Η Διεθνής Αμνηστία πρότεινε χθες, Πέμπτη, την «άμεση κατάργηση» της ομοσπονδιακής αστυνομίας μετανάστευσης των ΗΠΑ, ICE, η οποία αποτελεί βασικό εργαλείο της αντιμεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης του Ρεπουμπλικάνου προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η πρόταση περιλαμβάνεται σε έκθεση της οργάνωσης με τίτλο «Είχαμε σφυρίχτρες, είχαν πιστόλια», στην οποία γίνεται λόγος για «γενικευμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων» κατά τις μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις της ICE.

Η δημοσιοποίηση της έκθεσης έγινε λίγες ημέρες μετά το περιστατικό στην Όστιν του Τέξας, όπου μετανάστης από τη Βενεζουέλα, ο Γουίλμπερ Γκαρσές Πέρες, τραυματίστηκε από σφαίρα πράκτορα της ICE. Το περιστατικό ενίσχυσε την κριτική για τις μεθόδους της υπηρεσίας, οι οποίες έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις.

Είχε προηγηθεί, τον Ιανουάριο, ο θάνατος δύο Αμερικανών στη Μινεάπολη, της 37χρονης μητέρας Ρενέ Γκουντ και του 37χρονου νοσοκόμου Άλεξ Πρέτι. Και οι δύο σκοτώθηκαν από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων ενώ συμμετείχαν σε διαμαρτυρίες κατά των μεγάλης κλίμακας αντιμεταναστευτικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την έκθεση, οι δύο θάνατοι σημειώθηκαν σε δημόσιο χώρο, υπό το φως της ημέρας, με διαφορά μικρότερη των τριών εβδομάδων.

«Η έκθεση δείχνει ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δημιούργησε σύστημα μαζικών συλλήψεων και απελάσεων τροφοδοτούμενο από ρατσιστικό, ξενόφοβο και ψευδή λόγο, ο σκοπός του οποίου είναι να τίθεται υπό κράτηση και να διώχνεται από την επικράτεια ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός μεταναστών, αιτούντων άσυλο ή προσφύγων και να ενσταλάζεται ο φόβος στο σύνολο των κοινοτήτων των μεταναστών», αναφέρει η Διεθνής Αμνηστία.

Στο δελτίο Τύπου που συνοδεύει την έκθεση, η επικεφαλής του αμερικανικού παραρτήματος της οργάνωσης, Νάντια Νταρ, υποστηρίζει: «μασκοφορεμένοι κι οπλισμένοι ομοσπονδιακοί πράκτορες επιτίθενται σε κόσμο στους δρόμους με πλήρη ατιμωρησία δεν κάνει τις γειτονιές μας πιο ασφαλείς – θέτει σε κίνδυνο τους πάντες».

Η έκθεση βασίζεται σε περισσότερες από 150 μαρτυρίες που συγκεντρώθηκαν από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο σε τέσσερις από τις μεγαλύτερες πόλεις όπου επικεντρώθηκαν οι επιχειρήσεις της ICE: το Σικάγο, τη Νέα Ορλεάνη, τη Μινεάπολη και την Ουάσιγκτον. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στις επιχειρήσεις συμμετείχαν και άλλες ομοσπονδιακές υπηρεσίες, ακόμη και ο στρατός.

Η Νάντια Νταρ υποστηρίζει ότι «Η ICE είναι εξ ορισμού προβληματική και δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Αν η αμερικανική κυβέρνηση δεν διαθέτει σύστημα ελέγχου της μετανάστευσης που σέβεται το διεθνές δίκαιο ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα (…) πρέπει να καταργήσει την ICE».

Η Διεθνής Αμνηστία καταγράφει στην έκθεσή της καταγγελίες για «ρατσιστικές διακρίσεις», «αυθαίρετες συλλήψεις», «παρενόχληση, εκφοβισμό, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση» κρατουμένων, «αδικαιολόγητη χρήση βίας από ομοσπονδιακούς πράκτορες», καθώς και για «θανατηφόρα βία και παράνομους σκοτωμούς για τους οποίους ευθύνονταν ομοσπονδιακοί πράκτορες».

Παράλληλα, η οργάνωση κάνει λόγο για «απάνθρωπες συνθήκες κράτησης» και «στέρηση των ορθών διαδικασιών» του κράτους δικαίου.

Η Διεθνής Αμνηστία επιμένει ότι τα περιστατικά που καταγράφονται δεν αποτελούν «μεμονωμένα ή εξαιρετικά περιστατικά», αλλά εντάσσονται, σύμφωνα με την ίδια, σε συστηματικές πρακτικές της υπηρεσίας.