Το συχνότερα αναφερόμενο πρόβλημα είναι οι πολλές ώρες εργασίας (34,9%), με δεύτερο την απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας (27%). Ο χρόνος μετακίνησης και τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα αναφέρονται από το 12,9% και το 13% αντίστοιχα όσων δηλώνουν δυσκολία συνδυασμού.

Σχεδόν τρεις στους δέκα συμμετέχοντες (29,8%) έχουν υποχρεώσεις φροντίδας — το 25,7% μόνο παιδιών, το 3,2% μόνο ενηλίκων και το 0,9% και των δύο. Οι υποχρεώσεις αυτές είναι συχνότερες στις γυναίκες (31,9% έναντι 27,6% στους άνδρες), στα άτομα 35–44 ετών (65,7%) και στους απασχολούμενους (35,2%).

Η πλειονότητα όσων έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή εργάζονταν δηλώνει ότι δεν έχει λάβει καμία μορφή οικογενειακής άδειας (59,9%). Η λήψη άδειας είναι λιγότερο συχνή στους άνδρες (24%) και ιδιαίτερα σπάνια στα άτομα ξένης ιθαγένειας (14,3%) και σε όσους έχουν ολοκληρώσει έως Γυμνάσιο (9,2%). Αντίθετα, είναι συχνή στα άτομα 18–24 ετών (57,3%), στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (59,2%) και στους δημόσιους υπαλλήλους (80,9%).

Η διάρκεια της οικογενειακής άδειας παρουσιάζει σημαντικές διαφορές ανά φύλο: το 85,3% των ανδρών έλαβε άδεια έως έξι μήνες, ενώ μόλις το 5,2% έξι μήνες έως ένα έτος και το 2,8% περισσότερο από ένα έτος. Αντίθετα, το 27,1% των γυναικών έλαβε άδεια έξι μηνών έως ενός έτους και το 30,5% μεγαλύτερη του ενός έτους.

Από όσους έχουν παιδιά κάτω των 15 ετών, το 67,9% δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα παιδί. Τα μεγαλύτερα ποσοστά χρήσης απαντώνται στα άτομα 35–44 ετών (36,5%) και στους απασχολούμενους (34,9%), ενώ τα μικρότερα στους ανέργους (17%) και στα άτομα 18–24 ετών (14,1%). Ως κύριος λόγος μη χρήσης αναφέρεται η προτίμηση να φροντίζουν τα παιδιά μόνοι τους ή με τον σύντροφό τους (47,6%), με το ποσοστό να είναι ιδιαίτερα υψηλό στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (68%) και στα άτομα 25–34 ετών (64,1%). Για το 9,6% όσων δεν χρησιμοποιούν υπηρεσίες, ο κύριος λόγος σχετίζεται με τις ίδιες τις υπηρεσίες — το κόστος (5,6%), η διαθεσιμότητα (3%) ή άλλο πρόβλημα (1%).

Κατά μέσο όρο, σε όλο τον πληθυσμό δηλώθηκε περίπου ένα παιδί ανά άτομο. Περισσότερα παιδιά αναφέρονται στις ημιαστικές περιοχές (1,26) και λιγότερα στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών (0,81). Σημαντική είναι η διαφορά μεταξύ ατόμων ελληνικής και ξένης ιθαγένειας (1,03 έναντι 1,41), καθώς και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (1,48 έναντι 1,07).