Η απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας αφορά περιπτώσεις αναγκαστικής εκτέλεσης για οφειλές προς το Δημόσιο, τις ΔΟΥ, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, οι οποίες εισπράττονται βάσει του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Σύμφωνα με την κρίση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, η οικογενειακή κατοικία δεν μπορεί να κατασχεθεί και να ενταχθεί σε πρόγραμμα πλειστηριασμού, εφόσον ο οφειλέτης διαθέτει και άλλα περιουσιακά στοιχεία, από τα οποία είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί η απαίτηση του Δημοσίου.
Παράλληλα, η απόφαση διευρύνει τη δυνατότητα δικαστικής προστασίας των οφειλετών, καθώς αναγνωρίζει ότι μπορούν να ασκήσουν ανακοπή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ειδικότερα, η προσφυγή μπορεί να γίνει τόσο κατά την κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης όσο και σε μεταγενέστερο στάδιο, έως την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού.
Μέχρι σήμερα, είχε γίνει δεκτό ότι η ανακοπή μπορούσε να ασκηθεί μόνο στο αρχικό στάδιο της κατασχετήριας έκθεσης.
Η υπόθεση που έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας
Η υπόθεση αφορούσε ακίνητο στο Μοσχάτο, συνολικής επιφάνειας 162 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο αποτελείται από μεζονέτα στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο. Το ακίνητο ανήκε κατά 50% σε διευθύνοντα σύμβουλο ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας και κατά 50% στη σύζυγό του.
Ο προϊστάμενος της ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά είχε εντάξει το ακίνητο σε πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας προς το Δημόσιο.
Ο διευθύνων σύμβουλος προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας την ακύρωση του προγράμματος πλειστηριασμού. Το δικαστήριο έκανε δεκτή την ανακοπή του, κρίνοντας ότι η διαδικασία παραβίαζε τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας.
Στη συνέχεια, το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών.
Το Εφετείο έλαβε υπόψη ότι το ακίνητο «αποτελούσε τη μοναδική κύρια κατοικία στην οποία διέμενε με την οικογένειά του, και ότι διέθετε ακίνητη περιουσία, εκτός του πλειστηριαζόμενου ακινήτου σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας».
Ειδικότερα, έκρινε ότι η έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού «αντέκειτο στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της αναλογικότητας, αφού δεν αποτελούσε πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλόμενων στο Δημόσιο χρεών, δεδομένου ότι η ικανοποίηση της απαίτησης του Δημόσιου θα μπορούσε να επιδειχθεί με λιγότερο επαχθή μέτρα».
Από την πλευρά του, το Δημόσιο υποστήριξε ότι ο προϊστάμενος της ΔΟΥ είχε ασκήσει νόμιμα τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει ο ΚΕΔΕ ως προς την επιλογή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, επιλέγοντας το συγκεκριμένο ακίνητο αντί άλλου περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη.
Το σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας
Το ΣτΕ, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, απέρριψε ως αβάσιμη την αίτηση του Δημοσίου, επικυρώνοντας την κρίση των προηγούμενων δικαστηρίων.
Στο σκεπτικό του, το δικαστήριο υπογραμμίζει τη συνταγματική προστασία της κατοικίας ως στοιχείου άρρηκτα συνδεδεμένου με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής ζωής.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, σύμφωνα με το Σύνταγμα, «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας».
Το δικαστήριο τονίζει ακόμη ότι η προστασία της κατοικίας συνδέεται με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Η σχετική υποχρέωση αφορά όλα τα κρατικά όργανα, τα οποία οφείλουν να διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία τους, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αρχή της αναλογικότητας, η οποία απορρέει από το κράτος δικαίου και επιβάλλει την επιλογή του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
Ειδικότερα, το ΣτΕ επισημαίνει ότι, όταν η επιδίωξη ενός σκοπού δημοσίου συμφέροντος συνεπάγεται τη στέρηση της κατοικίας ενός προσώπου, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί απολύτως αναγκαίο μέτρο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση, «την απορρέουσα ευθέως από την αρχή του κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια την στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιαδήποτε κρατικό όργανο και αν εκδίδεται και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί πριν, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα πλην ηπιότερα μέτρα».
Με βάση αυτό το σκεπτικό, η είσπραξη των οφειλών προς το Δημόσιο δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως στον πλειστηριασμό της οικογενειακής κατοικίας, χωρίς να εξετάζεται αν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι ικανοποίησης των απαιτήσεων.
Η απόφαση αναδεικνύει, επομένως, την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να αξιολογούν τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε υπόθεσης και να εξαντλούν τα πρόσφορα, λιγότερο επαχθή μέτρα πριν προχωρήσουν σε ενέργειες που συνεπάγονται την απώλεια της κατοικίας.