Η έρευνα, σε σχεδόν 7.200 κυβερνήτες και συγκυβερνήτες, περιλαμβάνει αναφορές για μη επαρκή ανάπαυση, πίεση για παράταση του ωραρίου εργασίας, καθώς και φόβους ότι θα υποστούν συνέπειες εάν δηλώσουν ότι δεν είναι σε κατάσταση να πετάξουν.

Σχεδόν το ένα τέταρτο (24%) των πιλότων παραδέχτηκε ότι συνήθως συνεχίζει να πετά αντί να δηλώσει ότι δεν είναι σε κατάσταση πτήσης λόγω κόπωσης, ενώ το 16,8% ανέφερε ότι, αντ’ αυτού, δηλώνει ασθένεια. Η έρευνα, που διεξήχθη τον Αύγουστο, διαπίστωσε ότι τα τρία τέταρτα των συμμετεχόντων είχαν βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο σύντομου, ακούσιου ύπνου κατά τον χειρισμό αεροσκάφους μέσα στις τέσσερις εβδομάδες που είχαν προηγηθεί.

Οι πιλότοι που εργάζονται για αεροπορικές εταιρείες με έδρα την Ιρλανδία και τη Μάλτα ανέφεραν τα υψηλότερα ποσοστά στιγμιαίων υπνικών επεισοδίων, ενώ πάνω από το ένα τρίτο δήλωσε ότι δεν ξεκουράζεται επαρκώς, με αποτέλεσμα να συσσωρεύεται κόπωση με τον χρόνο. Παρά τα συχνά φαινόμενα εξάντλησης, μόνο ένας στους τρεις πιλότους δήλωσε ότι, όταν νιώθει κόπωση, συνήθως αναφέρει πως δεν είναι σε κατάσταση να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Το ήμισυ των ερωτηθέντων παραδέχτηκε ότι, κατά το τρίμηνο που προηγήθηκε της έρευνας, πραγματοποίησε πτήση ενώ θα έπρεπε να είχε δηλώσει ότι ήταν υπερβολικά κουρασμένος για να πετάξει.

Σχεδόν οι μισοί από τους ερωτηθέντες δήλωσαν ότι φοβούνταν αρνητικές συνέπειες από τη διοίκηση εάν ανέφεραν κόπωση, ενώ μόλις το 11,9% εμπιστεύεται το σύστημα αναφοράς κόπωσης της αεροπορικής του εταιρείας. Οι πιλότοι των εταιρειών με έδρα την Ιρλανδία και τη Μάλτα συγκαταλέγονται σε εκείνους που είναι πιο πιθανό να φοβούνται αντίποινα και λιγότερο πιθανό να εμπιστεύονται τα συστήματα αναφοράς.

Το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι θα πετούσαν ενώ είναι κουρασμένοι ήταν υψηλότερο στην Ισπανία, την Ιρλανδία και τη Γαλλία: δύο στους πέντε πιλότους σε ισπανικές εταιρείες και το ένα τρίτο όσων εργάζονται σε ιρλανδικές και γαλλικές δήλωσαν ότι συνήθως πετούν κουρασμένοι, έναντι μόλις ενός στους 10 στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Μόλις το 15,6% των πιλότων σε αεροπορικές εταιρείες χαμηλού κόστους πιστεύει ότι η εταιρεία τους διαχειρίζεται ικανοποιητικά τους κινδύνους που σχετίζονται με την κόπωση, σε σύγκριση με το 18,6% σε εταιρείες τύπου ACMI ή «wet-lease». Σχεδόν δύο στους πέντε πιλότους δήλωσαν ότι είχαν κάνει χρήση της «διακριτικής ευχέρειας του κυβερνήτη» — η οποία επιτρέπει στους κυβερνήτες να παρατείνουν τις ώρες εργασίας ή να μειώνουν τις περιόδους ανάπαυσης σε εξαιρετικές περιστάσεις — τουλάχιστον μία φορά κατά τον μήνα που προηγήθηκε της έρευνας. Ωστόσο, σχεδόν το 70% εξέφρασε ανησυχία σχετικά με την άρνηση παράτασης της υπηρεσίας τους, υποδηλώνοντας ότι ένα μέτρο που προορίζεται για εξαιρετικές καταστάσεις ενδέχεται να συνοδεύεται από σημαντική πίεση προς τα πληρώματα πτήσης. Οι μεγαλύτερες ανησυχίες καταγράφηκαν σε πιλότους εταιρειών χαμηλού κόστους, «wet-lease» και εταιρειών εγγεγραμμένων στην Ιρλανδία και τη Μάλτα.