Ήταν Φεβρουάριος του 2013 όταν η φωτορεπόρτερ Πόπη Μέλλιου προσήχθη στον έκτο όροφο της ΓΑΔΑ για εξακρίβωση στοιχείων.
Λίγο νωρίτερα, στα Εξάρχεια, είχε καταγράψει τις πινακίδες των μοτοσυκλετών τεσσάρων αστυνομικών της ομάδας ΔΕΛΤΑ, καθώς είχε την αίσθηση ότι είχε προηγηθεί περιστατικό αστυνομικής βίας. Οι αστυνομικοί τής ζήτησαν την ταυτότητά της. Η ίδια ζήτησε να δει τα υπηρεσιακά τους δελτία και στη συνέχεια προσήχθη στη ΓΑΔΑ.
Εκεί, σύμφωνα με την υπόθεση που έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, της αφαιρέθηκε το κινητό τηλέφωνο και παρέδωσε το σημείωμα στο οποίο είχε καταγράψει τις πινακίδες των μοτοσυκλετών.
Ακολούθησε πλήρης σωματική έρευνα, κατά την οποία της ζητήθηκε να αφαιρέσει όλα τα ρούχα της, συμπεριλαμβανομένων των εσωρούχων. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από γυναίκα αστυνομικό, ενώ προηγουμένως είχαν υπάρξει υποδείξεις από τον αξιωματικό υπηρεσίας, σύμφωνα με την καταγγελία, με χυδαίο και προσβλητικό τρόπο.
Η πρώτη δικαστική δικαίωση και η ανατροπή στο Εφετείο
Το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον προϊστάμενο της αρμόδιας Υποδιεύθυνσης και τον αξιωματικό υπηρεσίας.
Στην απόφασή του έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι η πλήρης σωματική έρευνα δεν ήταν απαραίτητη, ενώ έλαβε υπόψη και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, το γραφείο ήταν έντονα φωτισμένο και οι περσίδες παρέμεναν ανοιχτές, με αποτέλεσμα η φωτορεπόρτερ να είναι ορατή από τον εξωτερικό χώρο.
Οι δύο αστυνομικοί προσέβαλαν την πρωτόδικη απόφαση στο Εφετείο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτοβάθμια κρίση, απαλλάσσοντας τον προϊστάμενο, ενώ για τον αξιωματικό υπηρεσίας έκρινε ότι το αδίκημα είχε παραγραφεί.
Μετά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, και καθώς στη συγκεκριμένη διαδικασία δεν προβλεπόταν αναίρεση, η Πόπη Μέλλιου προσέφυγε στο ΕΔΔΑ.
Η απόφαση του ΕΔΔΑ
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η μεταχείριση που υπέστη η φωτορεπόρτερ συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Το Δικαστήριο επιδίκασε στην προσφεύγουσα 10.000 ευρώ για ηθική βλάβη, επισημαίνοντας ότι εξευτελιστική μεταχείριση μπορεί να υπάρχει όταν «ο τρόπος διενέργειας μιας έρευνας περιλαμβάνει στοιχεία ταπεινωτικά, τα οποία επιτείνουν σημαντικά την αναπόφευκτη ταπείνωση που συνεπάγεται η διαδικασία».
Στην απόφασή του, το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι η Μέλλιου είχε μεταφερθεί στη ΓΑΔΑ για εξακρίβωση στοιχείων και δεν είχε συλληφθεί ούτε τεθεί τυπικά υπό κράτηση.
«Το ΕΔΔΑ δήλωσε ότι οι γενικές αρχές της νομολογίας περί σωματικών ερευνών πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρότερα όταν το πρόσωπο έχει μεταφερθεί στην αστυνομική διεύθυνση για εξακρίβωση στοιχείων χωρίς να έχει ποτέ συλληφθεί ή τεθεί τυπικά υπό κράτηση. Η πλήρης έρευνα ακολούθησε την ταυτοποίηση και την παράδοση του σημειώματος, ενώ δεν προέκυπτε ότι οι αρχές είχαν εξετάσει ηπιότερα μέσα. Δεν χρησιμοποιήθηκε σαρωτής σώματος ή ανιχνευτής μετάλλων. Το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι είχε αποδειχθεί σύνδεσμος μεταξύ της πλήρους σωματικής έρευνας και της πρόληψης του εγκλήματος ή της αταξίας. Στις συγκεκριμένες περιστάσεις, η διαπίστωση ότι η πλήρης έρευνα δεν κατέστη απολύτως αναγκαία για λόγους ασφαλείας αρκούσε για τον χαρακτηρισμό της ως εξευτελιστικής μεταχείρισης.»
Η απόφαση του ΕΔΔΑ κλείνει έτσι έναν δικαστικό κύκλο που ξεκίνησε το 2013, θέτοντας στο επίκεντρο τα όρια των αστυνομικών ελέγχων και τις υποχρεώσεις των αρχών απέναντι σε πρόσωπα που δεν έχουν συλληφθεί ή τεθεί υπό κράτηση.