Στα 2,78 εκατομμύρια ανήλθαν τα μη θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τουλάχιστον τέσσερις ημερολογιακές ημέρες απουσίας από την εργασία. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 3.367 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, δηλαδή κατά μέσο όρο εννέα νεκροί εργαζόμενοι κάθε ημέρα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat. Η αναλογία ήταν 826 μη θανατηφόρα ατυχήματα για κάθε θανατηφόρο.
Σε ολόκληρη την ΕΕ, το 2024 καταγράφηκαν 1,65 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα ανά 100.000 απασχολούμενους.
Σε σύγκριση με το 2023, τα μη θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα μειώθηκαν κατά 43.742, ποσοστό που αντιστοιχεί σε μείωση 1,5%. Αντίθετα, τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα αυξήθηκαν κατά 45, δηλαδή κατά 1,4%.
Οι κλάδοι με τα περισσότερα θανατηφόρα ατυχήματα
Σχεδόν το ένα τέταρτο, συγκεκριμένα το 23,0%, του συνόλου των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην ΕΕ σημειώθηκε στον τομέα των κατασκευών. Ακολούθησαν οι μεταφορές και η αποθήκευση με 15,9%.
Η μεταποίηση, με 13,8%, και η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία, με 12,1%, ήταν οι μόνες άλλες κατηγορίες της NACE στις οποίες καταγράφηκαν διψήφια ποσοστά επί του συνολικού αριθμού των θανατηφόρων ατυχημάτων.
Η εικόνα από την Ελλάδα
Στην Ελλάδα καταγράφηκαν το 2024 συνολικά 5.271 μη θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα και 55 θανατηφόρα στους χώρους εργασίας.
Από τους τραυματίες των μη θανατηφόρων ατυχημάτων, οι 3.542 ήταν άνδρες και οι 1.729 γυναίκες.

Η χώρα μας καταλαμβάνει την 17η θέση όσον αφορά τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, με δείκτη 1,33 ανά 100.000 εργαζόμενους.
Τα εργατικά ατυχήματα ανά φύλο
Οι άνδρες είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα από τις γυναίκες να υποστούν εργατικό ατύχημα. Το 2024, περίπου δύο στα τρία, ή 67,2%, των μη θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην ΕΕ αφορούσαν άνδρες.
Στα στοιχεία αυτά συμβάλλουν διάφοροι παράγοντες, μεταξύ άλλων το ποσοστό των ανδρών και των γυναικών που απασχολούνται, τα διαφορετικά είδη εργασίας που εκτελούν, αλλά και οι οικονομικές δραστηριότητες στις οποίες εργάζονται.
Για παράδειγμα, πολύ περισσότερα ατυχήματα καταγράφονται στους τομείς της εξόρυξης, της μεταποίησης και των κατασκευών, οι οποίοι τείνουν να κυριαρχούνται από άνδρες. Παράλληλα, οι άνδρες τείνουν να εργάζονται σε μεγαλύτερο ποσοστό με πλήρη απασχόληση, ενώ οι γυναίκες είναι πιθανότερο να εργάζονται με μερική απασχόληση. Ως αποτέλεσμα, οι γυναίκες περνούν κατά μέσο όρο λιγότερο χρόνο στον χώρο εργασίας, γεγονός που μπορεί επίσης να μειώνει την πιθανότητα να υποστούν εργατικό ατύχημα.
Μεταξύ 2023 και 2024, ο αριθμός των μη θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στην ΕΕ στα οποία εμπλέκονταν άνδρες μειώθηκε κατά 41.154. Αντίστοιχα, σημειώθηκε μείωση κατά 1.923 στα μη θανατηφόρα ατυχήματα στα οποία εμπλέκονταν γυναίκες.
Οι δείκτες συχνότητας
Ένας διαφορετικός τρόπος ανάλυσης των στοιχείων για τα εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τη Eurostat, είναι η σύγκριση του αριθμού των ατυχημάτων με τον αριθμό των εργαζομένων. Με αυτόν τον τρόπο προκύπτει ο λεγόμενος «δείκτης συχνότητας».
Οι συγκεκριμένοι δείκτες συσχετίζουν τον αριθμό των ατυχημάτων με το σύνολο των εργαζομένων και παρέχουν, για κάθε χώρα, μια ένδειξη της πιθανότητας ένας εργαζόμενος να υποστεί εργατικό ατύχημα.
Σε ολόκληρη την ΕΕ, το 2024 σημειώθηκαν 1,65 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα ανά 100.000 απασχολούμενους.
Τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα αποτελούν σχετικά σπάνια γεγονότα και, ως εκ τούτου, ο αριθμός και η συχνότητά τους μπορεί να παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις από χρόνο σε χρόνο, ιδιαίτερα στις μικρότερες χώρες της ΕΕ.
Το 2024, ο αριθμός των θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους κυμαινόταν από λιγότερα από 1,00 στο Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Σουηδία έως τουλάχιστον 3,00 στη Βουλγαρία και τη Γαλλία.
Το υψηλότερο ποσοστό συχνότητας μεταξύ των κρατών-μελών καταγράφηκε στη Γαλλία, με 3,61 θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 απασχολούμενους.

Ωστόσο, η Γαλλία διαθέτει ειδικό σύστημα δήλωσης και αναγνώρισης εργατικών ατυχημάτων, το οποίο επικεντρώνεται στην αναφορά συμβάντων που σχετίζονται με την εργασία. Το σύστημα αυτό συνήθως δεν κάνει διάκριση μεταξύ ατυχημάτων των οποίων η κύρια αιτία είναι η εργασία και ατυχημάτων που συμβαίνουν στον χώρο εργασίας.
Οι τελευταίες περιπτώσεις θα πρέπει να εξαιρούνται μόνο εφόσον αποκλειστούν άλλα αιτιώδη στοιχεία που συνδέονται με την εργασία. Αυτό ενδέχεται να οδηγεί σε υψηλότερο αριθμό αναφερόμενων εργατικών ατυχημάτων στη Γαλλία σε σύγκριση με άλλες χώρες, ακόμη και με χώρες που διαθέτουν παρόμοια συστήματα αναφοράς ατυχημάτων.
1.359 μη θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους
Σε ολόκληρη την ΕΕ καταγράφηκαν το 2024 συνολικά 1.359 μη θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα ανά 100.000 εργαζόμενους.
Το εύρος των ποσοστών εμφάνισης μεταξύ των κρατών-μελών ήταν ιδιαίτερα μεγάλο: από λιγότερα από 100 μη θανατηφόρα ατυχήματα ανά 100.000 απασχολούμενους στη Ρουμανία, όπου καταγράφηκαν 65, και στη Βουλγαρία, όπου καταγράφηκαν 87, έως περισσότερα από 2.000 ανά 100.000 εργαζόμενους στη Γαλλία (2.622), την Πορτογαλία (2.489) και την Ισπανία (2.241).
Τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά εμφάνισης μη θανατηφόρων ατυχημάτων ενδέχεται να αντανακλούν ελλιπή αναφορά. Αυτό μπορεί να οφείλεται, μεταξύ άλλων, σε ανεπαρκώς οργανωμένα συστήματα αναφοράς, σε περιορισμένα οικονομικά κίνητρα για τα θύματα ώστε να καταγγέλλουν τα ατυχήματα ή σε μη δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις για τους εργοδότες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ελλάδα, όπου άλλα στοιχεία ανακοινώνει η Επιθεώρηση Εργασίας και διαφορετικά στοιχεία συγκεντρώνουν φορείς των εργαζομένων, όπως η ΟΣΕΤΕΕ.
Οι κλάδοι με τα περισσότερα ατυχήματα
Η συχνότητα των εργατικών ατυχημάτων ενδέχεται, εν μέρει, να είναι υψηλότερη στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες λόγω των οικονομικών δραστηριοτήτων στις οποίες είναι πιθανότερο να απασχολούνται.
Πράγματι, ο αριθμός των εργατικών ατυχημάτων παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις ανάλογα με τον οικονομικό τομέα και εμφανίζει θετική ασυμμετρία σε σχέση με τους κλάδους στους οποίους κυριαρχούν οι άνδρες.
Στην ΕΕ, οι κατασκευές, οι μεταφορές και η αποθήκευση, η μεταποίηση, καθώς και η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία αντιπροσώπευαν συνολικά το 65,0% του συνόλου των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων το 2024 και το 44,4% του συνόλου των μη θανατηφόρων.
Σχεδόν το ένα τέταρτο (23,0%) όλων των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων σημειώθηκε στις κατασκευές, ενώ οι μεταφορές και η αποθήκευση κατέλαβαν τη δεύτερη θέση με 15,9%. Ακολούθησαν η μεταποίηση με 13,8% και η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία με 12,1% — οι μόνες άλλες κατηγορίες της NACE με διψήφιο ποσοστό επί του συνόλου.
Όσον αφορά τα μη θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, αυτά ήταν σχετικά συχνά το 2024 στη μεταποίηση, η οποία αντιπροσώπευε το 18,3% του συνόλου, στις κατασκευές με 12,7%, στο εμπόριο με 12,4% και στις δραστηριότητες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας με 12,3%.
Οι τέσσερις αυτές κατηγορίες ήταν οι μόνες της NACE στις οποίες καταγράφηκαν διψήφια ποσοστά επί του συνολικού αριθμού των μη θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων.