Μαύρο, κωμικό κατά τόπους, και αρκούντως σκληρό πανκ νουάρ μυθιστόρημα, το Θα σπείρουμε τον όλεθρο μας προσκαλει σε μια καταβύθιση στον σκοτεινό υπόκοσμο του Λος Άντζελες. Βρισκόμαστε στον Ιούνιο του 1981, στο απόγειο της χρυσής εποχής του αμερικανικού πανκ. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον Άλεξ Ντάματζ ,έναν κυνικό αλλά ταυτόχρονα βαθιά προσηλωμένο στον προσωπικό του ηθικό κώδικα ιδιωτικό ντετέκτιβ. Με την μπλε μοϊκάνα του και ένα γεμάτο παραμάνες δερμάτινο μπουφάν, ο Άλεξ είναι ένας απένταρος πάνκης που πίνει φθηνό μπέρμπον, μένει σε μια τρύπα, έχοντας ως κατοικίδιο έναν ποντικό, και χορεύει στους άγριους ρυθμούς της μουσικής μέσα σε αρκούντως παρακμιακά κλαμπ.

Η ιστορία ξεκινά όταν ένα είδωλο της τοπικής πανκ σκηνής βρίσκεται νεκρός από υπερβολική δόση, μετά από μια συναυλία. Μια νεαρή γυναίκα -η ερωμένη του-, προσλαμβάνει τον Άλεξ για να ερευνήσει την υπόθεση. Ενώ οι αρχές και η κοινότητα σπεύδουν να ξεμπερδέψουν με τον θάνατό του ως άλλη μια υπόθεση τραγικού και μοιραίου live fast, die young ροκ ήρωα, ο Άλεξ θα αρχίσει να εξετάζει με όλο και μεγαλύτερη σοβαρότητα το ότι πρόκειται για εγκληματική ενέργεια, πειθόμενος από τις υποψίες της Ζίι την οποία, φυσικά, και ερωτεύεται.

Η έρευνά του τον αναγκάζει να περιηγηθεί σε ένα επικίνδυνο αστικό τοπίο γεμάτο με διεφθαρμένους αστυνομικούς, αδίστακτους εμπόρους ναρκωτικών, βίαιους νεοναζί skinheads που δουλεύουν ως μπράβοι υψηλά ιστάμενων προσώπων, πολιτικούς άρχοντες διεφθαρμένους ως το μεδούλι, παροπλισμένους πορνοστάρ που συνεργάζονται με διεστραμμένους σναφ πορνογράφους κλπ κλπ. Ό,τι δηλαδή θα περίμενε κανείς από έναν γνήσιο νουάρ ντετέκτιβ. Η βία εναλλάσσεται με την ψύχραιμη, στα όρια του μαύρου χιούμορ, αντιμετώπισή της και το τέλος εκβάλλει σε μια λύση, που παρά το ότι την υποψιαζόμαστε σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου, δεν παύει να μας προκαλεί την ίδια ματαίωση που θα διαπεράσει και την ψυχολογία του Άλεξ.

Ήδη η πρώτη φράση του βιβλίου («Ο πόνος επέμενε όπως ένας γάμος τα δύο τελευταία χρόνια πριν το διαζύγιο») μας τοποθετεί εντός της γενολογικής παράδοσης του σκληρού αστυνομικού μυθιστορήματος, επιβεβαιώνοντας προσδοκίες που αναδύθηκαν από τις παρακειμενικές αναφορές (την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο, τις προδημοσιεύσεις κ.λπ.). Πράγματι, ο Ντέκερ αναλαμβάνει να επανεγγράψει το hard boiled στον 21ο αιώνα. Μέρος της έλξης που ασκεί το βιβλίο στον αναγνώστη και την αναγνώστρια εδράζεται σε αυτή τη μετάθεση της μυθιστορηματικής σύμβασης και την επαναξιοδότηση των σταθερών της.

Η υφολογική μίμηση κατά τόπους συνηγορεί με ασφάλεια στο ότι το πρότυπο του Ντέκερ είναι ο Ρέιμοντ Τσάντλερ και ότι ο Άλεξ Ντάματζ αποτελεί μια σύγχρονη μορφή του Φίλιπ Μάρλοου. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Μεγάλο αποχαιρετισμό. Στο εμβληματικό για το είδος μυθιστόρημα έχουμε ως κεντρικούς άξονες, που πλαισιώνουν το έγκλημα και την επίλυση του, την αντρική φιλία (μέσα από μια περιπέτεια προδοσίας) και την εντασιακή σχέση του ντετέκτιβ με τη φαμ φατάλ (που επιβεβαιώνει -χρόνια πριν τον Λακάν- το αδύνατο της έμφυλης σχέσης). Ο σκληρός ντετέκτιβ, ακόμα και όταν παρασύρεται από το ψεύδος της ανδρικής φιλίας, τη γυναικεία απειλή θέτει ως κεντρικό του στόχο, με αυτήν αναμετράται και επί αυτής κατισχύει, επανεπιβεβαιώνοντας το στάτους της αρρενωπότητας του. Σαν ήρωας κόμικς χτυπιέται, τσαλακώνεται αλλά ποτέ δεν σπάει -δεν είναι ποτέ ευάλωτος. Διέρχεται από χίλιες δυο καταστάσεις και εντέλει αποσυνδέει τη γυναικεία βόμβα μέσα από περίτεχνη διαδικασία αντικειμενοποίησής της.

Πώς αντιμετωπίζει ο Ντέκερ αυτό το πλαίσιο; Καταρχάς κρατά αμετάβλητους τους αρμούς της κατασκευής. Έχουμε εδώ τη σχέση του ντετέκτιβ με τον τραγουδιστή (η οποία ωστόσο δεν είναι φιλική αλλά σχέση αφοσίωσης του φαν), την παρακίνηση από τη μοιραία γυναίκα ώστε να εμπλακεί στην υπόθεση, την καταβύθιση σε μια χαοτική κατάσταση όπου η άγνοια βασιλεύει, την επίλυση εντέλει του προβλήματος και του ξετυλίγματος του κουβαριού.

Ωστόσο, με μια περίτεχνη τεχνική, ο Ντέκερ αλλάζει τις συνδέσεις των αρμών. H βασική μετάθεση αφορά τη σχέση του ντετέκτιβ με τη «μοιραία γυναίκα». Διατηρώντας την οπτική γωνία θέασης των γεγονότων μέσα από τα μάτια του Άλεξ, ο Ντέκερ μετατοπίζει ωστόσο το πώς η γυναίκα εντάσσεται σε αυτό το οπτικό πεδίο. Το αρχικό male gaze του ήρωα μεταμορφώνεται σταδιακά, έτσι ώστε η γυναίκα να ανέρχεται, επιτέλους, στο στάτους ενός υποκειμένου που πράττει αυτοβούλως. Την πρώτη φορά που την βλέπει, ο Άλεξ σκέφτεται πως η εικόνα της φτάνει «για να γυρίσουν κεφάλια, αλλά χωρίς να σηκωθούν φρύδια», ενώ στο τέλος της ιστορίας θα αναγνωρίσει όχι μόνο τον κομβικό της ρόλο για την επίλυση της υπόθεσης, αλλά κυρίως για τη δική του αλλαγή.

Κι εδώ είναι η κορυφαία μετάθεση που καταφέρνει ο Ντέκερ στην τοπολογία του αστυνομικού μυθιστορήματος: η υπόθεση, με τις μύριες διακλαδώσεις της, διαπαιδαγωγεί τον ήρωα, τον ωριμάζει, κάνοντάς τον να αναστοχαστεί τις αθέλητες συνέπειες των έως τώρα πράξεών του. Ο Άλεξ, μέσα από την καθοδήγηση της Ζίι, θα δει την έως τώρα πρακτική του στο χώρο του πανκ -και ειδικά στη σχέση του με τις γυναίκες- με άλλα μάτια, αναγνωρίζοντας όλες τις έμφυλες προκαταλήψεις αλλά και τις εξουσιαστικές σχέσεις που διαμεσολαβούν φαινομενικά αθώες και κουλ συμπεριφορές:

«Αναλογίστηκα τη σκοτεινή πλευρά των ηρώων και την πλάνη των βάθρων. Και αναλογίστηκα όλους τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμουν τις γυναίκες και μιλούσα για τις γυναίκες. Τα αστεία που με έκαναν να γελάω και τις πλάκες που έκανα εγώ. Αναλογίστηκα όλα τα φιλιά που προσπάθησα απερίσκεπτα να δώσω επειδή ο Τζέιμς Μποντ και ο Κλαρκ Γκέιμπλ με είχαν κάνει να πιστέψω ότι έτσι ήταν το ανδροπρεπές και το ρομαντικό. Αναλογίστηκα πόσο λάθος ήμουν για το τι σημαίνει να είσαι άντρας. […] Δεν γίνεται να τα λάβεις υπόψη σου όλα αυτά και να μην αλλάξεις. Έπρεπε να αναλάβω ο ίδιος την ευθύνη για τα λάθη μου. Έπρεπε να γίνω καλύτερος άνθρωπος».

Υπό αυτή την έννοια ο Ντέκερ μεταμορφώνει το αστυνομικό μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα μαθητείας.

Θα σπείρουμε τον όλεθρο του Κάιλ Ντέκερ (μτφρ. Όλγα Καρυώτη, εκδόσεις Έρμα)