Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί ανακοίνωσε ότι έγιναν περίπου 1.200 συλλήψεις και ότι τραυματίστηκαν 150 αστυνομικοί και χωροφύλακες. Χαρακτήρισε ιδιαίτερα σοβαρά τα επεισόδια, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να υποκύψει στη βία. Παράλληλα, επιτέθηκε στην παράταξη της ριζοσπαστικής αριστεράς «Ανυπότακτη Γαλλία», την οποία έχει κατηγορήσει για υποκίνηση των ταραχών.
Πεδίο μάχης η χώρα
Στο Παρίσι οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής συνεχίστηκαν μέχρι αργά το βράδυ, με την αστυνομία να χρησιμοποιεί δακρυγόνα και εκτοξευτήρες νερού. Επεισόδια και καταστροφές καταγράφηκαν επίσης στη Μασσαλία, τη Ρεν, την Τουλούζη και την Ανζέ, ενώ ζημιές σε δημόσια κτίρια και επιχειρήσεις αναφέρθηκαν σε πολλές ακόμη πόλεις.
Στη Λιμόζ, πυρκαγιά στο δημαρχείο προκάλεσε την κατάρρευση τμήματος του κτιρίου, ηλικίας 143 ετών. Στη Μασσαλία, άτομα εισέβαλαν στο δημαρχείο και έγραψαν συνθήματα στους τοίχους, ενώ στη Λυών τουριστικό γραφείο έγινε στόχος εμπρηστικής επίθεσης. Στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις καταστήματα ένδυσης, τροφίμων και ηλεκτρονικών ειδών υπέστησαν λεηλασίες.
Στο Σεντ-Ετιέν, ένας νεαρός άνδρας ακρωτηριάστηκε έπειτα από έκρηξη χειροβομβίδας, σύμφωνα με τον δήμαρχο της πόλης, Ρεζίς Ζουανικό.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε τα επεισόδια, δηλώνοντας ότι η βία δεν έχει θέση στη δημοκρατία και ότι οι υπεύθυνοι θα διωχθούν. Υποστήριξε επίσης ότι οι επιθέσεις κατά των θεσμών εμποδίζουν όσους επιθυμούν να διαδηλώσουν ειρηνικά.
Η κοινωνική δυσαρέσκεια πίσω από τις κινητοποιήσεις
Οι κινητοποιήσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας, το οποίο είχε αρχίσει τον προηγούμενο μήνα από σχολεία φτωχών βόρειων προαστίων του Παρισιού. Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών και οι κακές κτιριακές υποδομές τροφοδότησαν τις διαμαρτυρίες, οι οποίες επεκτάθηκαν σε πανεθνικό επίπεδο, με αιτήματα ενάντια στις κοινωνικές ανισότητες και τις ανεπαρκείς δημόσιες δαπάνες.
Το Σάββατο, μαθητές, συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλες ομάδες διαδηλωτών συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις, με βασικές αιχμές την ακρίβεια και την υποβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών. Παράλληλα, μέσω των κοινωνικών δικτύων διακινήθηκαν καλέσματα για αναβίωση του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων», που είχε εμφανιστεί το 2018.