Η Κοβέσι μιλώντας στο Politico, περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο, όπως υποστηρίζει, η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δοκιμάζεται, ενώ οι ελλείψεις σε προσωπικό και πόρους δυσχεραίνουν το έργο της. Παράλληλα, αναφέρεται στις πιέσεις που έχει αντιμετωπίσει ο θεσμός σε κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Πολωνία, και υπερασπίζεται τη συνέχιση των ερευνών ακόμη και όταν αυτές αφορούν πολιτικά πρόσωπα ή πραγματοποιούνται σε προεκλογικές περιόδους.
«Στις Βρυξέλλες, κανείς δεν ακούει τις κραυγές σου»
Αποτυπώνοντας την ανησυχία της για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η Κοβέσι επικαλείται μια χαρακτηριστική φράση από τη δανέζικη τηλεοπτική σειρά Borgen: «Στις Βρυξέλλες, κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις κραυγές σου».
«Δυστυχώς, αυτό είναι αλήθεια», σημειώνει, εξηγώντας ότι η υπονόμευση ενός ανεξάρτητου θεσμού δεν προϋποθέτει απαραίτητα μια μετωπική σύγκρουση. Μπορεί, όπως περιγράφει, να επιτευχθεί σταδιακά, μέσα από την οικονομική ασφυξία, τις καθυστερήσεις και την αποδυνάμωση των επιχειρησιακών του δυνατοτήτων.
Η ίδια εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες: την ανεπαρκή χρηματοδότηση, τις καθυστερήσεις στην αναθεώρηση του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τις διοικητικές διαδικασίες που, όπως υποστηρίζει, περιπλέκουν αντί να διευκολύνουν το έργο των εισαγγελέων.
«Αν θέλεις να καταστρέψεις έναν θεσμό, μπορείς να κάνεις τρία πράγματα, τα οποία συμβαίνουν τώρα», αναφέρει.
Σύμφωνα με την Κοβέσι, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έπρεπε να διαθέτει 230 Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς, αλλά η διαθέσιμη χρηματοδότηση επαρκεί μόνο για 180. Αντίστοιχα, στην Πολωνία, ενώ είχε συμφωνηθεί η ανάγκη για 24 Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς, υπηρετούν μόλις 15.
Για την Ουγγαρία, προσθέτει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε εξηγήσει αναλυτικά τις οικονομικές ανάγκες της, αλλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε το ήμισυ της απαιτούμενης χρηματοδότησης.
«Πώς μπορούμε, λοιπόν, να είμαστε αξιόπιστοι στην Πολωνία;» διερωτάται, επισημαίνοντας ότι οι ελλείψεις προσωπικού και πόρων επηρεάζουν άμεσα την αξιοπιστία του θεσμού.
Οι αιχμές για την Ελλάδα και η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η απερχόμενη επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα, χαρακτηρίζοντας την υπόθεση της ανανέωσης της θητείας των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων ως την πιο κατάφωρη προσπάθεια εκφοβισμού του θεσμού που έχει αντιμετωπίσει.
«Η πιο κατάφωρη προσπάθεια εκφοβισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σημειώθηκε στην Ελλάδα», δηλώνει, αναφερόμενη στο ζήτημα της ανανέωσης των θητειών.
Η Κοβέσι υποστηρίζει ότι η ανεξαρτησία των εισαγγελικών αρχών δοκιμάζεται ιδιαίτερα όταν οι έρευνες αγγίζουν πολιτικά πρόσωπα ή ανθρώπους που συνδέονται με την πολιτική εξουσία. Όπως εξηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, αφού η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκινήσει μια έρευνα, ενεργοποιούνται παράλληλες διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο και τίθεται ζήτημα αρμοδιότητας, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητα συνέχισης της έρευνας.
«Δυστυχώς, παρατηρούμε περιπτώσεις στις οποίες, ενώ έχουμε ξεκινήσει μια έρευνα και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διάφορα ερευνητικά μέτρα, ξαφνικά ανοίγει σε εθνικό επίπεδο μια υπόθεση με το ίδιο αντικείμενο και ο γενικός εισαγγελέας αποφασίζει ότι δεν είμαστε αρμόδιοι να τη διερευνήσουμε», αναφέρει.
Για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Κοβέσι σημειώνει ότι έχουν ήδη ολοκληρωθεί ορισμένες διαδικασίες άσκησης διώξεων και ότι οι υποθέσεις βρίσκονται ενώπιον των δικαστηρίων.
Απορρίπτει, παράλληλα, τις επικρίσεις ότι οι ενέργειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνδέονται με πολιτικές σκοπιμότητες ή εκλογικούς σχεδιασμούς.
«Η δουλειά μας δεν είναι να ελέγχουμε πότε διεξάγεται μια προεκλογική εκστρατεία, αλλά να εξετάζουμε αν οι έντιμοι αγρότες έχουν πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια», τονίζει.
Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι χρήματα κατέληξαν σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ως αγρότες, αλλά τα χρησιμοποιούσαν για πολυτελή ταξίδια και ακριβά αυτοκίνητα, ενώ, όπως λέει, οι έντιμοι αγρότες δεν λάμβαναν τις ενισχύσεις που δικαιούνταν.
Αναφορικά με τη διαβίβαση δικογραφίας στη Βουλή για την άρση της ασυλίας 11 βουλευτών και τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν επειδή τελικά τέσσερις παραπέμφθηκαν στο δικαστήριο, η Κοβέσι δηλώνει ότι δεν υπήρξε λάθος από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
«Όταν ζητάμε την άρση της ασυλίας, αυτό δεν αφορά την ενοχή των προσώπων. Είναι απλώς μια προϋπόθεση που επιτρέπει στους εισαγγελείς να διεξαγάγουν την έρευνα και να συγκεντρώσουν αποδεικτικά στοιχεία», εξηγεί.
«Ορισμένοι θεωρούν ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου»
Η Κοβέσι περιγράφει ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που συνάντησε κατά τη θητεία της τη στάση ορισμένων πολιτικών και αξιωματούχων απέναντι στις εισαγγελικές αρχές.
«Στις Βρυξέλλες, μερικές φορές, σε επίπεδο ΕΕ, υπάρχει η αντίληψη ότι ορισμένοι βρίσκονται υπεράνω του νόμου. Αυτό αποτελεί πρόβλημα για μένα», αναφέρει.
Όπως σημειώνει, σε άλλα κράτη-μέλη οι άνθρωποι είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με τη συνεργασία με τους εισαγγελείς και γνωρίζουν ότι οφείλουν να ανταποκρίνονται όταν καλούνται να καταθέσουν.
Η ίδια υποστηρίζει ότι, όταν οι έρευνες πλησιάζουν πολιτικά πρόσωπα ή τον στενό τους κύκλο, η στάση απέναντι στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη μπορεί να αλλάξει.
«Ορισμένοι πολιτικοί μιλούν για ανεξάρτητη και αποτελεσματική δικαιοσύνη μέχρι τη στιγμή που οι έρευνες αγγίζουν τους ίδιους ή τον στενό τους κύκλο. Εκείνη τη στιγμή, οι εισαγγελείς χαρακτηρίζονται καταχρηστικοί, κατηγορούνται ότι έχουν πολιτική ατζέντα και παρουσιάζονται ως περιττοί», σημειώνει.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια, επιχειρείται ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων τους, η περικοπή των πόρων τους και η αποδυνάμωση των εξειδικευμένων αστυνομικών υπηρεσιών.
«Δεν μπορείς να σταματήσεις τις έρευνες επειδή έρχονται εκλογές»
Απαντώντας στις κατηγορίες ότι οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να επηρεάζονται από πολιτικές σκοπιμότητες, η Κοβέσι υπογραμμίζει ότι ο θεσμός δεν μπορεί να αναστέλλει τη δραστηριότητά του λόγω εκλογικών αναμετρήσεων.
«Εάν ζητούσατε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να απέχει από τη δράση της και να μην κάνει τίποτα επειδή διεξάγονται εκλογές στην Ευρώπη, τότε δεν θα μπορούσαμε να εργαστούμε καθόλου», δηλώνει.
Εκτιμά ότι οι πολιτικές αντιδράσεις απέναντι στις έρευνες συχνά αποσκοπούν στην υπονόμευση της αξιοπιστίας του θεσμού και στην απομάκρυνση της δημόσιας συζήτησης από την ουσία των υποθέσεων.
Για την Κοβέσι, η αποστολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παραμένει σαφής: η προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ και η διερεύνηση εγκλημάτων που σχετίζονται με ευρωπαϊκά κονδύλια, ανεξάρτητα από το πολιτικό κόστος.
Η εθνική κυριαρχία και η μάχη κατά του οργανωμένου εγκλήματος
Η απερχόμενη επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απορρίπτει επίσης το επιχείρημα ότι η συνεργασία με τον ευρωπαϊκό θεσμό περιορίζει την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών.
«Είναι προτιμότερο να υπάρχει κυριαρχία των εγκληματιών; Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να σταθμίσετε», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, οι εγκληματικές οργανώσεις δεν περιορίζονται πλέον στα εθνικά σύνορα και εκμεταλλεύονται τις διαφορές και τον κατακερματισμό μεταξύ των κρατών για να δρουν αποτελεσματικότερα.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξακολουθεί να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία και να παραπέμπει υποθέσεις στα εθνικά δικαστήρια.
«Δεν πιστεύω ότι χάνετε την εθνική σας κυριαρχία. Αντίθετα, εξασφαλίζετε μεγαλύτερη προστασία και ασφάλεια για τους πολίτες σας», τονίζει.
Αναφορικά με τις δηλώσεις ορισμένων Ελλήνων πολιτικών περί ενδεχόμενης διακοπής της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Κοβέσι σημειώνει ότι η αποχώρηση από τον θεσμό είναι «σχεδόν αδύνατη», προσθέτοντας ότι τέτοιου είδους δηλώσεις επιβεβαιώνουν, κατά την άποψή της, την ύπαρξη προσπαθειών αποδυνάμωσής του.
«Θα έκανα ξανά ακριβώς τα ίδια»
Κάνοντας τον απολογισμό της επταετούς θητείας της, η Κοβέσι υποστηρίζει ότι η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνέβαλε στην αύξηση του εντοπισμού εγκληματικών πράξεων στα περισσότερα κράτη-μέλη, στην ενίσχυση των υποθέσεων που οδηγούνται σε επιτυχή έκβαση και στην καλύτερη προστασία του προϋπολο