του Virgilio Urbina Lazardi, στο Jacobin
μετάφραση: Παναγιώτης Δήμας
Τον Ιούνιο, ο κόσμος της χάραξης πολιτικών (policies) κράτησε την ανάσα του καθώς το World Inequality Lab, ο οργανισμός με επικεφαλής τον Τομά Πικετί, δημοσίευσε μια έκθεση που προοριζόταν να αποτελέσει την κορωνίδα πολυετούς και εκτεταμένης έρευνας γύρω από τον άπιαστο στόχο της εξίσωσης των παγκόσμιων εισοδημάτων. Με τον τίτλο Global Justice Report (GJR, Έκθεση Παγκόσμιας Δικαιοσύνης), ο Πικετί και οι συνεργάτες του την προώθησαν ως την πρώτη -τεκμηριωμένη με δεδομένα- σύνθεση δύο μακροχρόνιων προοδευτικών φιλοδοξιών που παρέμεναν περισσότερο ευχολόγια παρά εφαρμόσιμα σχέδια: αφενός τη δραστική μείωση της ανισότητας εισοδήματος και πλούτου τόσο εντός των χωρών όσο και μεταξύ τους, και αφετέρου την επίτευξη πλανητικής βιωσιμότητας στην εποχή της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Η GJR, εν ολίγοις, φιλοδοξούσε να δείξει ότι το είδος των μελετών για την ανισότητα που έκαναν διάσημο τον Πικετί με την έκδοση του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» το 2013 μπορεί να αξιοποιηθεί για τον χειρισμό των διλημμάτων που θέτει η κλιματική κρίση.
Εκ πρώτης όψεως, η έκθεση περιέχει πολλά με τα οποία οι σοσιαλιστές θα συμφωνούσαν. Οραματίζεται, για να δανειστούμε τη φράση του Τζον Μέιναρντ Κέινς, την ευθανασία της τάξης των δισεκατομμυριούχων μέσα στο επόμενο τέταρτο του αιώνα, κυρίως μέσω δημευτικής φορολογίας. Προτείνει τον εκδημοκρατισμό των θεσμών διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, στους οποίους κυριαρχεί εδώ και καιρό η ίδια ομάδα πλούσιων κρατών, με την καθιέρωση ενός κατά κεφαλήν συστήματος ψηφοφορίας και την εισαγωγή ενός διεθνούς νομίσματος που θα άμβλυνε το «εξωφρενικό προνόμιο» του δολαρίου. Και στο πλαίσιο της γενικότερης μέριμνάς της για τα πλανητικά όρια, ζητά μια δραστική αλλαγή στον τρόπο που αξιοποιούνται τα κέρδη παραγωγικότητας: όχι για την παραγωγή ολοένα μεγαλύτερου υλικού προϊόντος αλλά για περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Πρόκειται για ένα παλιό σοσιαλιστικό αίτημα, το οποίο η καπιταλιστική κινητήρια δύναμη του κέρδους έχει ικανοποιήσει μόνο αποσπασματικά και μόνο υπό τη διαρκή πίεση από τα κάτω.
Ωστόσο, όταν η έκθεση περνά από τους βασικούς στόχους στον μηχανισμό που θα τους υλοποιήσει, υστερεί. Αντί για ένα φιλόδοξο αλλά εφικτό πρόγραμμα που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί επιλεκτικά για να συσπειρώσει την παγκόσμια αριστερά, η GJR καταφεύγει στη σφαίρα της φαντασιοκοπίας. Ο Πικετί και οι συνεργάτες του αναγνωρίζουν εν παρόδω τους πολιτικούς περιορισμούς στη συγκρότηση διαρκών συμμαχιών των απόκληρων, αλλά τελικά τους παρακάμπτουν. Όπως ακριβώς τα σχέδια των ουτοπικών σοσιαλιστών του 19ου αιώνα, η GJR σκοντάφτει στο ίδιο εμπόδιο: οι προτάσεις της δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα πολιτικό έρεισμα αρκετά ισχυρό ώστε να υπερνικήσει τη σφοδρή αντίσταση που αναπόφευκτα θα αντιμετωπίσουν από την πλευρά των εδραιωμένων ελίτ.
Με λίγα λόγια, η GJR χαράσσει μια πορεία προς τη σύγκλιση των παγκόσμιων εισοδημάτων έως το τέλος του αιώνα, η οποία ταυτόχρονα περιορίζει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ώστε η θέρμανση (warming) να μην ξεπεράσει τους δύο βαθμούς Κελσίου πάνω από το προβιομηχανικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί ένα πρωτότυπο λογιστικό μοντέλο εισροών-εκροών για να προσομοιώσει τροχιές θέρμανσης (warming trajectories) και προσθέτει μια αναδιανεμητική διάσταση που περιορίζει το εύρος των αποδεκτών σεναρίων. Τα ερευνητικά κείμενα εργασίας (working papers) στα οποία βασίζεται η έκθεση δείχνουν ότι πρόκειται ουσιαστικά για μία μακροσκελή και περίπλοκη λογιστική άσκηση.
Το μοντέλο εισροών-εκροών υπολογίζει πρώτα ένα μέγιστο «απόθεμα» μελλοντικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που μπορεί να παράξει η παγκόσμια οικονομία ώστε να παραμείνει εντός του στόχου των δύο βαθμών. Στη συνέχεια ορίζει ένα επίπεδο κατά κεφαλήν εισοδήματος στο οποίο θα μπορούσαν να συγκλίνουν όλες οι χώρες σεβόμενες αυτό το όριο. Η οικονομική μεγέθυνση, ποσοτική και ποιοτική, κατανέμεται έτσι σε κάθε χώρα με βάση ένα αποτύπωμα άνθρακα εξειδικευμένο για κάθε χώρα, το οποίο κατά το μοντέλο δεν θα υπονόμευε ούτε τον στόχο της βιωσιμότητας ούτε τον στόχο της ισότητας. Μόλις ολοκληρωθεί η κατανομή, το μοντέλο συνάγει αναδρομικά το επενδυτικό έλλειμμα, σε επενδύσεις για το κλίμα και για τη μεγέθυνση, που θα χρειαζόταν για να μπουν οι οικονομίες του κόσμου σε τροχιά βιώσιμης ισότητας.
Τελικά, το μοντέλο της GJR καταλήγει ότι ο κόσμος μπορεί να συγκλίνει σε κατά κεφαλήν εισόδημα 60.000 ευρώ το 2100, συγκρατώντας παράλληλα τη θέρμανση στους μόλις 1,8 βαθμούς Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα. Οι φτωχότερες περιοχές του κόσμου, όπως η υποσαχάρια Αφρική και η Νότια Ασία, θα αναπτύσσονταν με ιλιγγιώδη ρυθμό 3 έως 4 τοις εκατό ετησίως, ενώ στον Παγκόσμιο Βορρά στο σύνολό του θα επιτρεπόταν ρυθμός μεγέθυνσης μόλις 0 έως 0,5 τοις εκατό ετησίως. Μεγάλο μέρος, αν όχι το μεγαλύτερο, αυτής της μεγέθυνσης θα κατευθυνόταν στους λεγόμενους άυλους τομείς, ιδίως την υγεία και την εκπαίδευση. Ποσοστώσεις, μαζί με άλλα εργαλεία πολιτικής που διαμορφώνουν την κατανάλωση, θα συγκρατούσαν τις δαπάνες στους υλικούς τομείς. Το επενδυτικό έλλειμμα για την επίτευξη αυτού του επιπέδου σύγκλισης θα ανερχόταν περίπου στο 10 τοις εκατό του παγκόσμιου ΑΕΠ κάθε χρόνο. Ο προορισμός έχει οριστεί και η διαδρομή έχει χαρτογραφηθεί. Πώς όμως φτάνουμε εκεί;
Εδώ μπαίνει στο προσκήνιο η κεντρική πρόταση της GJR: η σύσταση ενός τεράστιου Παγκόσμιου Ταμείου Δικαιοσύνης (Global Justice Fund, GJF) με δημοσιονομική δικαιοδοσία σε ολόκληρο τον πλανήτη. Μέσω δημευτικών κλιμάκων φορολογίας εισοδήματος και πλούτου, που θα στόχευαν σχεδόν αποκλειστικά το παγκόσμιο ανώτατο 1 τοις εκατό, το ταμείο θα συγκέντρωνε τις επενδύσεις που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση της μετάβασης έως τα τέλη της δεκαετίας του 2050. Μέχρι τότε, κατά τις προβλέψεις της έκθεσης, η τάξη των δισεκατομμυριούχων του κόσμου θα είχε ουσιαστικά εξαφανιστεί και θα είχαν συσσωρευτεί αρκετά έσοδα στο προτεινόμενο Παγκόσμιο Κρατικό Ταμείο (World Sovereign Fund, WSF) ώστε οι μελλοντικές δαπάνες να αυτοχρηματοδοτούνται.

Η συνέχεια είναι απλή. Το GJF και το WSF θα διένεμαν τις επενδύσεις και τα μερίσματά τους στα κράτη σύμφωνα με τους στόχους μεγέθυνσης του μοντέλου, δίνοντας έτσι κίνητρα στις χώρες να κατασκευάζουν έργα που όχι μόνο είναι φιλικά προς το κλίμα, μέσω της επέκτασης σχετικά άυλων τομέων και της μείωσης του χρόνου εργασίας, αλλά και προωθούν ευρύτερους κοινωνικούς στόχους, όπως η εξάλειψη των διαφορών φύλου στις ώρες εργασίας και ο πειραματισμός με κοινοτικές ή άλλες εναλλακτικές μορφές ιδιοκτησίας. Για να μην κυριαρχήσουν οι πλούσιες χώρες στο σύστημα, η έκθεση προτείνει το ταμείο να λειτουργεί με κανόνα διπλής πλειοψηφίας βασισμένο στον πληθυσμό των χωρών, αντί για τη στάθμιση με βάση το ΑΕΠ που χρησιμοποιείται σήμερα σε θεσμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ζητά επίσης από τον ΟΗΕ να εκδώσει ένα νέο παγκόσμιο νόμισμα, ώστε να εξαλειφθεί η δυσανάλογη επιρροή οποιουδήποτε μεμονωμένου συνασπισμού στη χρηματοπιστωτική υποδομή του παγκόσμιου εμπορίου.
Οι περισσότερες κριτικές της έκθεσης έχουν εστιάσει στα τεράστια προβλήματα συλλογικής δράσης που δημιουργεί η απαίτηση για καθολική ή σχεδόν καθολική συμμετοχή στο GJF. Πράγματι, σε ένα άναρχο παγκόσμιο σύστημα που ταλανίζεται από το δίλημμα της ασφάλειας, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αρκετές χώρες υψηλού ή ανώτερου μεσαίου εισοδήματος θα παραχωρούσαν οικειοθελώς σημαντικό μέρος της φορολογικής τους εξουσίας και των εσόδων τους ώστε το εγχείρημα έστω και να μπει σε τροχιά εκκίνησης.
Το παράδειγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία, σε αντίθεση με το GJF, δεν χρειάζεται να συναθροίσει τόσο ανόμοια εθνικά συμφέροντα όσο εκείνα του Λάος και του Καναδά, είναι αποθαρρυντικό από αυτή την άποψη. Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά την έναρξη της διαδικασίας οικονομικής ολοκλήρωσης, η ΕΕ δεν διαθέτει τίποτα που να θυμίζει τη δημοσιονομική ένωση (ή την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών) που το GJF θα απαιτούσε από ολόκληρο τον κόσμο. Από την άλλη πλευρά, οι φτωχές χώρες έχουν κίνητρο να επωφεληθούν ως «λαθρεπιβάτες» από τις προσπάθειες μείωσης εκπομπών των πλουσιότερων ομολόγων τους, αγνοώντας τους περιορισμούς του GJF. Οι συντάκτες της έκθεσης προτείνουν τιμωρητικούς δασμούς και άλλες οικονομικές κυρώσεις για να συμμορφώνονται όσοι δεν συμμετέχουν, όμως έτσι απλώς επανέρχεται το ίδιο εμπόδιο με άλλη μορφή. Αν το GJF δεν μπορεί καν να εξασφαλίσει εξαρχής τη συμμετοχή των ισχυρότερων χωρών του κόσμου, με τις βαθύτερες φορολογικές βάσεις, με ποια εξουσία θα μπορούσε να τις απειλήσει αξιόπιστα με κυρώσεις;
Όσο τρομακτική κι αν είναι η πρόκληση του να μπουν σε τάξη τα σημερινά βαριά οπλισμένα κυρίαρχα κράτη χωρίς έναν παγκόσμιο Λεβιάθαν, οι επικριτές εξακολουθούν να υποτιμούν τη σοβαρότητα του προβλήματος σταματώντας εκεί. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι κάθε κίνηση προς την υλοποίηση του GJF θα προκαλούσε τη μέγιστη αντίσταση των οικονομικών ελίτ. Καμία περίοδος της σύγχρονης ιστορίας δεν έχει πλησιάσει έστω την κλίμακα αναδιανομής πλούτου προς τα κάτω, εντός των χωρών ή αναμεταξύ τους, που το ταμείο φιλοδοξεί να επιτύχει μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες. Αυτό και μόνο υπονομεύει την επανειλημμένη επιμονή της έκθεσης ότι οι προβλέψεις της συνάδουν με το ιστορικό προηγούμενο, είτε αναφέρεται στην ταχεία μεγέθυνση των ασιατικών Τίγρεων από τη δεκαετία του 1970 έως τη δεκαετία του 2010 είτε στη συμπίεση των εισοδημάτων στις νορδικές χώρες από τη δεκαετία του 1930 έως τη δεκαετία του 1980. Πάνω από δύο αιώνες πολιτικού πειραματισμού έχουν δείξει ότι οι καπιταλιστές περιορίστηκαν μόνο από την απίθανη, δύσκολη και εύθραυστη οργάνωση των εργαζόμενων μαζών γύρω από κοινά υλικά συμφέροντα, όχι από αλτρουισμό. Και εδώ ακριβώς η έκθεση σκάβει τον λάκκο της, αγνοώντας τις εύλογες ανησυχίες των εργαζομένων του Παγκόσμιου Βορρά.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, το μοντέλο της έκθεσης αποδίδει στις ανεπτυγμένες χώρες σχεδόν μηδενική ετήσια μεγέθυνση για το υπόλοιπο του αιώνα. Γνωρίζοντας τις επιζήμιες πολιτικές συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν, η έκθεση επιδίδεται σε κάτι που μόνο ως πνευματικά ανέντιμο ταχυδακτυλουργικό τέχνασμα μπορεί να περιγραφεί: υποστηρίζει ότι, αν ληφθεί υπόψη η συμπίεση των εισοδημάτων, οι περισσότεροι κάτοικοι του Παγκόσμιου Βορρά (συγκεκριμένα, τα κατώτερα τέσσερα πέμπτα της κατανομής εισοδήματος) θα έβλεπαν παρ’ όλα αυτά τα χρηματικά τους εισοδήματα να διπλασιάζονται από σήμερα έως το 2100. Στην πραγματικότητα, αυτό αποτελεί ανώτατο όριο αύξησης εισοδήματος, το οποίο οι περισσότεροι εργαζόμενοι του Βορρά ούτε καν θα πλησίαζαν, αν και το κατώτερο 20 τοις εκατό θα μπορούσε να δει κάτι λίγο παραπάνω. Ο άρρητος ισχυρισμός φαίνεται να είναι ότι, εφόσον δεν πρόκειται για καθαρή μείωση εισοδημάτων, η πολιτική στήριξη του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού του Βορρά δεν θα διακυβευόταν σοβαρά.
Όμως, όπως σίγουρα γνωρίζουν οι οικονομολόγοι του World Inequality Lab, η πραγματικότητα της σύγχρονης μεγέθυνσης είναι τέτοια ώστε οι παρατεταμένες απώλειες εισοδήματος, εκτός περιόδων βαθιάς οικονομικής κρίσης, είναι σπάνια εμπειρία. Το ερώτημα είναι μάλλον πόσο γρήγορα αυξάνονται τα εισοδήματα. Και ο διπλασιασμός των εισοδημάτων σε εβδομήντα πέντε χρόνια αντιστοιχεί σε ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης κάτω του 1 τοις εκατό, που, παρεμπιπτόντως, ήταν ο ρυθμός αύξησης του διάμεσου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο. Με άλλα λόγια, στο ιδανικό σενάριο της έκθεσης, οι εργαζόμενοι του ανεπτυγμένου κόσμου θα υποβάλλονταν σχεδόν στις ίδιες συνθήκες λιτότητας με αυτές των τελευταίων τριάντα ετών τουλάχιστον έως το τέλος του αιώνα, αν όχι και πέρα από αυτό.

Η ένσταση αυτή δεν στηρίζεται σε κάποια σοβινιστική προτίμηση για την ευημερία των εργαζομένων του Βορρά, αν και θα έπρεπε να ηχήσει καμπανάκι κινδύνου το ότι ένας διευρυνόμενος κύκλος προοδευτικών στοχαστών φαίνεται πλέον να θεωρεί αποδεκτό να στερηθεί έως και το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού τα περισσότερα οφέλη της οικονομικής μεγέθυνσης. Είναι, αντίθετα, μια νηφάλια άσκηση στρατηγικής σκέψης. Όποια κι αν είναι η κρίση του καθενός για την ηθική αξία αυτών των εργαζομένων, η αναπόδραστη πραγματικότητα είναι ότι η εξασφάλιση της συμμετοχής τους σε ένα διακρατικό αναδιανεμητικό σχήμα δεν είναι καθόλου προαιρετική. Λόγω της δομικής θέσης των εργαζομένων του Βορρά μέσα στις πιο παραγωγικές οικονομίες του πλανήτη, καθώς και της δυνατότητάς τους να ασκούν τα δικαιώματα πολιτικής ισχύος που κατέκτησαν μέσα από αιώνες αγώνων, αυτοί και μόνο αυτοί διαθέτουν τη μόχλευση για να επιβάλουν στο κεφάλαιο του Βορρά το είδος των κυρώσεων που θα ήταν αναγκαίες για να εγκαινιαστεί μια δικαιότερη παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Κι όμως, αυτό που προτείνει η GJR είναι οι εργαζόμενοι του προηγμένου καπιταλιστικού κόσμου να επωμιστούν το ηράκλειο έργο της αντιστροφής δεκαετιών φορολογικών ελαφρύνσεων για τους πλούσιους, μόνο και μόνο για να παραδώσουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών που θα προκύψουν σε μια μακρινή φορολογική αρχή, η οποία έχει ήδη αποφασίσει εκ των προτέρων ότι αυτοί έχουν πάρει αρκετά. Αν υπάρχει ένα κεντρικό πολιτικό δίδαγμα από την άνοδο της άκρας δεξιάς την τελευταία δεκαετία, είναι ότι όσο περισσότερο ένας πολιτικός αγώνας πλαισιώνεται ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος μεταξύ εργαζομένων, ή μοιάζει με τέτοιο, τόσο περισσότερο εκείνοι απομακρύνονται από τις οικουμενικές εκκλήσεις και στρέφονται στις μερικές/αποκλειστικές. Η αντίδραση αυτή πηγάζει άμεσα από την ανασφάλεια που είναι σύμφυτη με την προλεταριακή συνθήκη. Υπό αυτή την έννοια, η GJR αποτελεί ένα ακούσιο ιδεολογικό δώρο στην εθνικιστική δεξιά, ακόμη κι αν στις καταληκτικές της ενότητες δηλώνει ότι υιοθετεί μια ταξική έκκληση.
Βεβαίως, οι συντάκτες της έκθεσης θα θεωρούσαν όλα αυτά άσχετα, αφού η επιλεκτική τους υιοθέτηση της αποανάπτυξης είναι, σύμφωνα με το μοντέλο εισροών-εκροών τους, ο μόνος δρόμος που συνάδει με τον περιορισμό της θέρμανσης στους δύο βαθμούς. Ο πραγματικός τους τόνος, ωστόσο, είναι αισθητά πιο καυστικός. Σε μια αποκαλυπτική απάντηση σε αρθρογράφο των Financial Times, υποστηρίζουν ότι η άποψη πως «οι σημερινές γενιές [στον Βορρά] δεν θα έπρεπε να θεωρούνται υπεύθυνες για τις πράξεις των προγόνων τους… στηρίζεται σε σαθρό έδαφος». Αυτά για την περίφημη ταξική έκκληση.

Ίσως λοιπόν προκαλεί έκπληξη ότι μάταια αναζητά κανείς στην έκθεση ή στα ερευνητικά της κείμενα εργασίας μια σοβαρή αναμέτρηση με την ακμάζουσα βιβλιογραφία των οικονομικών του κλίματος για την αποσύνδεση της μεγέθυνσης από τη ροή υλικών πόρων, η οποία περιλαμβάνει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αλλά σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται σε αυτές. Η έκθεση αντιμετωπίζει το φαινόμενο της αποσύνδεσης ως επιστημονικά λυμένο ζήτημα και όχι ως ανοιχτή συζήτηση, και ξεμπερδεύει με αυτό γρήγορα παραθέτοντας επιλεκτικά τους πιο κακόπιστους επικριτές του. Ειρωνικά, είναι ακριβώς οι επιμέρους αλλά πραγματικές επιτυχίες του περιβαλλοντικού κινήματος στον Παγκόσμιο Βορρά που έχουν ήδη βάλει έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών σε τροχιά αποσύνδεσης εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, ακόμη κι αν ληφθεί υπόψη το υλικό αποτύπωμα των εισαγωγών. Αν και η αποσύνδεση δεν συντελείται ακόμη με τον ρυθμό που απαιτείται για να αποφευχθούν τα χειρότερα της κλιματικής κρίσης, μια αληθοφανής εναλλακτική στην αποανάπτυξη διαμορφώνεται ωστόσο μπροστά στα μάτια μας. Αυτό κάνει ακόμη πιο αινιγματική την επιμονή της έκθεσης σε μια υπερβολικά απαισιόδοξη προέκταση των σημερινών τάσεων, όπως και τη χρήση στο μοντέλο εισροών-εκροών της παραδοχών που μοιάζουν να έχουν αντληθεί από το σενάριο χειρότερης περίπτωσης RCP8.5, το οποίο η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή απέσυρε πρόσφατα.
Θα μπορούσαν να ειπωθούν περισσότερα για τη ροπή της έκθεσης προς την υπερβολική συγκεντροποίηση. Αυτή είναι πιο ορατή στη δυσκίνητη δομή της GJF, το μοντέλο παγκόσμιας διακυβέρνησης της οποίας πλησιάζει ανησυχητικά τον πολυδιαφημισμένο εφιάλτη της δεξιάς για μια παγκοσμιοποιημένη τεχνοκρατία, μια τεχνοκρατία που οριοθετεί παρεμβατικά το πώς οι απλοί άνθρωποι, μακριά από τις αίθουσές της, μπορούν να διαμορφώσουν το μέλλον τους. Για άλλη μια φορά, η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει κλονιστεί από τη μία κρίση νομιμοποίησης μετά την άλλη, είναι διδακτική. Τελικά, όμως, η GJR σχεδόν σίγουρα θα χαθεί χωρίς να αφήσει κάποιο ίχνος στο ευρύχωρο νεκροταφείο των καλοπροαίρετων κειμένων διαμόρφωσης πολιτικής, για έναν πολύ απλό λόγο: την αδυναμία της να κινητοποιήσει πλειοψηφικά πολιτικά ερείσματα εκεί όπου μετράει περισσότερο.
Αυτό δεν θα έπρεπε να γίνει αφορμή για αυτάρεσκους πανηγυρισμούς αλλά για οδυνηρή απογοήτευση. Πέρα από τις πολλές ανεκτίμητες συνεισφορές τους στη μελέτη της οικονομικής ανισότητας, η πνευματική πορεία του Πικετί και του World Inequality Lab μετά την έκδοση του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» υπήρξε μία από τις πιο ενθαρρυντικές εξελίξεις στον σύγχρονο ακαδημαϊκό χώρο. Ξεκίνησαν ως σχετικά συμβατικοί σοσιαλδημοκράτες ερευνητές, αλλά η ανάλυσή τους έφτασε να μοιάζει με την οπτική της ταξικής πάλης της σοσιαλιστικής αριστεράς, με επίκεντρο την ανάγκη να ανοικοδομηθούν οι θεσμοί της εργατικής τάξης που έχουν αποδεδειγμένα καταφέρει να αποσπάσουν πλούτο, εξουσία και επιρροή από τις ελίτ. Μια γρήγορη σύγκριση του ρόλου των συνδικάτων στο ερμηνευτικό σχήμα του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» με εκείνον που παρουσιάζεται στο επόμενο βιβλίο του Πικετί, το «Κεφάλαιο και ιδεολογία» του 2019, κάνει αυτή τη μετατόπιση αδιαμφισβήτητη.
Αν όμως αναλογιστεί κανείς τον τεράστιο χρόνο και τους πόρους που διέθεσε το World Inequality Lab για τη σύνταξη της GJR, φαίνεται καθαρά ότι μεγάλο μέρος αυτής της προόδου έχει αναιρεθεί. Πριν από περισσότερο από μια δεκαετία, το Jacobin διοργάνωσε ένα συμπόσιο για το έργο του Πικετί, στο οποίο τον κατηγόρησε (δικαίως) ότι προτείνει προγράμματα πολιτικής τόσο αποκομμένα από μια ρεαλιστική εκτίμηση του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων, ώστε να τον καθιστούν «στρατηγό χωρίς στρατό». Δυστυχώς, η ίδια κριτική ταιριάζει ακόμη περισσότερο σήμερα σε αυτό το τελευταίο του εγχείρημα.