δραπετών στο στρατόπεδο. Ενδιέφερε η ταυτοποίηση του αποτυχόντος δραπέτη. Αυτό ήταν το ζητούμενο και όχι η δολοφονία του8. Βλέπεις, οι αισθήσεις τέτοιων ανθρώπων είναι πολύ πιο πλούσιες από τις σκέψεις τους ακόμη κι όταν βλέπουν με γυάλινα μάτια εντόμου.
IV) Μετά την δολοφονία του εικοσάχρονου Θοδωρή Ζαβραδινού-Καραμπαμπά στο Άργος, και κατά την διενέργεια της κύριας (τακτικής) Ανάκρισης, οι κατά τόπον αρμόδιοι Ανακριτής και Εισαγγελέας απεφάσισαν την προσωρινή κράτηση (προφυλάκιση) των ενεχομένων αστυνομικών, γεγονός που έγινε. Τότε αρκετές ενώσεις αστυνομικών υπαλλήλων από διάφορες περιοχές της χώρας, με δημόσιες δηλώσεις τους, ετάχθησαν κατά της προφυλάκισης των συγκεκριμένων συναδέλφων τους και, ταυτόχρονα, υπέρ των προφυλακισμένων συναδέλφων τους, τους οποίους κατονόμασαν ως θύματα του υπηρεσιακού τους καθήκοντος. Προφανέστατα το «υπηρεσιακό τους καθήκον» το ερμηνεύουν ως πλήρως αποδεσμευμένο από τον Νόμο που ρυθμίζει την οπλοχρησία των αστυνομικών. Αυτό το υποχρεωτικό γι’ αυτούς νομοθετικό πλαίσιο το παραθεωρούν εκλαμβάνοντάς το ως λεπτομέρεια ανάξια οποιουδήποτε σχολιασμού, ως εντρύφημα αργόσχολων διανοουμένων αποκομένων απ’ την υπηρεσιακήν ενασχόληση των αστυνομικών και την κοινωνική ζωή γενικότερα. Το ότι οι δράστες της αποτρόπαιης δολοφονίας αστυνομικοί πυροβόλησαν είκοσι μία φορές έναν νεαρό άοπλο, που φορούσε μόνο το μαγιό του και επεχείρησε να διαφύγει απ’ τον αστυνομικό έλεγχο, δεν αποτελεί γι’ αυτούς μια ad hoc περίπτωση παραβίασης της διάταξης του άρθρου 3 παράγραφος 7 περίπτωση δ΄ του Ν.3169/2003 («απαγορεύεται ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο»), αλλά πράξη που συγκροτεί «υπηρεσιακό καθήκον» γι’ αυτό και τάσσονται αλληλέγγυοι με τους «αδικημένους» συναδέλφους τους. Η έμπρακτη περιφρόνηση της ν ο μ ι μ ό τ η τ α ς είναι πρόδηλη για να μην πούμε αυτόδηλη. Μόλις χρειάζεται να τονισθεί, εκ νέου, ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά δεν αναφέρεται σε στοιχεία του υπόκοσμου που χαρακτηρίζεται από σαθρό αξιακό υπόβαθρο, ή, ίσως, και εντελώς ανύπαρκτο, αλλά σε προανακριτικούς υπαλλήλους εντεταλμένους την τήρηση και προστασία της νομιμότητας. Η αντίφαση είναι οφθαλμοφανής και, θα λέγαμε, εξωφρενική: Υπερασπίζονται την παράνομη και αξιόποινη, κακουργηματικού χαρακτήρα, πράξη των συναδέλφων τους απλώς και μόνον διότι είναι συνάδελφοί τους, παραβλέποντας την ανθρωποκτονία ενός αόπλου και σχεδόν γυμνού νέου ανθρώπου. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι πρωτοφανής. Κι άλλη φορά, για μια παρόμοια αιτία, αστυνομικοί διαδήλωσαν στην πλατεία μιας πόλης της Δυτικής Μακεδονίας διαμαρτυρόμενοι για την ποινική δίωξη και προσωρινή κράτηση ενός συναδέλφου τους που πυροβόλησε και σκότωσε έναν Αλβανό αποπειραθέντα να αποδράσει. Ποιος είναι ο ανομολόγητος μεν, εσώτερος και υπαρκτός δε, πυρήνας του συλλογισμού τους; Ποιο είναι το motif déterminant (κινούν αίτιον) της επαναλαμβανόμενης αντίδρασής τους; Μα είναι φανερό: Να μην διώκεται ποινικά ο αστυνομικός όταν, «εκτελώντας το καθήκον του», όπως το εννοεί ο ίδιος, πυροβολεί και σκοτώνει με πρόθεση άνθρωπο! Νομιμότητα; Υποχωρεί μπροστά στο υπηρεσιακό καθήκον και το εθνικό συμφέρον, παριστά παρωχημένην έννοια. Δεν πρέπει να μας απασχολεί. Συνέβη ενωρίτερα και σε χρόνο ανύποπτο και εις την Εσπερίαν: Στις 2-5-1935 το Διοικητικό Δικαστήριο της Πρωσίας ενομολόγησε ότι η Μυστική Πολιτική Αστυνομία (GE.STA.PO) δεν θα μπορούσε να καταστεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου. Λίγο αργότερα (10-2-1936) η πιο πάνω νομολογιακή θέση υιοθετήθηκε από τον Νόμο, σύμφωνα με τον οποίο «Οι διαταγές και οι δραστηριότητες της GE.STA.PO, ΔΕΝ αποτελούν αντικείμενο ελέγχου των διοικητικών δικαστηρίων». Αυτό δα έλειπε! Παράλληλα, ο καθηγητής Huber έγραφε ότι «η εξουσία της GE.STA.PO. εδράζεται στο εθιμικό δίκαιο του Reich», ο δε δόκτωρ Best, υψηλόβαθμός αξιωματούχος του υπουργείου Εσωτερικών, τον συμπλήρωνε εκτιμώντας ότι οι εξουσίες της GE.STA.PO απέρρεαν από “νέα φιλοσοφία” και, ως εκ τούτου, δεν είχαν ανάγκη από ειδική νομική θεμελίωση9. Το είπε και ο Αδόλφος Χίτλερ «…θα ‘ρθει μια μέρα που στην Γερμανία θα θεωρείται “ντροπή” να είναι ένας άνθρωπος νομομαθής»10. Πολύ πριν τον Αδόλφο Χίτλερ, ο Πλάτωνας είχε υποστηρίξει πως «ο βασιλικός ανήρ», δηλαδή ο προικισμένος με «αρετήν και επιστήμην» πολιτικός ηγέτης ο οποίος, ως φορέας του λόγου, υπηρετεί εξ ορισμού την ιδέα της δικαιοσύνης, δεν είναι υποχρεωμένος να σέβεται και να τηρεί τους νόμους που θεσπίστηκαν είτε από τους άλλους είτε από αυτόν τον ίδιο. Μ’ άλλα λόγια, δικαιούται να κυβερνά απολυταρχικώς, νομικά αδέσμευτος και ανέλεγκτος: «Το δ’ άριστον ου τους νόμους εστίν ισχύειν, αλλ’ άνδρα τον μετά φρονήσεως βασιλικόν» (Πολιτικός, 294a). Και μια και η βούληση του «βασιλικού ανδρός» κατισχύει των υφιστάμενων νόμων, θα ενεργεί κατά βούληση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις γραπτές (νομικές) διατάξεις όταν δεν συμφωνεί μ’ αυτές. Τούτο συμβαίνει διότι θεωρείται περιττόν ή ακόμη και επιζήμιο για την «ορθήν πολιτείαν» να υπάρχουν μέσα στο πλαίσιό της κωλύματα («εμποδίσματα», Πολιτικός, 295b) στην δράση του άρχοντα, ειδικότερα κανόνες δικαίου που θα ρυθμίζουν την συμπεριφορά του και θεσμοί ελέγχου της εξουσίας του που, όσο να ‘ναι ενδεχομένως να λειτουργούν προστατευτικά της ελευθερίας των αρχομένων11. Η περιφρόνηση, λοιπόν, προς την νομιμότητα, όταν αυτή δεν μας εξυπηρετεί εμάς τους άρχοντες καταπιεστές (και τα ένστολα και ένοπλα μίσθαρνα όργανά μας) έχει βαθιές φιλοσοφικές ρίζες που ταυτίζονται με την έμπρακτη συμπεριφορά των αστυνομικών μας και των «συνδικαλιστικών» τους εκπροσώπων.
V) Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το καινοφανές δεν είναι η αντίδραση των διαφόρων ενώσεων αστυνομικών απέναντι στην δολοφονία που διέπραξαν οι συνάδελφοί τους στο Άργος η οποία, στο κάτω-κάτω, ούτε έκπληκτους μας αφήνει, ούτε, πολλώ δε μάλλον, μας αιφνιδιάζει. Είναι σύμφωνη με τα επαγγελματικά τους ήθη και εναρμονισμένη με τα συντεχνιακά τους συμφέροντα και την «συνδικαλιστική» τους επικάλυψη. Το καινοφανές και άκρως ανησυχητικό είναι άλλο. Πιο συγκεκριμένα: Μετά την δολοφονία του εικοσάχρονου άοπλου νεαρού με 21 σφαίρες από τους δύο αστυνομικούς δράστες στο Άργος και την επακολουθήσασα προσωρινή κράτησή τους (προφυλάκιση τους), ο δήμαρχος του Άργους-Μυκηνών Ιωάννης Μαλτέζος, με ανάρτησή του στον ηλεκτρονικό Τύπο, εξέφρασε πρωτοφανείς, σχετικά με τη δολοφονία, σκέψεις και απόψεις άξιες ιδιαίτερης προσοχής. Διευκρινίζει ότι τις δηλώσεις του τις κάνει και ως ν ο μ ι κ ό ς , χαρακτηρίζοντας την προφυλάκιση των ενεχομένων στην δολοφονία αστυνομικών «περιττή» και κρίνει ότι αυτή «γεννά την εύλογη υποψία ότι η μεγάλη δημοσιότητα βάρυνε στην κρίση των δικαστών», οι οποίοι, όμως, «πρέπει να κρίνουν με το γράμμα του νόμου και όχι υπό το βάρος της τηλεοπτικής δημοσιότητας», στο τέλος δε, εκφράζει την ελπίδα ότι στο τέλος θα επικρατήσει «η νομική ορθότητα και η ψυχραιμία, μακριά από κραυγές και σκοπιμότητες». Αυτό που συνάγεται από τα προεκτεθέντα, αυτό που επιβάλλεται από τις πιο πάνω σκέψεις και φράσεις του, είναι μια ευθεία και απροσχημάτιστη αμφισβήτηση της δικανικής κρίσης του Εισαγγελέα και του Ανακριτή που σχετίζεται με την ποινική δίωξη και την προφυλάκιση των δύο ενεχομένων στην δολοφονία αστυνομικών με επικάλυψη μιας ξεκάθαρης μομφής κατά της δικανικής κρίσης που την κατηγορεί ότι δεν έλαβε υπόψη το γράμμα του Νόμου και ότι έκρινε υπό το βάρος της τηλεοπτικής δημοσιότητας δηλαδή με κριτήρια εξωδικαιϊκά, πράγμα ανεπίτρεπτο φυσικά όταν οι Δικαστές κρίνουν με βάση «κραυγές και σκοπιμότητες»! Πού αποσκοπεί ο αιρετός μας άρχοντας Άργους και Μυκηνών; Ποιος είναι ο στόχος του; Η αποδόμηση της συγκεκριμένης δικαιοδοτικής κρίσης Εισαγγελέα και Ανακριτή, η κατάδειξη της εξωδικαιϊκής σκοπιμότητας που την διαπερνά, η απαξίωσή της και η μεροληπτικότητά της έναντι των κατηγορούμενων αστυνομικών. Δεν σταματά, όμως, εκεί. Προσπαθεί, χρησιμοποιώντας κάποια τελείως αμήχανα ελληνικά, να επικαλύψει μια ψυχρή αστυνομική δολοφονία με έναν μανδύα μιας φωσφορίζουσας λάμψης αόριστου επαίνου ως προς τους δράστες αστυνομικούς, οι οποίοι ενήργησαν σε μια «στιγμή ακραίας έντασης στο πεδίο» (δεν τόλμησε να προσθέσει τις λέξεις “της μάχης” γιατί κάτι τέτοιο θα ξεπερνούσε την «χειροτεχνία του είδους»). Επρόκειτο για έναν «λάθος χειρισμό κάτω από συνθήκες ακραίας πίεσης» μια, και ως γνωμοδοτεί ο ίδιος, προφανώς ως νομικός και δημοτικός άρχοντας, «η δουλειά των αστυνομικών του δρόμου είναι καθημερινός πόλεμος». Ωστόσο, αυτή η ποιητικίζουσα ασημαντολογία του αιρετού άρχοντά μας δεν μπαίνει στον κόπο να διευκρινίσει έστω στοιχειωδώς, την «ακραία ένταση στο πεδίο», δεν αναφέρεται στις προϋποθέσεις της και στα πραγματικά δεδομένα της, δεν συγκεκριμενοποιεί, ουδ’ κατ’ ελάχιστον, ούτε τον «λάθος χειρισμό» ούτε τις «συνθήκες ακραίας πίεσης» επαφιέμενος στον βολικό αφορισμό πως «η δουλειά των αστυνομικών του δρόμου είναι καθημερινός πόλεμος» (sic). Μεταφράζοντας σε υποφερτά ελληνικά τις αντιδραστικές δοξασίες του δημοτικού μας άρχοντα και τις πλαδαρές γενικεύσεις του θα μεταγλωτίζαμε την «ακραία ένταση» και τον «λάθος χειρισμό» σε ανθρωποκτονία με πρόθεση εν ψυχρώ! Μα, τέλος πάντων τι να κάνουμε; Αφού η «δουλειά των αστυνομικών του δρόμου είναι καθημερινός πόλεμος» τότε, όπως κάθε πόλεμος, έχει και θύματα, έχει νεκρούς. Αυτό το συμπέρασμα δεν υποβάλλει ο συλλογισμός του αιρετού μας άρχοντα; Μετά ταύτα ακολουθεί και η δέουσα κατάληξη της συλλογιστικής του: εκφράζει «την απόλυτη και ειλικρινή στήριξή του στους δύο αστυνομικούς και στις οικογένειές τους που δοκιμάζονται σκληρά». Απαξιώνουμε τα δικαιοδοτικά όργανα (Εισαγγελέα και Ανακριτή) διότι είμαστε εχθρικά διακείμενοι απέναντι στην συγκεκριμένη δικαιοδοτική τους κρίση (προφυλάκιση αστυνομικών κατηγορουμένων για ανθρωποκτονία με πρόθεση), δικαιολογούμε την κακουργηματικού χαρακτήρα αξιόποινη συμπεριφορά των αστυνομικών, τους επαινούμε γι’ αυτό και τους εκφράζουμε την απόλυτη και ειλικρινή μας στήριξη! Αν υιοθετούσαμε και εμείς τα ersatz νομικά του δημοτικού μας άρχοντα, θα μιλούσαμε, ίσως, για «εγκωμιασμό κακουργήματος» εκ μέρους του. Δεν σταματά, όμως, εδώ! Όντας πιστός ακόλουθος της Δεξιάς, ακολουθεί κατά γράμμα, τας «αστυνόμους οργάς» της (πολιτικά ήθη) επιχειρώντας να μετακυλήσει την ευθύνη «της ακραίας έντασης στο πεδίο» και της «ακραίας πίεσης» από τους αστυνομικούς δράστες ανθρωποκτονίας με πρόθεση στο θύμα (δολοφονημένο) και στην χαροκαμένη μάνα του (sic). Δεν συμπαρίσταται στην τελευταία που, φυσικώ τω λόγω, στάζει αίμα η καρδιά της, αλλά την κ α κ ί ζ ε ι με φράσεις ανήκουστης αναλγησίας του είδους «πώς τον αφήνεις να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης;» Ο δολοφονηθείς έπασχε από αυτισμό και είχε αναπηρία ογδονταεννέα τοις εκατό, είχε νόμιμη άδεια ικανότητας οδήγησης και είχε, την καταστροφική ιδέα, να θέλει να κάνει μπάνιο στην παρακείμενη θάλασσα ενώ, κατά την άποψη του αιρετού μας άρχοντα Ιωάννη Μαλτέζου, ήταν ανεπίτρεπτο να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης χωρίς συνοδεία επιτήρησης. Εδώ, προφανώς, βρίσκεται η αιτία της «ακραίας έντασης στο πεδίο» και του «λάθους χειρισμού κάτω από συνθήκες ακραίας πίεσης» θύματα των οποίων είναι οι άτυχοι αστυνομικοί οι οποίοι, προκειμένου να αντιμετωπίσουν ένα τρομαγμένο, άοπλο και σχεδόν γυμνό παιδί, ευρισκόμενοι υπό την επήρρεια «καθημερινού πολέμου» τον εφόνευσαν με είκοσι έναν πυροβολισμούς. Το ότι σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 7, περίπτωση δ΄ του Ν.3169/2003, ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης (και τέτοιος είναι εκείνος που στοχεύει να πλήξει άνθρωπο και πιθανολογείται ακόμη και ο θάνατός τούτου) απαγορεύεται εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο, επί ποινή φυλάκισης από έξι μήνες μέχρι πέντε έτη, ο δημοτικός μας άρχοντας Ιωάννης Μαλτέζος το αντιμετωπίζει με περιφρονητική σιγή. Τους νόμους θα κοιτάζουμε τώρα; Αυτό το κάνουμε μόνον όταν μας εξυπηρετούν. Σε κάθε άλλη περίπτωση πρόκειται για quantité nėgligeable (αμελητέα ποσότητα)! Στο κάτω-κάτω της γραφής η δικαιοσύνη είναι ένα μέγεθος το περιεχόμενο του οποίου εξαρτάται από τον αποδέκτη του.
Ας μας επιτραπεί μία επισήμανση και, ταυτόχρονα επεξήγηση της συμπεριφοράς του δημάρχου Άργους-Μυκηνών Ιωάννη Μαλτέζου: Ποτέ δεν θα τολμούσε να προβεί σ’ αυτές τις δηλώσεις του, να σηκώσει τέτοιο κονιορτό και τέτοιο βόρβορο μ’ αυτές, αν δεν πίστευε βαθειά ότι διερμηνεύει τις, επί του προκειμένου ζητήματος, παρόμοιες πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις της μεγάλης πλειοψηφίας των εκλογέων του, ότι απευθύνεται σε ευήκοα, πρόθυμα και εξόχως ανυπόμονα ώτα των συμπολιτών του. Στοχεύει στο να διεγείρει τις προκαταλήψεις των αδαών και να τους διευκολύνει να τις εξωτερικεύσουν ανεμπόδιστα σ’ ένα γενικευμένο κλίμα υπολανθάνουσας (;) παραφροσύνης. Ο κονιορτός (σκόνη), λοιπόν, κάτω από τέτοιες συνθήκες, πολιτικά και ιδεολογικά, συμφέρει. Βέβαια ο Αισχύλος, εκείνος ο φλογερός στοχαστής, είχε γράψει πως «η σκόνη είναι η διψασμένη αδελφή της λ ά σ π η ς (βλ. Αισχύλος, Αγαμέμνων, στίχος 494-495). Μια τέτοια θεώρηση, όμως, βρίσκεται έξω από τις προτεραιότητες του αιρετού μας άρχοντα. Είναι άξιος εντολοδόχος αξιοτέρων εντολέων!
Πάνω που θα χαρακτηρίζαμε τις «απόψεις» του δημάρχου Άργους-Μυκηνών ως αντιλήψεις που προκαλούν διανοητική δηλητηρίαση, ήρθαν και οι δηλώσεις του πρώην δημάρχου Άργους-Μυκηνών Δημήτρη Καμπόσου ο οποίος, εναμιλλώμενος προς τον ήδη δήμαρχο Ιωάννη Μαλτέζο λέει, εν συνόψει, τ’ ακόλουθα: «οι αστυνομικοί έκαναν άριστα την δουλειά τους» (επιβραβεύοντας έτσι την ανθρωποκτονία με πρόθεση που διέπραξαν), εκείνοι που εναντιώνονται στην συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά των αστυνομικών χαρακτηρίζονται «κομπλεξικοί, αναρχοφασίστες, μπαχαλάκηδες, κοπρόσκυλα, εμπρηστές, δήθεν κουλτουριάρηδες, φονιάδες, έμποροι ναρκωτικών, νταβατζήδες, (είναι αυτοί που) βρήκαν ευκαιρία να στραφούν εναντίον της έννομης τάξης και της αστυνομίας». Η γλώσσα αντανακλά την σκέψη μας και προεικονίζει την πράξη μας. Επιπλέον, κάθε σκέψη έχει την γλώσσα που της ταιριάζει, εξ ου και η βαθύνοη άμα τε και απολαυστική ληρηματική ακράτεια του Δημήτρη Καμπόσου. Ο νυν (Ιωάννης Μαλτέζος) και ο πρώην (Δημήτρης Καμπόσος) δήμαρχος Άργους-Μυκηνών, είναι αιρετοί δημοτικοί άρχοντες. Καμμία φασιστική Χούντα δεν τους τοποθέτησε αυθαίρετα στον δημαρχιακό θώκο. Ο λαός της περιφέρειάς τους, τούς εξέλεξε ελεύθερα και «δημοκρατικά». Για τα όσα λένε και για τα όσα πράττουν έχουν την υπαρκτή συναίνεση, μεγάλου μέρους, της τοπικής τους κοινωνίας. Η πολιτικά, ιδεολογικά, κοινωνικά και ηθικά αντιδραστική συμπεριφορά τους, δεν αποτελεί μόνον αντανάκλαση του οικείου τους παρελθόντος, αλλά υποδεικνύει και την παρουσία του μελλούμενου, γιατί εκείνο το μελλούμενο γίνεται κιόλας αισθητό στο τωρινό. Επεκτείνοντας την συγκεκριμένη στιγμή του Άργους, με την όχι ευκαταφρόνητη λαϊκή συναίνεσή της, πέρα απ’ τα χρονικά της όρια μπορούμε να διαβλέψουμε την αλυσίδα των επιπτώσεών της στο μέλλον. Δεν πρόκειται πια μόνον για διανοητική δηλητηρίαση αλλά και για αισθητική λοίμωξη. Ήδη στην κοινωνία μας «υπάρχει μια ελαφριά μυρωδιά καμένου στον αέρα». Αἰδώς Ἀργεῖοι!
Αλμωπία 27 Αυγούστου 2026
Πέτρος Πέτκας
1 Βλ. αναλυτικά Πέτρος Πέτκας, Η βία των αστυνομικών και οι χυδαίες απόπειρες βίαιης εξιδανίκευσής της, και ιδίᾳ, «POTESTAS LEGIBUS SOLUTA»-«Εξουσία αποδεσμευμένη απ’ τον Νόμο» ήδη στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι Στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 99-104 και 109-120, αντιστοίχως.
2 Βλ. Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου, μ’ αριθμό 12/1992, Ποινικά Χρονικά, τόμος ΜΒ, σ. 1235.
3 Βλ. ad hoc Γνωμοδότηση Εισαγγελέα Αρείου Πάγου 1802/1996, Ποινικά Χρονικά, τόμος ΜΕ, σ. 1523.
4 Βλ. Πέτρος Πέτκας, αναλυτικά-λεπτομερώς: «Βασιλικοί άνδρες» με προλεταριακήν αμφίεση! Και Lex Animata (Έμψυχος Νόμος)-Μεσαιωνική πολιτική σκέψη και σύγχρονη αστυνομική πρακτική, ήδη στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι Στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 293-305 και 418-435, αντιστοίχως.
5 Βλ. Αρετή Τούντα-Φεργάδη, Ελληνοβουλγαρικές Μειονότητες·Πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ 1924-1925, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη, 1986, σ. 45-47, 119. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Μετακινήσεις σλαβοφώνων πληθυσμών (1912-1930). Ο πόλεμος των στατιστικών, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα, 2003, σ. 278-279. Ανδρέας Απ. Αθανασιάδης, Στη σκιά του «βουλγαρισμού», εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 183. Οι δύο τελευταίοι συγγραφείς ομιλούν για «σλαβόφωνους» ενώ η πρώτη τούτων για «Βουλγάρους».
6 Βλ. Ανδρέας Απ. Αθανασιάδης, ό.π, σ. 183 και υποσημείωση μ’ αριθμό 439.
7 Βλ. Abel Paz, Φραγκοσυκιές και σκορπιοί·τα χρόνια πριν από την ισπανική επανάσταση του 1936, μτφρ. Καλλιρρόη Τσολακίδου, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 132, του ίδιου, Μέσα στην ομίχλη-Η Έξοδος και τα στρατόπεδα εκτόπισης (1939-1942), Ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος, σε μτφρ. Άνχελ Πέρεθ Γκονθάλεθ, Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 50.
8 Βλ. το εξαιρετικό και συνταρακτικό Βαρλάμ Σαλάμωφ, Ιστορίες από την Κολυμά, σε μτφρ Ελένης Μπακοπούλου, Άγρα, Αθήνα, 2022, σ. 833, 1257, 1334, 1384.
9 Βλ. Jacques Delarue, Histoire de la Gestapo-La force totale des Nazis, Collection marabout, σ. 54.
10 Χάννα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, σε μτφρ. Βασίλη Τομανά, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2009, σ. 225.
11 Πέτρος Πέτκας, «Βασιλικοί άνδρες» με προλεταριακήν αμφίεση, στο Πέτρος Πέτκας, Ανεπίκαιροι Στοχασμοί, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2023, σ. 293-305.