«Υπάρχει μεγάλη ένταση και ανησυχία σχετικά με τη συνέχιση της λειτουργίας των διεθνών δικαστηρίων, κυρίως του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στη Χάγη», δήλωσε το Σάββατο 10 Οκτωβρίου η Πιλάι, μέσω βιντεοσύνδεσης από τη Νυρεμβέργη, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Κέντρο Νόμπελ Ειρήνης στο Όσλο.

Η ίδια υπογράμμισε ότι το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι πως ένα κράτος επιβάλλει κυρώσεις σε δικαστές αποκλειστικά και μόνο για τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν. Η τοποθέτησή της αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η βράβευσή της με το Νόμπελ Ειρήνης συνέπεσε χρονικά με τη νέα κλιμάκωση της αντιπαράθεσης της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με το ΔΠΔ.

Η Πιλάι, η οποία έχει διατελέσει δικαστής στο Εφετείο του Δικαστηρίου από το 2003 έως το 2008 και επικεφαλής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αναδεικνύει με τις δηλώσεις της το ζήτημα της πολιτικής πίεσης στους διεθνείς θεσμούς που καλούνται να αποδώσουν ευθύνες για σοβαρά εγκλήματα και παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Στο στόχαστρο των ΗΠΑ το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε νέες κυρώσεις κατά του ΔΠΔ την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου, επιχειρώντας να περιορίσει τους πόρους του και τη δυνατότητά του να λειτουργεί. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, υπερασπίστηκε τα μέτρα, υποστηρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει στο Δικαστήριο να ασκήσει διώξεις σε βάρος Αμερικανών πολιτών.

Οι νέοι περιορισμοί ενδέχεται να επηρεάσουν όχι μόνο δικαστές και εισαγγελείς, αλλά και εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες στον θεσμό, δημιουργώντας κινδύνους για τραπεζικές συναλλαγές, ασφαλιστική κάλυψη και τεχνολογική υποστήριξη.

Η απόφαση αποτελεί συνέχεια της μακρόχρονης αντιπαράθεσης μεταξύ της Ουάσιγκτον και του ΔΠΔ. Οι ΗΠΑ έχουν αντιδράσει επανειλημμένα στις δραστηριότητες του Δικαστηρίου, ιδίως μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης σε βάρος του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου για την υπόθεση της Γάζας, αλλά και εξαιτίας προηγούμενης έρευνας για ενέργειες Αμερικανών στρατιωτικών στο Αφγανιστάν.

Αντιδράσεις από την ΕΕ και τον ΟΗΕ

Οι αμερικανικές κυρώσεις προκάλεσαν αντιδράσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΗΕ, που προειδοποιούν για τις επιπτώσεις τους στη διεθνή δικαιοσύνη και στη λογοδοσία για σοβαρά εγκλήματα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτήρισε τα μέτρα «βαθιά λυπηρά», δηλώνοντας έτοιμη να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας του Δικαστηρίου. Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα ότι η εξάμηνη αναβολή πριν από την εφαρμογή των κυρώσεων θα αφήσει περιθώρια για διάλογο.

Από την πλευρά του, ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, καταδίκασε τις κυρώσεις ως απαράδεκτα αντίποινα κατά του ΔΠΔ και του προσωπικού του, εξαιτίας του έργου τους για την προώθηση της λογοδοσίας για σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η αναπληρώτρια εισαγγελέας του Δικαστηρίου, Ναζάτ Σαΐμ Καν, κατήγγειλε επίσης ότι τα μέτρα υπονομεύουν το διεθνές κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας, διαβεβαιώνοντας ότι οι έρευνες και οι διώξεις θα συνεχιστούν.

Ικανοποίηση στο Ισραήλ

Στον αντίποδα των αντιδράσεων από την ΕΕ και τον ΟΗΕ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου χαιρέτισε τις αμερικανικές κυρώσεις. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός χαρακτήρισε το ΔΠΔ πολιτικό οργανισμό, υποστηρίζοντας ότι συνιστά απειλή για τις δημοκρατίες και την εθνική κυριαρχία.

Το ΔΠΔ, το οποίο ιδρύθηκε το 2002 με αρμοδιότητα τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονιών, αριθμεί 125 κράτη-μέλη. Οι ΗΠΑ δεν συμμετέχουν στο θεσμικό του πλαίσιο, ενώ η έδρα του βρίσκεται στη Χάγη της Ολλανδίας.

Η χρονική σύμπτωση των κυρώσεων με τη βράβευση της Πιλάι προσδίδει πρόσθετη πολιτική διάσταση στην αντιπαράθεση. Η επιτροπή των Νόμπελ υπογράμμισε ότι η λογοδοσία για εγκλήματα πολέμου και η απόδοση δικαιοσύνης στα θύματα αποτελούν προϋποθέσεις για την ειρήνη, επισημαίνοντας παράλληλα τις πολιτικές πιέσεις που δέχονται οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου.

Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι τα μέτρα αφήνουν περιθώρια διαπραγμάτευσης με το Δικαστήριο και τα κράτη-μέλη του, ενώ έχει εκδώσει εξαιρέσεις για συγκεκριμένες συναλλαγές, μεταξύ άλλων στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, του λογισμικού και των συνταξιοδοτικών πληρωμών.