Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα εξαπολύσει απειλές κατά του ΔΠΔ και έχει ήδη επιβάλει κυρώσεις σε δικαστές και εισαγγελείς του. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχει αποφύγει την επιβολή κυρώσεων στο ίδιο το δικαστήριο, ένα ενδεχόμενο που εξετάζεται εδώ και καιρό.
Βασικό αίτημα των ΗΠΑ είναι το ΔΠΔ να αποσύρει τα εντάλματα σύλληψης που έχουν εκδοθεί για τους Ισραηλινούς εγκληματίες πολέμου και γενοκτόνους, ενώ αντιτίθεται και στην προηγούμενη έρευνα του δικαστηρίου για ενδεχόμενα εγκλήματα από αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν.
Τον Ιούλιο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε εκστρατεία με στόχο την απομόνωση του ΔΠΔ, καλώντας άλλες χώρες να αποχωρήσουν από το δικαστήριο.
Εφόσον οι κυρώσεις επιβληθούν σε επίπεδο οργανισμού από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, οι πολίτες και οι εταιρείες των ΗΠΑ δεν θα μπορούν να παρέχουν κεφάλαια, αγαθά ή υπηρεσίες στο ΔΠΔ χωρίς ειδική άδεια από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC).
Οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να επεκταθούν και πέρα από τις άμεσες συναλλαγές με αμερικανικές εταιρείες, καθώς οι τράπεζες συχνά περιορίζουν τις συναλλαγές με φορείς που υπόκεινται σε αμερικανικές κυρώσεις, λόγω της εξάρτησής τους από την πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σύμφωνα με τον γραμματέα και τον πρόεδρο του ΔΠΔ, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει βασικές λειτουργίες του δικαστηρίου, από την αγορά υπηρεσιών πληροφορικής και ασφαλιστικής κάλυψης έως την πρόσληψη ερευνητών και τις καθημερινές οικονομικές συναλλαγές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η πληρωμή δεκάδων Αμερικανών εργαζομένων του δικαστηρίου.
Στο επίκεντρο το ένταλμα για τον Νετανιάχου
Η αντιπαράθεση του Ντόναλντ Τραμπ με το ΔΠΔ έχει τις ρίζες της στην πρώτη προεδρική του θητεία. Η σύγκρουση επανήλθε στο προσκήνιο το 2024, όταν η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε σχέδιο κυρώσεων κατά αξιωματούχων του δικαστηρίου.
Η εξέλιξη συνέπεσε χρονικά με την έκδοση από το ΔΠΔ εντάλματος σύλληψης για τον πρωθυπουργό του κράτους – δολοφόνου Μπενιαμίν Νετανιάχου, με το δικαστήριο να τον κατηγορεί για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στο πλαίσιο του πολέμου στη Γάζα.
Το ΔΠΔ ιδρύθηκε το 2002 με αποστολή τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, γενοκτονιών και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Η δικαιοδοσία του ενεργοποιείται, μεταξύ άλλων, όταν ένα κράτος δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί να διερευνήσει και να διώξει αποτελεσματικά σοβαρά διεθνή εγκλήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.
Η ενδεχόμενη επιβολή κυρώσεων στο ίδιο το ΔΠΔ θα αποτελούσε νέο επίπεδο στην αντιπαράθεση της Ουάσινγκτον με το δικαστήριο, καθώς θα στόχευε όχι μόνο μεμονωμένους αξιωματούχους αλλά τη λειτουργία του ίδιου του οργανισμού και φορείς που συνεργάζονται μαζί του.