γράφει η Ελένη Γουργού

Οι περισσότερες λεπτομέρειες μάλλον είναι γνωστές. Ο Ελ-Σαγιέντ, γιατρός, μουσουλμάνος, αιγυπτιακής καταγωγής, με σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια (Μίσιγκαν, Οξφόρδη, Κολούμπια) και περγαμηνές ως εκτελεστικός διευθυντής του Τμήματος Υγείας του Ντιτρόιτ και αργότερα επικεφαλής του Συμβουλίου Υγείας όλης της κομητείας, κατάφερε τον περασμένο Απρίλιο να επικρατήσει στις προκαταρκτικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος έναντι της καθεστωτικής πουλέν υποψήφιας Χέιλι Στήβενς, που έχαιρε της ισχυρής στήριξης όλόκληρης της μετροπαθούς και συντηρητικής πτέρυγας των Δημοκρατικών, μαζί και των εκατομμυρίων δολλαρίων τους και του ισραηλινού λόμπι. Το κομματικό σύστημα δεν τον είχε υποστηρίξει ούτε το 2018, όταν κατέβηκε απέναντι στην Γκρέτσεν Γουίτμερ για το χρίσμα που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει τη θέση του Κυβερνήτη της Πολιτείας (η Γουίτμερ τελικά εξελέγη Κυβερνήτρια για δύο συνεχόμενες θητείες). Τα πράγματα όμως τώρα ήταν διαφορετικά. Η επικράτησή του αποτέλεσε μια προαναγγελθείσα έκπληξη και στηρίχθηκε από πλήθος αριστερών οργανώσεων που δεν διατηρούν παραδοσιακούς δεσμούς με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο Ελ-Σαγιέντ δεν είναι κανένας επαναστάτης κι ούτε μεγάλωσε σε οικογένεια βιοπαλαιστών. Απορρίπτει τον προσδιορισμό σοσιαλιστής για τον εαυτό του, και δηλώνει υπέρ του καπιταλισμού και της ρυθμιζόμενης αγοράς. Από την άλλη, είναι γνωστός για τη δουλειά του στο πολιτειακό σύστημα υγείας (διαγραφή ιατρικών χρεών, δωρεάν γυαλιά οράσεως σε φτωχούς μαθητές του Μίσιγκαν, διευκόλυνση πρόσβασης σε φάρμακα για την αντιμετώπιση υπερβολικής δόσης οπιοειδών, κλπ). Πολιτεύεται ως υπέρμαχος του Medicare For All (καθολική δημόσια υγεία), και στοχεύει στο μπλοκάρισμα των μεγάλων δωρεών στις εκλογές («μεγάλο πολιτικό χρήμα»), στην προστασία των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων και στην αυστηρότερη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης. Τον στηρίζουν ο Ζοράν Μαμντάνι, ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, η Ιλχάν Ομάρ και η Ρασίντα Τλαΐμπ (αν και όχι οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές – DSA), το Συνδικάτο των Εργατών στην Αυτοκινητοβιομηχανία και πολλά ακόμη εργατικά και επαγγελματικά σωματεία, οργανώσεις για τα δικαιώματα μειονοτήτων και μεταναστών, και η Εβραϊκή Φωνή για την Ειρήνη. Κατονομάζει το Ιράν ως εχθρό των ΗΠΑ, αλλά έχει μιλήσει ανοιχτά για το κόστος του πολέμου στη Δυτική Ασία και την Παλαιστίνη, αντιτιθέμενος σθεναρά στη χρηματοδότηση του ισραηλινού στρατού από τους Αμερικανούς φορολογούμενους. Και ήδη από τον Οκτώβριο του 2023 κάνει λόγο για γενοκτονία των Παλαιστινίων. Αυτό το τελευταίο αρκεί για να μπει στο στόχαστρο πολλών. Αυτό, και η πίστη του στον Αλλάχ.

Οι εξόφθαλμα ισλαμοφοβικές κατηγορίες εκτοξεύονται από το αντίπαλο στρατόπεδο ανερυθρίστα και κατά συρροή. Εκείνος, ευτυχώς, δεν φαίνεται να πτοείται. Είναι εξάλλου πολλοί οι κληρικοί διαφόρων θρησκειών και δογμάτων που υποστηρίζουν τον Ελ-Σαγιέντ, μια ματιά στην ιστοσελίδα του φανερώνει εύκολα την ενωτική του αύρα. Ο ίδιος επιλέγει να βροντοφωνάξει την πίστη του, αφοπλίζοντας όσους τον κριτικάρουν ακριβώς για αυτήν, λέγοντας απερίφραστα ότι είναι άνθρωπος του Θεού και ότι προσεύχεται πέντε φορές την ημέρα, σύμφωνα με τη μουσουλμανική συνήθεια. Όπως έχει δηλώσει, το «δικό του Κοράνι» διδάσκει τη φιλανθρωπία, το σεβασμό στο συνάνθρωπο, την κατανόηση και την αλληλοβοήθεια. Πρόσφατα, σε προεκλογική συγκέντρωση, ένας χριστιανός επικριτής του, με έναν τεράστιο κόκκινο σταυρό στο μπλουζάκι, του φώναξε «το βιβλίο σου λέει άλλα από το δικό μου βιβλίο». Η απάντηση του Ελ-Σαγιέντ ήταν καταπληκτική. Τον ρώτησε ήρεμα αν ζει με βάση το Λόγο της Γραφής. Και όταν ο θερμόαιμος χριστιανός του απάντησε «περίπου», ο Ελ-Σαγιέντ σχεδόν τον μάλωσε. Του θύμισε ότι το Αμερικανικό Σύνταγμα επιτρέπει σε όλους να ζουν με τον κανόνα όποιων Γραφών επιθυμούν, και ότι εμποδίζει την επιβολή μιας θρησκείας στον οποιονδήποτε. Αλλά επίσης, του συνέστησε να ζει, ως καλός χριστιανός, σύμφωνα με τις επιταγές των Γραφών.

Είναι τρομερά άβολο, για να μην πω προβληματικό, ένας υποψήφιος γερουσιαστής να προτρέπει έναν πολίτη να ζει σύμφωνα με ένα θρησκευτικό κείμενο. Ο Θεός και ο Αλλάχ δεν έχουν καμιά θέση στην πολιτική αντιπαράθεση, ούτε για να πληγεί η εικόνα του αντιπάλου αλλά ούτε και προκειμένου να φιλιώσουν οι διαφωνούντες. Δεν υπάρχει καλή επίκληση οποιουδήποτε ιερού κειμένου που υπαγορεύει στους ανθρώπους πώς να ζήσουν. Το να ακούγονται προτροπές συμμόρφωσης με θρησκευτικά κείμενα από έναν προοδευτικό υποψήφιο είναι κάπως σοκαριστικό.

Ο Ελ-Σαγιέντ αφήνει την πίστη του να βρίσκεται στο προσκήνιο, εκεί που την τοποθετούν οι αντίπαλοί του, σχεδόν αμυντικά. Σε αυτές τις εκλογές όμως, πολλοί υποψήφιοι προτάσσουν ενεργά τη θρησκεία τους, και μάλιστα ως έναν πολιτικό λόγο να τους ψηφίσει κανείς. Στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικάνων αυτή η πρακτική δεν ξαφνιάζει ιδιαίτερα.

Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών όμως δεν είναι καθόλου συνηθισμένη και γι΄αυτό συζητιέται έντονα. Ο πιο φλογερός χριστιανός υποψήφιος είναι το δίχως άλλο ο Τζέιμς Ταλάρικο, βουλευτής του Τέξας, που διεκδικεί την επανεκλογή του εξηγώντας στο ακροατήριο ότι οι πολιτικές του θέσεις είναι ακριβώς απόρροια της χριστιανικής του πίστης, ως αταλάντευτος Βαπτιστής. Επικρίνει μάλιστα τον άλλο σταυροφόρο, τον Υπουργό Άμυνας (ή Πολέμου, αν προτιμάτε) Πιτ Χέγκσεθ, καθώς τον βρίσκει «χριστιανοεθνικιστή», στάση που ο Ταλάρικο απορρίπτει ως «ελέω Θεού τυρρανική». Όχι για να μην νομίζουμε ότι μόνο η μαρξιστική Αριστερά έχει φράξιες.

Υποψήφιοι που πολιτεύονται με σημαία τους την πίστη, ακόμα και το ράσο, καθώς συχνά πρόκειται για κληρικούς, βρίσκονται κι άλλοι στο Τέξας, όπως επίσης στο Κάνσας, στην Αϊόβα, στο Μίσιγκαν, τη Βόρεια Καρολίνα και το Μιζούρι. Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που άνθρωποι της εκκλησίας μπαίνουν στην πολιτική. Λαμπρότερα παραδείγματα έχουν υπάρξει ο εμβληματικός Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο μαχητικός Τζέσσε Τζάκσον. Στις περιπώσεις αυτές, το καθοριστικό ελατήριο της πολιτικής τους δεν ήταν η θρησκεία τους, αλλά η πολιτική τους πλατφόρμα. Στην περίπτωση του Ταλάρικο και μερικών άλλων, αυτά τα δυο δεν ξεχωρίζουν ή μάλλον ταυτίζονται, αφού οι εν λόγω πολιτευτές διεκδικούν την ψήφο του κοινού ακριβώς ως χριστιανοί.

Η θρησκεία φαίνεται γενικώς να παίρνει τα πάνω της στις ΗΠΑ. Οι εκλογές με θρησκευτικούς όρους δεν έχουν τίποτα προοδευτικό και μας πάνε ολοταχώς στο Μεσαίωνα, που θα έλεγε και μια ψυχή. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα του Μίσιγκαν, είναι αυτή η κριτική επαρκής και ικανός λόγος για να μην ψηφίσει κανείς τον Ελ-Σαγιέντ; Μάλλον όχι. Η θρησκευτικότητά του δεν φαίνεται να καθορίζει τις πολιτικές του θέσεις (με βάση τα όσα έχουμε δει). Ούτε καν αναφορικά με τις αμβλώσεις, αφού υποστηρίζει ότι η απόφαση για άμβλωση πρέπει να επαφίεται στο κάθε άτομο και στον/στην γιατρό του. Εσωτερική αντίφαση του ίδιου; Ποιος ξέρει. Ωστόσο ο Ελ-Σαγιέντ πρέπει να είναι ο επόμενος Μισιγκανέζος γερουσιαστής, πρώτον επειδή τα πεπραγμένα του υπόσχονται μια αρκούντως φιλολαϊκή και φιλομεταναστευτική μελλοντική πορεία, και δεύτερον επειδή η αντιπολεμική του στάση αντιτίθεται καθαρά στη γενοκτονική πολιτική ΗΠΑ – Ισραήλ και στα βρώμικα δολλάρια των μεγάλων δωρητών. Αυτή τη στιγμή, το να μην ψηφίσει κανείς τον Ελ -Σαγιέντ μόνο και μόνο επειδή είναι υπερβολικά θρήσκος, είναι σαν να του χαρίζουνε Φεράρι και να την αρνείται επειδή δεν είναι κόκκινη.

Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαριστεί αυτό το σημείο: εφόσον συμφωνούμε με τις περισσότερες πολιτικές θέσεις του Ελ-Σαγιέντ, τον ψηφίζουμε, και δεν μας εμποδίζει το γεγονός ότι είναι θρήσκος. Τον Ταλάρικο δεν τον ψηφίζουμε, όχι επειδή είναι θρήσκος, αλλά επειδή οι θέσεις του δεν ικανοποιούν τα πολιτικά μας κριτήρια: πχ, λέει όχι στην αμερικανική οικονομική στήριξη στο Ισραήλ όσον αφορά «επιθετικά» όπλα, αλλά ναι όσον αφορά «αμυντικά» όπλα, και δεν στηρίζει το αίτημα για δημόσια υγειονομική καλυψη σε όλους. Δεν επιλέγουμε με βάση το μικρότερο κακό, αλλά με βάση πολιτικές θέσεις.

Σε μια εποχή που οι κοινωνίες στενάζουν και αιώνες μετά τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, θα έλπιζε κανείς οι άνθρωποι να αναζητούν τη λύση στα πολιτικά προτάγματα και όχι στα θεόσταλτα κηρύγματα, έτσι ώστε να βελτιώσουμε την κατάσταση εμείς οι ίδιοι, σε αυτή τη ζωή, και όχι να περιμένουμε μάταια τη θεία δίκη στην επόμενη. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να μπορούμε να δούμε καθαρά με ποιους όρους γίνεται η πολιτική συζήτηση σήμερα και επομένως πού μας παίρνει να βάζουμε τον πήχυ των προσδοκιών και πώς να ιεραρχούμε τους πολιτικούς στόχους. Είναι χρήσιμο να βλέπουμε τα όρια και τις αντιφάσεις, φαινομενικές ή ουσιαστικές, των πολιτών και των κοινωνιών, μπας και καταλάβουμε κάποια στιγμή καλύτερα τους ανθρώπους γύρω μας και άρα τον τρόπο που σκέφτονται. Η αμερικανική κοινωνία είναι γεμάτη από τέτοιες αντιφάσεις, αλλά όπως λέει και το γνωστό ρητό, «νορμάλ σου φαίνονται μόνο οι άνθρωποι που δεν γνωρίζεις καλά», επομένως αντιφάσεις δεν έχουν μόνο οι κοινωνίες που δεν κατανοούμε. Η αναγνώριση αυτών των αντιφάσεων δεν χρειάζεται να οδηγεί στη μοιρολατρική τους αποδοχή. Αντίθετα, βοηθάει να τις αναλύουμε ώστε να δούμε από πού προέρχονται και πώς περιορίζουν την προσπάθεια για πολιτική απεύθυνση και κοινωνική αλλαγή στη συγκεκριμένη κοινωνία. Οι κανόνες αυτής της διαδικασίας δεν είναι προδιαγεγραμμένοι, και καμιά φορά επιβάλλεται να κρίνει κανείς κατά περίπτωση. Το σημαντικό είναι να μη χάνουμε το πολιτικό αισθητήριο και να βλέπουμε πού βρίσκεται η πραγματική διαχωριστική γραμμή.

 

 

 

Η Ελένη Γουργού κατοικεί στο Μίσιγκαν από το 2011 και από το 2024 εργάζεται ως επίκουρη καθηγήτρια στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Γουέιν του Ντιτρόιτ