«Ο Κυπριανός Παπαϊωάννου ήταν ένα παιδί της υπακοής και της χαράς και ήταν πολύ μεταδοτικός. Σου έπαιρνε τα προβλήματα που είχες, τόσο σε εμάς όσο και στους γύρω μας. Από τη βάφτισή του πήγαινε ανελλιπώς στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας», είπε ο πατέρας του Κυπριανού, ιερέας τονίζοντας πως «είχε απέραντη αγάπη στον Θεό και την πατρίδα».

«Πήγε στις ειδικές δυνάμεις καταδρομών. Ήθελε να είναι μάχιμος, μην τυχόν και γίνει κάτι με τους Τούρκους. Υπηρέτησε την πατρίδα του. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη γιατί του θύμιζε την Κωνσταντινούπολη», σημείωσε.

«Ανοίξαμε το φέρετρο, έχω μια φωτογραφία να σας δείξω από αυτό. Ήταν σε ένα μαύρο σακούλι, του έκαναν νεκροψία χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Ήταν γυμνός, ολόκληρος, παρότι μας έλεγαν ότι είναι καμένος. Τον μεταφέραμε στο σπίτι μου, του πλύναμε τις πληγές του, μύριζε χημικά», είπε ακόμα.

«Είχαμε κλείσει τον γάμο του για τις 27 Αυγούστου του 2023, με βυζαντινό γάμο. Ήταν στην κορυφή της ανθρώπινης ευτυχίας», συμπλήρωσε.

Περιγράφοντας τον τρόπο που πληροφορήθηκε για το δυστύχημα και μετέβη στη Λάρισα, επισήμανε πως «κατάλαβα ότι ήταν πολύ δύσκολο αυτό το θέμα. Προσπάθησα να είμαι ψύχραιμος, αλλά ήταν κάτι που με ξεπερνούσε. Δημιουργήθηκε ξαφνικά μια τραγωδία που άλλαξε τα πάντα στη ζωή μας».

«Με προβλημάτισε η ατμόσφαιρα εδώ στη Λάρισα. Η τοπική Εκκλησία μάς αγκάλιασε, μας πρότεινε φιλοξενία. Ωστόσο, ένιωθα μια κρατική πρακτική που με προβλημάτιζε», δήλωσε ο πατέρας Χριστόδουλος.

«Ήλπιζα ότι θα πάρω ζωντανό τον Κυπριανό, αλλά περνούσε ο χρόνος. Μας έδωσαν ένα σακουλάκι με τον σταυρό του Κύπρου και τον αρραβώνα του Κυπριανού, που έγραφε το όνομα “Χριστίνα”», είπε.

Όσον αφορά την επίσκεψή του στον τρόπο του δυστυχήματος ανέφερε: «Έχω να μαρτυρήσω δύο πράγματα: μια αγανάκτηση για έναν διασώστη που προσπαθούσε να βρει ανθρώπους και τον σταμάτησαν, για να έρθουν επίσημοι να πετάξουν λουλούδια, και το άλλο πως υπήρχαν στρατιωτικοί που μάλλον δεν ήταν δικοί μας, αλλά του ΝΑΤΟ».

«Ποιος διέταξε να μην μπορώ να δω το παιδί μου; Ήρθαν δύο ένστολοι να μου πουν να μην περιμένω, γιατί δεν θα δει κανένας κανέναν», τόνισε, επαναλαμβάνοντας το ερώτημα «για ποιον λόγο δόθηκε εντολή να μην ανοιχτούν τα φέρετρα».

Η μητέρα του, Γεωργία Παπαϊωάννου, ξεκίνησε περιγράφοντας τον χαρακτήρα του γιου της. «Ήταν πάντα χαρούμενος, γεμάτος κέφι και όρεξη. Μου μιλούσε για τα όνειρά του, για το σπίτι που ήθελε να φτιάξει με μεγάλη αυλή», ανέφερε.

«Κατατάχθηκε στους καταδρομείς. Συχνά μου μιλούσε για τη μάνα Ελλάδα, για τους αγώνες της και την ανδρεία των Ελλήνων. Ποιος να μου έλεγε ότι η ίδια η Ελλάδα θα μου τον έτρωγε με τέτοιον τραγικό τρόπο», είπε.

«Εύχομαι να μάθω σύντομα γιατί δολοφονήθηκε ο γιος μου και για ποιον λόγο αλλοιώθηκε ο χώρος του δυστυχήματος. Γιατί βιάστηκαν να μαζέψουν τα χώματα με τις μπουλντόζες;», συνέχισε η κ. Παπαϊωάννου.

Ζήτησε, τέλος, όλοι οι υπεύθυνοι να έρθουν αντιμέτωποι με τις ευθύνες τους.

Η δίκη συνεχίζεται να καταθέσεις συγγενών θυμάτων.