Η πρόταση της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για την αναβάθμιση της σχέσης με τον Καναδά προκάλεσε την αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με την επιβολή πολύ υψηλών δασμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και με διακοπή του εμπορίου σε συγκεκριμένους τομείς.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πάντως, απορρίπτει την ερμηνεία ότι η πρωτοβουλία στρέφεται κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.

«Όπως ξεκαθάρισε χθες η πρόεδρός μας, η προτεινόμενη ενίσχυση της εταιρικής μας σχέσης με τον Καναδά δεν είναι εναντίον κανενός άλλου, αλλά υπέρ της κοινής μας δύναμης», δήλωσε ο εκπρόσωπος εμπορίου της Επιτροπής, Όλοφ Γκιλ, όταν ρωτήθηκε για τις απειλές του Αμερικανού προέδρου.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλίας, Μπέντζαμιν Χαντάντ, είχε προειδοποιήσει νωρίτερα ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες. δεν έχουν την εξουσία να ασκήσουν βέτο στις γεωπολιτικές επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Η φον ντερ Λάιεν έθεσε το ζήτημα μία ημέρα πριν από την προγραμματισμένη ομιλία του Καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τραμπ: Αν θεωρήσω ότι είναι εχθρική πράξη θα επιβάλω πολύ σοβαρούς δασμούς

Ο Ντόναλντ Τραμπ αντέδρασε στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε σημαντικές εμπορικές κυρώσεις εάν θεωρήσει την κίνηση εχθρική.

«Αν το κάνουν αυτό, αν θεωρήσω ότι είναι εχθρική πράξη, θα επιβάλω πολύ σοβαρούς δασμούς ή θα σταματήσω το εμπόριο με την Ευρώπη, σε πολλά πράγματα. Αν είναι κακή πρόθεση, θα επιβάλουμε πολύ υψηλούς δασμούς στην Ευρώπη, κάτι που είναι πιθανό», απείλησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Η πρόταση της φον ντερ Λάιεν αφορά τη διεύρυνση της συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καναδά σε κρίσιμους τομείς, όπως η τεχνολογία, η άμυνα και η ενέργεια.

Ο Μαρκ Κάρνεϊ έγινε, παράλληλα, ο πρώτος μη Ευρωπαίος αρχηγός κυβέρνησης που παρευρέθηκε στην ετήσια ομιλία για την «Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποστήριξε ότι η σχέση με τον Καναδά θα πρέπει να περάσει από μια συνεργασία που βασίζεται κυρίως στο εμπόριο σε μια ευρύτερη «συμμαχία για το μέλλον», με στόχο να «φέρουμε τη σχέση με τον Καναδά στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο».

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στην Αρκτική, την οποία παρουσίασε ως ένα κοινό εμβληματικό έργο για τις δύο πλευρές.

Ως πεδία στα οποία μπορεί να αναπτυχθεί περαιτέρω η συνεργασία ανέφερε την ενέργεια, τα κρίσιμα ορυκτά, τις μπαταρίες, την τεχνητή νοημοσύνη, την κυβερνοασφάλεια και την οικονομική ασφάλεια.

Παράλληλα, επανέλαβε ότι « η νέα εταιρική σχέση δεν στρέφεται εναντίον κανενός άλλου, αλλά υπέρ της κοινής δύναμης».

Η ιδέα να αποκτήσει μια χώρα καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προβλέπεται από τις συνθήκες της ΕΕ.

Η πρόταση είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά φέτος από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, στην περίπτωση της Ουκρανίας. Το σχέδιο είχε αντιμετωπιστεί με ψυχρή υποδοχή από το Κίεβο.

Σύμφωνα με την πρόταση, η Ουκρανία θα μπορούσε να συμμετέχει στις συνόδους κορυφής της ΕΕ και να έχει εκπρόσωπο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ θα είχε πρόσβαση σε ορισμένα τμήματα του προϋπολογισμού της Ένωσης, χωρίς όμως να διαθέτει πλήρη δικαιώματα ψήφου.

«Δεν γνωρίζουμε ακόμη τι σημαίνει», δήλωσε ο Τομπάιας Κρέμερ, κεντροαριστερός ευρωβουλευτής από τη Γερμανία και βασικός υποστηρικτής ψηφίσματος που ζητά ισχυρότερη συνεργασία ΕΕ-Καναδά, μετά την πρόταση της φον ντερ Λάιεν για «συνδεδεμένη ένταξη».

Παρά την έλλειψη θεσμικού πλαισίου για «συνδεδεμένο μέλος», οι Βρυξέλλες και η Οτάβα έχουν ήδη αναπτύξει σημαντικό επίπεδο συνεργασίας.

Κομβικό ρόλο σε αυτή τη σχέση έχει η συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών CETA, η οποία κατάργησε σχεδόν όλους τους δασμούς μεταξύ των δύο πλευρών και έχει συμβάλει στην αύξηση του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περισσότερο από 80% από το 2016.

Παράλληλα, ο Καναδάς έγινε φέτος η πρώτη χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που εντάχθηκε σε ένα εμβληματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα δανείων για την άμυνα.

Η συζήτηση για μια νέα, βαθύτερη σχέση ΕΕ–Καναδά ανοίγει έτσι σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ενισχύσει τις συνεργασίες της σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια, η τεχνολογία και η οικονομική ασφάλεια, την ώρα που η Ουάσινγκτον παρακολουθεί τις εξελίξεις και ο Ντόναλντ Τραμπ προειδοποιεί για πιθανές εμπορικές συνέπειες.