Όπως αναφέρει η απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου 2013, η προσφεύγουσα, φωτορεπόρτερ με πολιτική δραστηριότητα, επέστρεφε πεζή στο σπίτι της όταν συνάντησε τέσσερις αστυνομικούς της «Ομάδας ΔΕΛΤΑ» (μονάδα άμεσης επέμβασης) που επέβαιναν σε μοτοσικλέτες και περιπολούσαν στην περιοχή των Εξαρχείων στην Αθήνα. Η προσφεύγουσα σημείωσε τους αριθμούς των πινακίδων κυκλοφορίας τους σε ένα κομμάτι χαρτί, θεωρώντας ότι είχε λάβει χώρα κάποιο βίαιο περιστατικό ή αυθαίρετη αστυνομική ενέργεια. Οι αστυνομικοί εντόπισαν την προσφεύγουσα, την ακινητοποίησαν και της ζήτησαν τα στοιχεία της ταυτότητάς της. Εκείνη απάντησε ζητώντας τους να της επιδείξουν πρώτα τα υπηρεσιακά τους σήματα. Μετά από αυτή την ανταλλαγή, η προσφεύγουσα μεταφέρθηκε με περιπολικό στην Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής –η οποία στεγάζεται στον έκτο όροφο του κτιρίου– για σκοπούς εξακρίβωσης στοιχείων. Στην Ασφάλεια, όπου βρέθηκε χωρίς την παρουσία δικηγόρου, της αφαιρέθηκε το κινητό τηλέφωνο της προσφεύγουσας και της ζητήθηκε να παραδώσει το δελτίο ταυτότητάς της. Της ζητήθηκε επίσης να απαντήσει σε μια σειρά ερωτήσεων σχετικά με το περιστατικό και να παραδώσει το χειρόγραφο σημείωμα με τους αριθμούς κυκλοφορίας των αστυνομικών.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ στα ελληνικά εδώ.

Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα ενημερώθηκε ότι επρόκειτο να υποβληθεί σε σωματική έρευνα. Τελικά, ο αξιωματικός υπηρεσίας οδήγησε την προσφεύγουσα στο γραφείο του και κάλεσε μια γυναίκα αστυνομικό, διατάσσοντάς την να διενεργήσει σωματική έρευνα στην προσφεύγουσα. Στις οδηγίες του προς τη γυναίκα αστυνομικό, χρησιμοποίησε τη φράση «μην κάνεις πρωκτικό και κολπικό, κάνε μόνο κωλομάγουλα και… ξέρεις εσύ…». Στη συνέχεια, άφησε την προσφεύγουσα μόνη με τη γυναίκα αστυνομικό. Η γυναίκα αστυνομικός διέταξε την προσφεύγουσα να αφαιρέσει όλα τα ρούχα της –συμπεριλαμβανομένων των εσωρούχων της– και προχώρησε σε πλήρη σωματική έρευνα (strip-search) μέσω οπτικής επιθεώρησης.

Μετά την έρευνα οι αστυνομικοί επέτρεψαν στην κ.Μελλιού να αποχωρήσει. Η φωτορεπόρτερ ουδέποτε συνελλήφθη. Ακολούθησε η προσφυγή της στα ελληνικά δικαστήριοα. Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον προϊστάμενο της Υποδιεύθυνσης και τον αξιωματικό υπηρεσίας. Οι αστνυομικοί άσκησαν έφεση και σε δεύτερο βαθμό κρίθηκε ότι η έρευνα «ήταν αναγκαία λόγω σοβαρών υπονοιών προπαρασκευής τρομοκρατικής πράξης». Παύθηκε η δίωξη του αξιωματικού υπηρεσίας λόγω παραγραφής και αθωώθηκε ο προϊστάμενος.

Όπως τονίζεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ, το Δικαστήριο δηλώνει ότι «οι γενικές αρχές της νομολογίας περί σωματικών ερευνών πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρότερα όταν το πρόσωπο έχει μεταφερθεί στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς να έχει ποτέ συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση. Η πλήρης έρευνα ακολούθησε την ταυτοποίηση και την παράδοση του σημειώματος, ενώ δεν προέκυπτε ότι οι αρχές είχαν εξετάσει ηπιότερα μέσα. Δεν χρησιμοποιήθηκε σαρωτής σώματος ή ανιχνευτής μετάλλων. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είχε αποδειχθεί σύνδεσμος μεταξύ της πλήρους σωματικής έρευνας και της πρόληψης του εγκλήματος ή της αταξίας».

Το Δικαστήριο, όπως αναφέρει στην απόφασή του, θεωρεί ότι η ανωτέρω διαπίστωση, κατά την οποία η πλήρης σωματική έρευνα δεν κατέστη απολύτως αναγκαία από τους λόγους ασφαλείας, αρκεί για να στοιχειοθετηθεί ότι η προσφεύγουσα υποβλήθηκε σε εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της πλήρους σωματικής έρευνας. Επανέλαβε επίσης ότι, όταν ένα πρόσωπο στερείται την ελευθερία του ή, γενικότερα, βρίσκεται αντιμέτωπο με όργανα επιβολής του νόμου, κάθε προσφυγή σε σωματική βία που δεν καθίσταται απολύτως αναγκαία από τη δική του συμπεριφορά μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και συνιστά κατ’ αρχήν παραβίαση του άρθρου 3.