Κατηγορούμενοι είναι ο πρόεδρος του ΟΣΕ κατά το βράδυ του εγκλήματος, ο διευθύνων σύμβουλος του Οργανισμού που τον διαδέχθηκε και παρέμεινε στη θέση έως το καλοκαίρι του 2025, καθώς και ο νόμιμος εκπρόσωπος της Interstar Security, της εταιρείας που από το 2017 έχει αναλάβει τη φύλαξη και τη βιντεοεπιτήρηση του σιδηροδρομικού δικτύου του ΟΣΕ.
Τα αδικήματα που αποδίδονται στους τρεις κατηγορούμενους διαφέρουν ανά περίπτωση. Το στέλεχος της Interstar αντιμετωπίζει κατηγορίες για υπεξαγωγή εγγράφων κατ’ εξακολούθηση και απείθεια.
Στον πρώην διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΣΕ για την περίοδο 2023-2025 αποδίδονται ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων άπαξ και κατ’ εξακολούθηση, καθώς και ηθική αυτουργία στην απείθεια.
Σε βάρος του πρώην προέδρου του ΟΣΕ, ο οποίος βρισκόταν στη θέση του από το 2020 έως το 2023, αποδίδεται ηθική αυτουργία σε υπεξαγωγή εγγράφων.
Η δίκη είχε αναβληθεί τον περασμένο Απρίλιο, μετά τη δήλωση αποχής της τότε προέδρου του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας.
Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων που είχαν πραγματοποιηθεί, κατασχέθηκε ψηφιακό υλικό σχετικό με το δυστύχημα από τις συσκευές των δικαστικών πραγματογνωμόνων της κύριας δίκης. Οι πραγματογνώμονες είναι παράλληλα μάρτυρες στη δίκη που αφορά τη διαχείριση των βίντεο.
Αντίγραφα του συγκεκριμένου υλικού δόθηκαν στη συνέχεια, έπειτα από σχετικό αίτημα, και σε συνηγόρους που είχαν δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στη συγκεκριμένη δίκη.
Οι κατηγορίες σε βάρος των τριών προσώπων αφορούν, κατά περίπτωση, τη μη προσκόμιση του βιντεοληπτικού υλικού από τον Εμπορευματικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, καθώς και την επανεγγραφή νέων δεδομένων στον ψηφιακό σκληρό δίσκο κατά τους πρώτους μήνες μετά το δυστύχημα.
Η επανεγγραφή των δεδομένων είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η πλήρης ανάκτηση του υλικού που αφορούσε την εμπορική αμαξοστοιχία, όταν αυτό παραδόθηκε στον εφέτη ανακριτή το καλοκαίρι του 2023.