Η Ιωάννα Παπαγιαννίδου, επιζήσασα κατέθεσε πως: «στα Παλαιοφάρσαλα υπήρξε μεγάλη στάση. Για περίπου 30 λεπτά. Και στη Λάρισα έγινε μεγάλη στάση. Δεν θυμάμαι στάση αφού έφυγε από την Λάρισα το τρένο. Έτρεχε πολύ. Φαίνεται πως προσπάθησε να φρενάρει. Ξαφνικά αρχίζει ένας θόρυβος έσπαγαν τζάμια. Κατέβασα το κεφάλι και έπεσα κάτω. Εγκλωβίστηκα και κατάλαβα ότι έφευγε το τρένο, σαν να εκτροχιαζόταν. Ακούσαμε ένα μπαμ, ήταν η έκρηξη. Είδαμε την φωτιά. Σηκώθηκα και άκουσα την κόρη μου: “μαμά το μωρό”».

Η πρόεδρος ρώτησε για τη σύγκρουση και πως την κατάλαβε η επιβάτιδα, με εκείνη να απαντά: «Είχε μυρωδιά και καπνίλα δεν μπορούσαμε να αναπνεύσουμε. Ο καπνός ερχόταν από το μπροστινό μέρος του βαγονιού. Σκαρφαλώναμε για να βγούμε από το παράθυρο. Είδα μια εγκλωβισμένη μας ζήτησε βοήθεια. Δεν μπορούσα να την βοηθήσω. Βγήκα από το παράθυρο. Ήμουν σαν χαμένη. Είχε φλόγες σε δύο τρία σημεία κοντά στο βαγόνι 3. Ξεχωριστά από την άλλη. Άνθρωποι ήταν κάτω στο έδαφος, φώναζαν. Από εκείνη την ημέρα δεν μπορώ να κοιμηθώ. Όλες οι εικόνες έρχονται στο μυαλό μου. Μυρωδιά υπήρχε αλλά δεν ξέραμε τι είναι».

«Έγινε ένα δυνατό μπαμ και εκτινάχθηκα. Με σήκωσαν οι επιβάτες»

Το μοναδικό μέλος του προσωπικού που κατάφερε να επιβιώσει, η Χρυσάνθη Κρεβάικα, είπε: «Μπήκα από τη Λάρισα στο πρώτο βαγόνι και ξεκίνησα καθαριότητα. Μόλις πήγα στο 6ο βαγόνι και στα πρώτα καθίσματα έγινε ένα δυνατό μπαμ και εκτινάχθηκα. Με σήκωσαν οι επιβάτες. Άνοιξα ένα μοχλό και άνοιξαν οι πόρτες. Περπατήσαμε τις γραμμές προς τα πίσω. Δεν κατάλαβα τι έγινε μπροστά. Γύρισα πίσω και βλέπω πως είχε μια ομίχλη και μέσα στην ομίχλη είχε μια κόκκινη ομίχλη. Νοσηλεύτηκα και μετά που βγήκα έμαθα τι έγινε. Από το 2022 εργαζόμουν στα τρένα. Δεν ένιωθα φόβο».

«Συνειδητοποίησα πως είχα μωρό αλλά δεν είχα μωρό»

«Ταξίδευα εκείνο τα βράδυ με την μαμά μου και την 6 μηνών κόρη μου από τα Τρίκαλα», ξεκίνησε την περιγραφή της η επιζήσασα Μαρία Λαζαρίδου και συνέχισε: «Αλλάξαμε τρένο στο Παλαιοφάρσαλο. Εκεί είχε καθυστέρηση Τελικά ξεκίνησε από τη Λάρισα παρά την καθυστέρηση. Θυμάμαι πολλά από την σύγκρουση. Η κοπέλα δίπλα μου έβλεπε με τον φίλο της. Κάθισα για να ταΐσω το παιδί. Θυμάμαι μια απότομη στροφή. Έτρεχε πολύ το τρένο. Δεν πρόλαβα να την ταΐσω έφυγε το μπιμπερό από τα χέρια μου και μετά τίποτα. Άνοιξα τα μάτια μου παντού σκοτάδι. Άνοιξα τα μάτια μου ακριβώς δίπλα μου υπήρχε η φωτιά. Υπήρχαν ουρλιαχτά. Και συνειδητοποίησα πως είχα μωρό αλλά δεν είχα μωρό. Αρχίζω να φωνάζω το μωρό μου, αρχίσαμε να ψάχνουμε. Συνέχιζα να φωνάζω και το παιδί άρχισε να κλαίει. Ήταν κάτω από την καρέκλα. Χωρούσε μόνο το χέρι μας. Η μητέρα μου την τράβηξε έξω. Η φωτιά ήταν δίπλα μας. Φαινόταν σε καλή κατάσταση. Ήταν μαύρη από πάνω έως κάτω. Σκεφτόμασταν πως θα βγούμε. Φώναζα για να σπάσουν το παράθυρο.

Εκείνη την ώρα είδα την κοπέλα που ήταν δίπλα μου με τον σύντροφό της. Πρέπει να είχαν πιαστεί τα πόδια της στις λαμαρίνες. Το κεφάλι δεν ήταν στη θέση του και ο σύντροφός της φώναζε. Προσπάθησα να προχωρήσω όμως δεν μπορούσα το βαγόνι είχε κλήση. Όταν φτάσαμε στο παράθυρο ένιωθα πως δεν έχω οξυγόνο. Ήταν σπασμένο. Υπήρχαν δύο άτομα, κάθισα στο παράθυρο τους έδωσα την μικρή και μου είπαν να πηδήξω. Πήδηξα βγήκα. Πήρα την μικρή. Ήμασταν από την πλευρά του δρόμου. Φτάσαμε σε ένα λόφο. Έβλεπα κόσμο να περπατάει με τις βαλίτσες του. Αυτό που ζούσα εκεί ήταν πόλεμος. Έπρεπε να ανέβουμε τον λόφο Δεν μπορούσα με την μικρή να σκαρφαλώσω. Είχαν έρθει τα πυροσβεστικά και κατέβασαν ένα σχοινί. Κατέβηκε ένας πυροσβέστης και μας ανέβασε. Εκεί φτάσαμε στο δρόμο. Συνάντησα την Ζωή μια επιβάτιδα που με είχε βοηθήσει Της ζήτησα το τηλέφωνο και κάλεσα τον μπαμπά μου. Στο νοσοκομείο ήταν ένα χάος».

Σύμφωνα με την ΕΡΤ, η Μαρία Λαζαρίδου κατέρρευσε και χρειάστηκε η συνδρομή του Ερυθρού Σταυρού για να της δοθούν οι πρώτες βοήθειες και να καταφέρει να ολοκληρώσει την κατάθεσή της.

«Άρχισα να νιώθω ενοχές γιατί ήμουν εγώ τυχερός που κατάφερα να επιζήσω»

Με τη σειρά του, ο επιζών Αναστάσιος Κουμπούρης κατέθεσε: «Αν ήταν στην ώρα του το τρένο θα είχαμε φτάσει Θεσσαλονίκη. Όταν μπήκα μετά από 15 λεπτά έγινε η σύγκρουση. Δεν θυμάμαι την στάση. Ήμουν στο τρίτο βαγόνι, αλλά είχα εισιτήριο για το δεύτερο. Είχαν πιάσει τη θέση και πήγα στο τρίτο. Μετά από 15 λεπτά έγινε η σύγκρουση. Κατάλαβα ένα φρενάρισμα. Και μετά πολύ χειρότερη η κατάσταση. Νόμιζα πως θα πεθάνω. Όταν τελείωσε η σύγκρουση έκλεισαν τα φώτα. Γλύτωσα την σύγκρουση φοβήθηκα πως θα πεθάνω στην φωτιά. Πηδήξαμε στο χωράφι. Είδα το δεύτερο βαγόνι να καίγεται. Άκουγα ουρλιαχτά. Παρατήρησα πως είχα αιμορραγία στο πρόσωπο. Πέρασε μπροστά μου ένας τραυματίας ο οποίος ήταν σχεδόν καμένος, σαν να ήρθε από πόλεμο, κι εκεί κατάλαβα τι έχει συμβεί. Η σύζυγος είχε μελανιές στο πρόσωπο, το μωρό ήταν κατάμαυρο, η Μαρία ήταν σε κακή κατάσταση δεν είχε καλή αναπνοή».

Περιέγραψε πως του έμεινε η μυρωδιά του «καμένου σιδήρου» και πως στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας όπου διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, έβλεπε άλλους τραυματίες που έρχονταν από το σημείο της σύγκρουσης και ανθρώπους να ψάχνουν τους συγγενείς τους.

«Οπότε άρχισα να νιώθω ενοχές γιατί ήμουν εγώ τυχερός που κατάφερα να επιζήσω», κατέθεσε, ενώ για τα ψυχικά τραύματα που φέρει ακόμα και σήμερα ως επακόλουθο του συμβάντος ανέφερε: «Μετά από αυτό είναι όλα πολύ δύσκολα. Νιώθω αρκετά πιο αδύναμος από εκείνη την ημέρα και μετά».

«Όταν έγινε η σύγκρουση αυτό που νιώσαμε ήταν ένα δυνατό τίναγμα για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πέσαμε όλοι μπροστά και γύρισε το βαγόνι μας. Εγώ χτύπησα στο τραπεζάκι. Μετά ήταν το απόλυτο σκοτάδι. Ξεκινήσανε οι τσιρίδες, οι φωνές και ήταν σαν να βλέπαμε τον θάνατο με τα μάτια μας. Νόμιζα ότι μπορεί να πέφταμε σε γκρεμό. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν απλώς να γλιτώσουν τα παιδιά μου. Φώναζα τα ονόματά τους για να δω αν ήταν καλά», κατέθεσε η κ. Πλάσα η οποία ταξίδευε μαζί με τα δύο ανήλικα παιδιά της και κατάφερε να τραβήξει τον γιο της μέσα από έναν σωρό από βαλίτσες που τον είχαν καταπλακώσει μετά τη σύγκρουση.

Η δίκη συνεχίζεται αύριο με τις καταθέσεις της οικογένειας του Ντένις Ρούτσι.