του Νίκου Σμυρναίου
Στο Παρίσι, οι αστυνομικές δυνάμεις επέλεξαν να πνίξουν πρόωρα την Place de la République στα δακρυγόνα και να αποκλείσουν τις προσβάσεις, εγκλωβίζοντας τους διαδηλωτές. Έτσι, η τεράστια μάζα αναγκάστηκε να διαχυθεί προς τα Μεγάλα Βουλεβάρτα, την Place de Clichy και το Châtelet, μετατρέποντας ολόκληρη τη δεξιά όχθη του Σηκουάνα σε πεδίο μιας γιγαντιαίας, άγριας διαδήλωσης.
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και σε άλλες μεγάλες πόλεις, από τη Μασσαλία και τη Λυών έως την Τουλούζη· χαρακτηριστική περίπτωση είναι η πυρπόληση του δημαρχείου της Λιμόζ.
Η εξέλιξη αυτή αποκάλυψε τα δομικά όρια και την υλική εξάντληση του κατασταλτικού μηχανισμού μετά από τρεις εβδομάδες συνεχιζόμενων επιχειρήσεων. Η παραδοσιακή αστυνομική τακτική του εγκλωβισμού (kettling) και του συστηματικού ψεκασμού κατέρρευσε μπροστά στον τεράστιο όγκο των διαδηλωτών.
Οι δυνάμεις επιβολής της τάξης βρέθηκαν κυκλωμένες και χωρίς επαρκή αποθέματα δακρυγόνων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εξαναγκάστηκαν σε άτακτη υποχώρηση, όπως δείχνει η καταδίωξη των μισητών μονάδων BAC στο Παρίσι.
Απέναντι στο κύμα της αστυνομικής βίας και της κρατικής αυθαιρεσίας —με αποκορύφωμα τις 8.000 συλλήψεων της 1ης Οκτωβρίου (τον μεγαλύτερο αριθμό σε μία ημέρα)— η απάντηση της νεολαίας έλαβε τη μορφή μιας «χαρμόσυνης εκδίκησης» των παιδιών, μιας απελευθερωτικής και συχνά καρναβαλικής αποκατάστασης της τραυματισμένης τους αξιοπρέπειας.
Έτσι εξηγείται ο αυτοσαρκασμός και το χιούμορ που πλημμύρισε την εξέγερση: διαδηλωτές μεταμφιεσμένοι σε υπερήρωες ή τον Ναπολέοντα, μπλοκ ποδηλάτων που διακωμωδούσαν τις μηχανοκίνητες μονάδες καταστολής (Brav-M), χειρονομίες άμεσης αλληλεγγύης μέσα στο αστικό πεδίο κλπ.
Η αποϊεροποίηση του Κράτους
Στο θεωρητικό επίπεδο, η 17η Οκτώβρη συμπυκνώνει την κατάρρευση της «συμβολικής εξουσίας» του Κράτους, όπως αυτή αναλύεται από τον Pierre Bourdieu και και τον Max Weber. Πέρα από το μονοπώλιο της νόμιμης φυσικής βίας, η κρατική κυριαρχία στηρίζεται στην ικανότητά της να επιβάλλει μια συμβολική τάξη πραγμάτων που εμπνέει τον σεβασμό και την αποδοχή των κυβερνωμένων.
Ασκώντας συστηματική βία απέναντι σε μαθητές και φοιτητές, το κράτος διέλυσε την ηθική του νομιμοποίηση και απογύμνωσε τον κατασταλτικό μηχανισμό από την κοινωνική συναίνεση. Όπως είχε συμβεί και τον Δεκέμβρη του 2008 και τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Έτσι, μια αστυνομική δύναμη που προκαλεί περιφρόνηση και μίσος αντί για δέος αδυνατεί πλέον να επιβάλει την τάξη.
Σε αυτό προστίθεται η συσσώρευση δύο δεκαετιών ταξικής περιφρόνησης και θεσμικής αυθαιρεσίας που κατέστησε το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό συμβόλαιο κενό περιεχομένου. Η εικόνα του Emmanuel Macron να παρίσταται σε συναυλία την παραμονή της κρίσης, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του Bernard Arnault (του πλουσιότερου ανθρώπου στη Γαλλία), λειτούργησε ως βίαιο συμβολικό έναυσμα αγανάκτησης.
Ταυτόχρονα, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές, η σημερινή νεολαία (Gen-Z) διαμορφώνεται υπό την υπαρξιακή συνθήκη της οικολογικής κατάρρευσης, του γενικευμένου ανταγωνισμού και της μόνιμης οικονομικής επισφάλειας. Το αστικό αφήγημα της «προόδου» και της «μελλοντικής ανέλιξης» έχει πλέον ακυρωθεί, και όταν το μέλλον νοείται ως δυστοπία, η παραδοσιακή πειθάρχηση καταρρέει, ενώ η απαίτηση για άμεση ρήξη γίνεται υπαρξιακά επιβεβλημένη.
Διαθέτει ταυτόχρονα πολιτισμικά και κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά (κοσμοπολιτισμό, ανοιχτότητα, ιδιαίτερη γλώσσα κλπ.) καθώς και δεξιότητες όπως η χρήση των social media που τις προσφέρουν δυνατότητες νέων μορφών αμφισβήτισης και αυτο-οργάνωσης.
Η απαλλοτρίωση ως πολιτική πράξη
Ο κυβερνητικός λόγος καθώς και τα κυρίαρχα ΜΜΕ επιχειρούν να κατατμήσουν το σώμα των διαδηλωτών. Το αφήγημα κατασκευάζει μια τριμερή τεχνητή διάκριση ανάμεσα στους «ειρηνικούς διαδηλωτές», τους «βίαιους ακροαριστερούς» και τους «ποινικούς» που απλά κλέβουν και λεηλατούν. Πρόκειται για μια μανιχαϊκή παγίδα που θέτει το ψευδοδίλλημα «ή με την αστυνομία ή με το χάος», ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα πολιτικής κριτικής.
Παράλληλα, η αστική ιδεολογία διαχωρίζει αυστηρά την «πολιτική» (ως θεσμικό διάλογο) από την «οικονομία» (ως σφαίρα των εμπορευματικών σχέσεων). Η εξέγερση της 17ης Οκτώβρη κατέρριψε αυτόν τον διαχωρισμό και ανέδειξε τις απαλλοτριώσεις ως βαθιά πολιτικές πράξεις.
Η κλοπή και αναδιανομή των εμπορευμάτων —όπως η συστηματική στόχευση των καταστημάτων οπτικών, τη στιγμή που το 15% των φτωχότερων νοικοκυριών αναγκάζεται να στερηθεί τα γυαλιά οράσεως λόγω κόστους— δεν συνιστά μόνο εγκληματικότητα, αλλά και πράξη λαϊκής δικαιοσύνης και «εφήμερου κομμουνισμού».
Η μαζική και σωματική παρουσία των αγωνιζόμενων στον δημόσιο χώρο παράγει μια επιτελεστική ρήξη με την κρατική κυριαρχία. Και η βίαιη απόσπαση των αγαθών από την εμπορευματική κυκλοφορία και η δωρεάν διανομή τους στο συγκεντρωμένο πλήθος σε ένα τέτοιο πλαίσιο καταργεί στην πράξη την εμπορευματική σχέση. Το παράδοξο είναι ότι ταυτόχρονα τροφοδοτείται από τον άκρατο καταναλωτισμό που αποτελεί μέρος της κυρίαρχης ιδεολογίας και κατακλύζει τα μέσα, παλιά και νέα.
Σενάρια και προοπτικές
Το αν αυτό το βίαιο και αυθόρμητο ξέσπασμα θα μετατραπεί σε ιστορικό συμβάν εξαρτάται από το πως θα νοηματοδοτηθεί και από ποιες πολιτικές εξελίξεις θα πυροδοτήσει. Στη σημερινή συγκυρία διαγράφονται τρία κεντρικά σενάρια για την εξέλιξη της κρίσης.
Το πρώτο είναι η αυταρχική οχύρωση της εξουσίας και η εγκατάσταση ενός διαρκούς καθεστώτος εξαίρεσης: το κράτος, αξιοποιώντας τη λεγόμενη «στρατηγική του χάους», μπορεί να κλιμακώσει την πίεση ώστε να νομιμοποιήσει την επιβολή μέτρων έκτακτης ανάγκης. Οι τοπικές απαγορεύσεις κυκλοφορίας (couvre-feu), η αλγοριθμική επιτήρηση, η παράταση των κρατήσεων και η ποινικοποίηση της κοινοβουλευτικής αριστεράς, με τις απειλές διάλυσης της Ανυπότακτής Γαλλίας, που ήδη συμβαίνουν συνιστούν βήματα μιας σταδιακής διολίσθησης προς έναν τέτοιο θεσμικό αυταρχισμό.
Το δεύτερο σενάριο αφορά την κρίση του ίδιου του κατασταλτικού μηχανισμού. Όπως επισημαίνει ο Éric Hazan στο έργο του για τη δυναμική των εξεγέρσεων, το ιστορικό σημείο καμπής κάθε επανάστασης επέρχεται όταν οι δυνάμεις επιβολής της τάξης αδυνατούν ή αρνούνται να συνεχίσουν την προστασία της ελίτ.
Η σωματική και ψυχολογική εξάντληση των αστυνομικών, σε συνδυασμό με την κοινωνική απονομιμοποίησή τους, μπορεί έτσι να οδηγήσει σε φαινόμενα εκτεταμένης απειθαρχίας ή μαζικών αναρρωτικών αδειών που θα παραλύσουν τον κρατικό μηχανισμό. Ήδη τα συνδικάτα των αστυνομικών ασκούν δημόσιο εκβιασμό στην κυβέρνηση για να τους αφήσει να δράσουν όπως θέλουν.
Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μια άλλη εκδοχή της « στρατηγική του χάους » υπέρ της άκρας δεξιάς πού δρέπει ωφέλη από τον διχασμό της κοινωνίας. Οι δυνάμεις καταστολής θα μπορούσαν έτσι πάρουν την πολιτική εκδίκηση τους από την αριστερά και τον μακρονισμό που μισούν όταν η εξουσία πέσει σαν ώριμο φρούτο στα χέρια της Λεπέν την οποία στηρίζουν μαζικά.
Τέλος, το τρίτο σενάριο είναι η συγκρότηση της Gen-Z ως ιστορικού υποκειμένου, το «ξανάνοιγμα της σύγχρονης εποχής». Κατά τον Samuel Hayat, το σύνθημα της νεολαίας για «έξοδο από τη σύγχρονη εποχή» δεν σημαίνει την παραίτηση από την πολιτική, αλλά τη «ρέουσα επαναφορά της επαναστατικής προοπτικής».
Η γαλλική νεολαία, συντονιζόμενη με τα παγκόσμια νεανικά ξεσπάσματα στη Σρι Λάνκα, το Μπανγκλαντές, το Νεπάλ, τη Μαδαγασκάρη και την Ινδία, καθώς και πιο πρόσφατα στη Νότια Ευρώπη και τα Βαλκάνια συγκροτείται πλέον ως διακρατικό πολιτικό υποκείμενο. Αρνούμενη τη νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα, οικειοποιείται εκ νέου την ικανότητα να παράγει Ιστορία. Η κυβερνητική επιλογή της καταστολής δεν κάνει παρά να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Το διακύβευμα των επόμενων εβδομάδων είναι συνεπώς το ίδιο το περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας.