Στο πλαίσιο της τακτικής ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών και των ανταποκριτών ξένου Τύπου, ο Παύλος Μαρινάκης κλήθηκε να σχολιάσει τα ευρήματα της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία το 50,5% των Ελλήνων δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια έκτακτη οικονομική δαπάνη.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε την έρευνα υποκειμενική, καθώς βασίζεται στις απαντήσεις των πολιτών, και αντιπαρέβαλε τα στοιχεία αυτά με άλλους δείκτες της Eurostat για τους μισθούς, την ατομική κατανάλωση και την οικονομική ανάπτυξη.
«Η συγκεκριμένη έρευνα, χωρίς να την υποτιμώ, είναι μια υποκειμενική έρευνα. Δεν είναι μια, δηλαδή, αντικειμενική έρευνα, με βάση, δηλαδή, τα αντικειμενικά δεδομένα. Είναι μια έρευνα γνώμης της Eurostat, όπως γίνονται αντίστοιχες έρευνες και αντικειμενικές από τη Eurostat. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, είναι κατά δήλωση των πολιτών κάθε χώρας».
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η εικόνα που παρουσιάζει η αντιπολίτευση για την ελληνική οικονομία δεν αποτυπώνει το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζει ότι σημαντικό μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες.
«Είναι λάθος η ισοπέδωση της αντιπολίτευσης, ότι είμαστε, δηλαδή, τελευταίοι-προτελευταίοι», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «η πραγματικότητα είναι ότι μέσα σε επτά πάρα πολύ δύσκολα χρόνια κρίσεων και πολέμων, έχει ήδη διανυθεί μια πολύ σημαντική απόσταση για να φτάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Αναλυτικά τα όσα είπε:
Η συγκεκριμένη έρευνα, χωρίς να την υποτιμώ, είναι μια υποκειμενική έρευνα. Δεν είναι μια, δηλαδή, αντικειμενική έρευνα, με βάση, δηλαδή, τα αντικειμενικά δεδομένα. Είναι μια έρευνα γνώμης της Eurostat, όπως γίνονται αντίστοιχες έρευνες και αντικειμενικές από τη Eurostat. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, είναι κατά δήλωση των πολιτών κάθε χώρας. Δεν υποτιμούμε τα ευρήματα αυτά, αλλά πάμε να δούμε τι λένε οι αντικειμενικές έρευνες, μελέτες της Eurostat, όχι κάποιας άλλης Αρχής, οι οποίες δείχνουν ότι είναι λάθος η ισοπέδωση της αντιπολίτευσης, ότι είμαστε, δηλαδή, τελευταίοι-προτελευταίοι.
Είναι, όμως, αντίστοιχα και υπερβολή το να υπάρχουν πανηγυρισμοί ή το να παρουσιάζεται η χώρα μας ως μια χώρα, η οποία είναι ιδανική. Ποια είναι η πραγματικότητα; Η πραγματικότητα είναι ότι μέσα σε επτά πάρα πολύ δύσκολα χρόνια κρίσεων και πολέμων, έχει ήδη διανυθεί μια πολύ σημαντική απόσταση για να φτάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Κατώτατος μισθός με όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα είναι 14η, ούτε τελευταία, ούτε προτελευταία, προφανώς ούτε και πρώτη. Θα τους παραθέσω τους πίνακες αυτούς για διευκόλυνσή σας. Μέσος μισθός, καθαρός μισθός, μέσος καθαρός μισθός εργαζομένων, η Ελλάδα είναι στη 17η θέση. Δέκα χώρες είναι κάτω από την Ελλάδα και ανέβηκε, μάλιστα, από το 11.900 στο 21.500 και συνολικά δύο θέσεις, απ’ τη 19η στη 17η θέση σε πολύ δύσκολα χρόνια κρίσεων.
Για μένα, πιο σημαντική έρευνα είναι η ατομική κατανάλωση. Εδώ, αυτό είναι ένας χάρτης όπου έχει το ποσοστό, όπου κάθε χώρα, ως προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εμείς έχουμε πλησιάσει, είμαστε στο 80%, είναι πέντε χώρες κάτω από εμάς, ο δείκτης ατομικής κατανάλωσης, που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των δαπανών. Και υπάρχει και ο κατώτατος μισθός σε δωδεκάμηνη βάση. Αντίστοιχα, και αυτός ο πίνακας δείχνει ότι η Ελλάδα έχει δέκα χώρες κάτω από αυτήν. Αυτή είναι η πραγματικότητα με βάση, ξαναλέω, τους αντικειμενικούς δείκτες, που μετράνε ποσά, εισοδήματα, έσοδα, έξοδα, δαπάνες, και δεν είναι τι πιστεύεις.
Έχει αξία και το τι πιστεύεις, αλλά νομίζω μεγαλύτερη αξία έχει το αντικειμενικό. Δεν το λέω για να πω ότι λύσαμε όλα τα προβλήματα, για να μην παρεξηγηθώ και να μην έχουμε, γιατί πολλές φορές βλέπουμε, ειδικά σε κάποια sites, άλλα να λέμε κι άλλα να λέω κι άλλοι να είναι οι τίτλοι. Το λέω γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα και είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που έχει σηκώσει την Ελλάδα σε πολύ δύσκολα χρόνια. Η Ελλάδα αναπτύσσεται με διπλάσιο ρυθμό, απ’ ό,τι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος, τα τελευταία χρόνια.
Σας θυμίζω ότι αναπτυσσόταν το 2019 τελευταία, ήταν η 27η, ήταν στον πάτο της Ευρώπης. Η Ελλάδα έχει πλέον 600.000 παραπάνω θέσεις εργασίας, έχει 95% αύξηση των επενδύσεων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό μέσα σε αυτά τα επτά χρόνια στην Ευρώπη είναι 5%. Άρα, ήρθαν παραπάνω επενδύσεις, αυξήθηκαν οι εξαγωγές, δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, αυξήθηκαν τα φορολογικά έσοδα, ενώ μειώθηκαν οι φόροι και έτσι πλησιάζουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Προφανώς, πρέπει να συνεχίσουμε να τρέχουμε για να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο η κατάσταση, γιατί συνεχίζουν πολλοί συμπολίτες μας και περνάνε δύσκολα.
ΕΛΑΣ: «Εκατομμύρια πολιτών βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας»
Την τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου επέκρινε η υπεύθυνη Πολιτικού Σχεδιασμού της ΕΛΑΣ, Ευγενία Φωτονιάτα, υποστηρίζοντας ότι η συζήτηση για τους οικονομικούς δείκτες δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης των πολιτών.
«Ο κ. Μαρινάκης μπορεί να αμφισβητεί τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Δεν μπορεί όμως να αμφισβητήσει την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών που βλέπουν τον μισθό τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.
Επτά χρόνια κυβερνητικού «success story» και η Ελλάδα καταγράφει ευρωπαϊκές πρωτιές εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεται τελευταία.
Τα επίσημα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά.
Φτώχεια: Το 27,5% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 20,9% στην ΕΕ. Η Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση. Στέγαση: Πρώτη στην ΕΕ στη στεγαστική υπερεπιβάρυνση. Το 26,4% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι μόλις 7,7% στην ΕΕ. Ενεργειακή φτώχεια: Πρώτη στην ΕΕ και στην αδυναμία επαρκούς θέρμανσης. Το 18,1% του πληθυσμού δεν μπορεί να κρατήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, έναντι 8,8% στην ΕΕ. Πραγματικοί μισθοί: Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμη και το 2026 θα παραμένουν κάτω από τα επίπεδα του 2019 στην Ελλάδα, όταν στην ΕΕ συνολικά θα βρίσκονται ήδη υψηλότερα. Αυτή είναι η ανάπτυξη της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Πρωτιές στη στεγαστική και ενεργειακή φτώχεια, ουραγός στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Eurostat μετράει λάθος. Είναι ότι η κυβερνητική πολιτική μοιράζει λάθος τους καρπούς της ανάπτυξης.
Η ΕΛΑΣ δεν αρκείται στη διαπίστωση των ανισοτήτων. Παλεύει για μια οικονομία στην οποία η εργασία θα αμείβεται δίκαια και η ανάπτυξη θα βελτιώνει πραγματικά τη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Οι προτάσεις μας είναι συγκεκριμένες:
Κατώτατος μισθός 1.000€ μέσα στο 2027. Μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.800€ στο τέλος της τετραετίας. Ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, ουσιαστικές αυξήσεις και αποκατάσταση της διαπραγματευτικής δύναμης των εργαζομένων. Κατάργηση του 13ώρου και ουσιαστική προστασία του χρόνου εργασίας. Προσιτή στέγη και φθηνότερη ενέργεια, για πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Η εργασία παράγει τον πλούτο. Η ΝΔ δεν μπορεί να πανηγυρίζει για την αύξησή του, την ώρα που οι εργαζόμενοι μένουν πίσω στη διανομή του».