Οι Ισραηλινοί άρχισαν να ψηφίζουν σήμερα, Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στις βουλευτικές εκλογές που πραγματοποιούνται στη σκιά της γενοκτονίας στη Γάζα και της εκστρατείας εθνοκάθαρσης στη Δυτική Όχθη, με το αποτέλεσμα να αναμένεται να καθορίσει όχι μόνο την παραμονή του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην εξουσία, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση της χώρας τα επόμενα χρόνια.

Τα εκλογικά τμήματα άνοιξαν στις 07:00, τοπική ώρα και ώρα Ελλάδας, ενώ περισσότερα από 12.000 εκλογικά κέντρα λειτουργούν σε ολόκληρο το Ισραήλ. Στην Ιερουσαλήμ, ψηφοφόροι είχαν σχηματίσει ουρές πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, με τη συμμετοχή να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν καθοριστικά τις ισορροπίες.

Δικαίωμα ψήφου έχουν περισσότεροι από 7 εκατομμύρια Εβραίοι Ισραηλινοί και περίπου 1,7 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων, καθώς τα κόμματά τους ενδέχεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις.

Η ψηφοφορία ολοκληρώνεται στις 22:00, οπότε τα ισραηλινά τηλεοπτικά δίκτυα αναμένεται να μεταδώσουν τα πρώτα exit polls. Οι αρχικές εκτιμήσεις θα δώσουν μια πρώτη εικόνα για τη δύναμη των κομμάτων, χωρίς ωστόσο να προεξοφλούν τον τελικό νικητή ή, κυρίως, το ποιος θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.

Η εκλογική αναμέτρηση έχει εξελιχθεί σε άτυπο δημοψήφισμα για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό του Ισραήλ. Ο καταζητούμενος εγκληματίας πολέμου Νετανιάχου καλείται να υπερασπιστεί την πολιτική του πορεία μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, η οποία αποτέλεσε τη σοβαρότερη αποτυχία ασφαλείας στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, αλλά και μετά τις συνεχιζόμενες φονικές επιθέσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.

Η αντιπολίτευση έχει θέσει στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης για τις παραλείψεις που επέτρεψαν στη Χαμάς να πραγματοποιήσει την επίθεση την 7η Οκτώβρη. Ο Νετανιάχου δεν έχει αναλάβει προσωπική ευθύνη και έχει απορρίψει τα αιτήματα για τη σύσταση ανεξάρτητης κρατικής επιτροπής διερεύνησης των γεγονότων.

Την ίδια στιγμή, η απερχόμενη κυβέρνηση έχει δεχθεί κριτική για την προσπάθεια αναθεώρησης του δικαστικού συστήματος, η οποία προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις το 2023, αλλά και για την εξάρτησή της από ακροδεξιά και υπερορθόδοξα κόμματα.

Απέναντί του βρίσκεται ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και επικεφαλής του κόμματος Yashar. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις πριν από την ψηφοφορία εμφανίζουν το κόμμα του μεταξύ των ισχυρότερων πολιτικών δυνάμεων, με εκτιμήσεις που σε αρκετές μετρήσεις το τοποθετούν στις 22-23 έδρες, έναντι περίπου 19-21 για το Likud του Νετανιάχου. Άλλες δημοσκοπήσεις καταγράφουν διαφορετική εικόνα, επιβεβαιώνοντας την αβεβαιότητα της αναμέτρησης.

Η άνοδος του Άιζενκοτ είναι αξιοσημείωτη, καθώς πριν από περίπου έναν χρόνο η εκλογική του επιρροή βρισκόταν σε μονοψήφια επίπεδα. Για ένα μέρος των ψηφοφόρων που επιθυμούν αλλαγή ηγεσίας, η στρατιωτική του εμπειρία και η αντίθεσή του στον σημερινό πρωθυπουργό αποτελούν βασικά στοιχεία της υποψηφιότητάς του.

Ωστόσο, το ενδεχόμενο να αναδειχθεί το Yashar πρώτο κόμμα δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον αρχηγό του. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα μπορέσει να συγκεντρώσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική υποστήριξη.

Ποιος είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ

Ο 66χρονος Άιζενκοτ προέρχεται από οικογένεια Εβραίων μεταναστών από το Μαρόκο. Μεγάλωσε στην Τιβεριάδα και στο Εϊλάτ και ανήκει στην κοινότητα των Μιζραχί, των Εβραίων με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η οποία παραδοσιακά αποτελεί σημαντική εκλογική βάση του Likud, του κόμματος του Νετανιάχου

Πέρασε τέσσερις δεκαετίες στον IDF, στον οποίο κατατάχθηκε το 1978. Ανέλαβε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου το 2015, θέση την οποία διατήρησε έως το 2019, επί πρωθυπουργίας Νετανιάχου.

Το 2016 υποστήριξε τη διεξαγωγή στρατιωτικής έρευνας και δίκης για τον στρατιώτη Ελόρ Αζαρία, ο οποίος είχε σκοτώσει έναν τραυματισμένο Παλαιστίνιο στη Χεβρώνα. Η στάση του προκάλεσε αντιδράσεις από τη δεξιά, με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι η πειθαρχία και η τήρηση των κανόνων αποτελούν προϋποθέσεις για τη λειτουργία του στρατού.

Στην πολιτική εισήλθε το 2022, συνεργαζόμενος αρχικά με τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Μπένι Γκαντς. Μετά την επίθεση της Χαμάς συμμετείχε στο έκτακτο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου. Αποχώρησε τον Ιούνιο του 2024, μαζί με τον Γκαντς, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση δεν διέθετε σαφή στρατηγική για την επόμενη ημέρα στη Γάζα.

Ο πόλεμος είχε και προσωπικό κόστος για τον ίδιο. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο 25χρονος γιος του, Γκαλ, σκοτώθηκε σε μάχη στη Γάζα, ενώ δύο ανίψια του πέθαναν επίσης. Ο Άιζενκοτ έχει αναφερθεί δημόσια στην απώλεια του γιου του και έχει συνδέσει την πολιτική του προσπάθεια με την υπόσχεση ότι η θυσία των στρατιωτών δεν θα πάει χαμένη, μετατρέποντας τη γενοκτονία σε προσωπικό στοίχημα.

Ο Άιζενκοτ προβάλλει μια διαφορετική προσέγγιση στη διακυβέρνηση, με έμφαση στη λογοδοσία, στους θεσμούς και στη στρατιωτική θητεία. Σημαντική προεκλογική του δέσμευση είναι η σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής για τη διερεύνηση των αποτυχιών πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, πρόταση στην οποία αντιτίθεται ο Νετανιάχου.

Παράλληλα, υποστηρίζει την καθιέρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής ή εναλλακτικής εθνικής υπηρεσίας για όλους τους πολίτες, με περιορισμό των γενικευμένων εξαιρέσεων που ισχύουν για τους υπερορθόδοξους Εβραίους.

Το ζήτημα έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς ο ισραηλινός στρατός αντιμετωπίζει αυξημένες ανάγκες προσωπικού. Οι συνεχείς επιστρατεύσεις έχουν επιβαρύνει τους εφέδρους, ενώ οι εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων αποτελούν σημείο τριβής μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

Στην εξωτερική πολιτική, ωστόσο, οι διαφορές των δύο πολιτικών είναι λιγότερο σαφείς. Ο Άιζενκοτ υποστηρίζει τη σκληρή στρατιωτική γραμμή απέναντι στη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ, καθώς και τον στόχο να εμποδιστεί το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Έχει επίσης συνδεθεί με το λεγόμενο «δόγμα Νταχίγια», το οποίο προβλέπει τη χρήση συντριπτικής στρατιωτικής ισχύος για την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων.

Η βασική του διαφωνία με τον Νετανιάχου αφορά τη στρατηγική διαχείριση των συγκρούσεων και τη σύνδεση των στρατιωτικών επιχειρήσεων με σαφείς πολιτικούς στόχους. Έχει κατηγορήσει τον πρωθυπουργό ότι παρέτεινε τον πόλεμο στη Γάζα για πολιτικούς λόγους, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή των Ισραηλινών ομήρων.

Στο Παλαιστινιακό, πάντως, δεν υποστηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Μετά την 7η Οκτωβρίου έχει απορρίψει τη λύση των δύο κρατών, ενώ έχει δεσμευτεί να τερματίσει την κυριαρχία της Χαμάς στη Γάζα μέσα σε 18 μήνες, είτε μέσω της εφαρμογής σχεδίου εκεχειρίας είτε με νέες στρατιωτικές επιθέσεις.

Σε αντίθεση με τους ακροδεξιούς συμμάχους του Νετανιάχου, δεν υποστηρίζει την επίσημη προσάρτηση της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης. Έχει επίσης καταδικάσει τη βία Ισραηλινών εποίκων εναντίον Παλαιστινίων και έχει δεσμευτεί να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις.

Οικονομία, ασφάλεια και στρατιωτική θητεία στην προεκλογική ατζέντα

Παρά το βάρος των πολεμικών εξελίξεων, η ασφάλεια δεν είναι το μοναδικό ζήτημα που απασχολεί τους ψηφοφόρους. Το κόστος ζωής, οι τιμές των ακινήτων και η οικονομική αβεβαιότητα έχουν αποκτήσει κεντρική θέση, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων Ισραηλινών.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Channel 12 που περιλαμβάνεται στα διαθέσιμα ρεπορτάζ, το 21% των ερωτηθέντων ανέφερε την οικονομία και το κόστος διαβίωσης ως κορυφαία προτεραιότητα. Ακολουθούσαν η στρατολόγηση των υπερορθόδοξων με 17%, τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου με 14% και ο πόλεμος με το Ιράν με 10%.

Μεταξύ των ψηφοφόρων του Νετανιάχου, ο πόλεμος με το Ιράν εμφανίζεται ως σημαντική προτεραιότητα, ενώ στους ψηφοφόρους της αντιπολίτευσης μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου.

Η οικονομία βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης μετά τις δηλώσεις του Νετανιάχου για την ανάγκη δημιουργίας μιας οικονομίας ικανής να αντεπεξέλθει σε ενδεχόμενες διεθνείς κυρώσεις. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη χρήση τεχνολογιών όπως τα κρυπτονομίσματα και το blockchain, προκαλώντας αντιδράσεις από την Τράπεζα του Ισραήλ και τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Ο Άιζενκοτ και άλλοι εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης υποστήριξαν ότι οι δηλώσεις αυτές αναδεικνύουν τον κίνδυνο περαιτέρω διεθνούς απομόνωσης της χώρας.

Η μάχη των 61 εδρών και ο ρόλος των μικρότερων κομμάτων

Η Κνεσέτ διαθέτει 120 έδρες και η απόλυτη πλειοψηφία απαιτεί τουλάχιστον 61. Οι βουλευτές εκλέγονται με αναλογική εκπροσώπηση μέσω κομματικών λιστών, ενώ για την είσοδο ενός κόμματος στο κοινοβούλιο απαιτείται η υπέρβαση του εκλογικού ορίου του 3,25%.

Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη θέση στις κάλπες δεν αρκεί για την ανάληψη της εξουσίας. Οι πολιτικές δυνάμεις πρέπει να διαπραγματευτούν συνεργασίες και να εξασφαλίσουν επαρκή κοινοβουλευτική στήριξη.

Οι δημοσκοπήσεις πριν από την ψηφοφορία δεν δίνουν σε κανένα από τα δύο βασικά μπλοκ σαφή αυτοδυναμία. Οι εκτιμήσεις για τη δύναμη του συνασπισμού που στηρίζει τον Νετανιάχου κυμαίνονται σε διαφορετικές μετρήσεις περίπου στις 49-55 έδρες, ενώ τα βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται επίσης κάτω από το όριο των 61 εδρών. Οι αποκλίσεις μεταξύ των δημοσκοπήσεων δείχνουν πόσο σημαντική μπορεί να αποδειχθεί η τελική κατανομή των εδρών.

Στο στρατόπεδο του Νετανιάχου περιλαμβάνονται το Likud, τα ακροδεξιά κόμματα που συνδέονται με τον Μπεζαλέλ Σμότριτς και τον Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, καθώς και υπερορθόδοξες πολιτικές δυνάμεις.

Απέναντι βρίσκεται μια περισσότερο κατακερματισμένη αντιπολίτευση, στην οποία συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, το Yashar του Άιζενκοτ, οι πολιτικές δυνάμεις του Ναφτάλι Μπένετ και του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν και οι Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν. Οι διαφορετικές φιλοδοξίες και οι αποκλίσεις μεταξύ των κομμάτων δυσκολεύουν τη συγκρότηση ενός ενιαίου κυβερνητικού συνασπισμού.

Καθοριστικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσουν τα αραβικά κόμματα. Ο Άιζενκοτ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας με εξωτερική κοινοβουλευτική στήριξη από αραβικές πολιτικές δυνάμεις, χωρίς απαραίτητα τη συμμετοχή τους στο υπουργικό συμβούλιο. Ωστόσο, μια τέτοια συμφωνία θα συναντούσε αντιδράσεις από ορισμένα δεξιά κόμματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αναγκαίους εταίρους.

Η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων, οι επιδόσεις των μικρότερων κομμάτων και το εάν ορισμένες λίστες θα καταφέρουν να υπερβούν το εκλογικό όριο ενδέχεται, επομένως, να αποδειχθούν καθοριστικά για την τελική έκβαση.

Μετά την ολοκλήρωση της καταμέτρησης, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ιτσχάκ Χέρτζογκ, θα διαβουλευθεί με τους αρχηγούς των κομμάτων και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που θα κρίνει ότι διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει την απαραίτητη υποστήριξη.

Η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες, καθώς τα κόμματα θα χρειαστεί να συμφωνήσουν σε κυβερνητικό πρόγραμμα, υπουργικές θέσεις και κρίσιμες πολιτικές προτεραιότητες. Εάν ο πρώτος εντολοδόχος αποτύχει, η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης μπορεί να περάσει σε άλλον υποψήφιο. Εάν δεν καταστεί δυνατή η συγκρότηση βιώσιμης κυβέρνησης, το Ισραήλ μπορεί να οδηγηθεί σε νέες εκλογές.

Η διεθνής διάσταση προσθέτει ακόμη έναν παράγοντα στην αναμέτρηση. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει εκφράσει δημόσια την υποστήριξή του στον Νετανιάχου, παρέμβαση που έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του Ισραήλ. Από την άλλη πλευρά, μια κυβέρνηση με διαφορετική σύνθεση θα μπορούσε να επηρεάσει τις αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή, μεταξύ άλλων και τις προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεων Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου δεν θα κρίνει, συνεπώς, μόνο ποιο κόμμα θα καταλάβει τις περισσότερες έδρες. Θα καθορίσει τις δυνατότητες συγκρότησης μιας νέας κυβέρνησης, τη στάση της απέναντι στον πόλεμο και τη στρατιωτική θητεία, τη διαχείριση των θεσμών και τις σχέσεις του Ισραήλ με τους διεθνείς εταίρους του.

Ακόμη και αν ο Άιζενκοτ αναδειχθεί επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος, η παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία δεν αποκλείεται, εφόσον ο απερχόμενος πρωθυπουργός καταφέρει να εξασφαλίσει ευρύτερη κοινοβουλευτική στήριξη. Αντίστοιχα, μια εκλογική επιτυχία της αντιπολίτευσης δεν θα εγγυάται από μόνη της μια σταθερή κυβέρνηση.

Η πραγματική μάχη, επομένως, δεν θα τελειώσει με το κλείσιμο της κάλπης. Θα συνεχιστεί στις διαπραγματεύσεις για τις 61 έδρες που απαιτούνται για τη διακυβέρνηση της χώρας.