Πήρε τις χορδές της κιθάρας, τις έκοψε σε τρία ίσα μέρη, τις έραψε στο κεφάλι της πάνινης κούκλας και τις έκανε δυο πλεξούδες, δεξια κι αριστερά.
Μάζεψε όλη τη μουσική του.
Έσπασε τα cd του και έβαλε δυο κομμάτια για μάτια.
Της έβαλε μία πένα για μύτη.
Έσπασε την κιθάρα.
Το σώμα της το έβαλε στην κοιλιά.
Έσπασε το μπράτσο της στα δύο και το έβαλε στα δύο πόδια της.
Μετά άρχισε να γεμίζει το μέσα της κούκλας με χαρτιά από στίχους και παρτιτούρες που είχε γράψει όλα αυτά τα χρόνια.
Η κούκλα είχε ύψος ενάμισι μέτρο.
Της έβαλε μια κοντή βερμούδα του.
Για να κρατιέται η βερμούδα της έβαλε τη ζώνη της κιθάρας του και από πάνω της φόρεσε ένα μπλουζάκι που είχαν βγάλει κάποτε με το συγκρότημά του.
Της έλειπαν μονάχα δυο χέρια.
Έκοψε τα χέρια του και τα πέρασε μέσα απ’ το μπλουζάκι.
Δεν τα χρειαζόταν πια.
Δεν θα ξανάπαιζε μουσική.
Αυτή πλέον θα ήταν η Μουσική του.