Ο Κότλικοφ δήλωσε ότι το πανεπιστήμιο καλωσορίζει την αξιολόγηση από εξωτερικό δικηγορικό γραφείο και αναγνώρισε ότι η διοίκηση «οφείλει να κάνει περισσότερα». Όπως ανέφερε, η έρευνα θα εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο το Cornell αντιμετώπισε την υπόθεση, ενώ το διοικητικό συμβούλιο αναμένεται να ανακοινώσει την έναρξη της διαδικασίας την επόμενη εβδομάδα.
Η υπόθεση αφορά καταγγελία 20χρονης τότε φοιτήτριας, η οποία υποστηρίζει ότι υπέστη ομαδικό βιασμό από επτά μέλη πανεπιστημιακής αδελφότητας, αφού είχε καταναλώσει αλκοόλ και κεταμίνη. Δύο εβδομάδες μετά το περιστατικό απευθύνθηκε στην αστυνομία του Cornell, η οποία διερεύνησε την υπόθεση χωρίς να ακολουθήσουν αρχικά ποινικές διώξεις.
Την προηγούμενη εβδομάδα η γυναίκα κατέθεσε αστική αγωγή, στρεφόμενη μεταξύ άλλων και κατά του πανεπιστημίου. Στην αγωγή υποστηρίζει ότι το Cornell απέτυχε να την προστατεύσει και να αντιμετωπίσει επαρκώς τους άνδρες που, σύμφωνα με την καταγγελία της, εμπλέκονταν στην επίθεση.
Ο δικηγόρος της, Τόμας Τζιούφρα, κάνει λόγο για «συγκάλυψη», υποστηρίζοντας ότι οι ερευνητές διέθεταν επαρκή στοιχεία για να προχωρήσει η υπόθεση, αλλά οι εισαγγελικές αρχές αποφάσισαν αρχικά να μην ασκήσουν ποινικές διώξεις.
Παράλληλα, η υπόθεση έχει ανοίξει συζήτηση για τη χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών στην πανεπιστημιούπολη, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αρχική έρευνα. Σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, από την κατάθεση της καταγγέλλουσας στην αστυνομία φέρεται να είχε παραλειφθεί τμήμα στο οποίο χαρακτήριζε τα γεγονότα ως βιασμό και ανέφερε ότι είχε εξαναγκαστεί.
Ο εισαγγελέας της κομητείας Τόμπκινς, Μάθιου Βαν Χάουτεν, όπου βρίσκεται το Cornell, ανακοίνωσε ότι το γραφείο του θα επανεξετάσει την υπόθεση και θα παρουσιάσει τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της κατάθεσης της γυναίκας, σε σώμα ενόρκων προκειμένου να εξεταστεί το ενδεχόμενο άσκησης ποινικής δίωξης. Όπως έχει υποστηρίξει, η αρχική απόφαση να μην ασκηθούν διώξεις βασίστηκε στα στοιχεία που είχε διαβιβάσει η αστυνομία και τα οποία παρουσίαζαν τις σεξουαλικές επαφές ως συναινετικές.
Την ίδια ώρα, η κυβερνήτρια της Νέας Υόρκης, Κάθριν Χόκαλ, έχει αναθέσει στη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λετίσια Τζέιμς, την ειδική διερεύνηση της υπόθεσης. Η Χόκαλ έχει επίσης προαναγγείλει αλλαγή στη νομοθεσία που, σύμφωνα με την ίδια, δυσκολεύει την αναγνώριση μιας σεξουαλικής επίθεσης όταν το θύμα είχε προηγουμένως καταναλώσει οικειοθελώς αλκοόλ ή ναρκωτικές ουσίες.
Ο πρύτανης του Cornell υπογράμμισε ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να δημιουργήσει μια κουλτούρα στην οποία οι σεξουαλικές επιθέσεις θα αντιμετωπίζονται χωρίς καμία δικαιολόγηση και τα θύματα θα αισθάνονται ασφαλή να μιλήσουν και θα αντιμετωπίζονται με «συμπόνια και αξιοπρέπεια». Χαρακτήρισε την υπόθεση «καθοριστική στιγμή» για το ίδρυμα και δεσμεύτηκε να διερευνηθεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε.