Παράλληλα, ο φάκελος διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ., προκειμένου να διερευνηθεί ο ρόλος των δημοσίων υπαλλήλων που αναφέρονται στη δικογραφία, αλλά και να εξακριβωθεί η πιθανή εμπλοκή αστυνομικών. Οι υπάλληλοι φέρονται να εργάζονταν σε ελεγκτικούς μηχανισμούς και, σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην υπόθεση, είτε να παρέβλεπαν παραβάσεις είτε να συνεργάζονταν με τα μέλη του κυκλώματος, επιτρέποντάς τους να αποκομίζουν μεγάλα χρηματικά ποσά από τη φοροδιαφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα κωδικά ονόματα

Οι δημόσιοι υπάλληλοι που φέρονται να σχετίζονται με το κύκλωμα προέρχονται από την εφορία, τον ΕΦΚΑ και την Επιθεώρηση Εργασίας. Τα μέλη της ομάδας φέρονται να χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες κωδικές ονομασίες για τα πρόσωπα που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να τους εξυπηρετήσουν, αποκαλώντας τα «βαφτιστήρια», «δικοί μας», «ξαδέλφες» και «θείες».

Οι συναλλαγές φέρονται να περιλάμβαναν δωροδοκίες με τα αποκαλούμενα «κραγιονάκια», μια κωδική ονομασία που, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει, αντιστοιχούσε σε πραγματικά αντικείμενα. Σε αντάλλαγμα, οι υπάλληλοι φέρονται είτε να έκαναν τα στραβά μάτια σε παραβάσεις είτε να ενημέρωναν τα μέλη της ομάδας για επικείμενους ελέγχους στα καταστήματα και τις επιχειρήσεις τους.

Η διερεύνηση της υπόθεσης αναμένεται να επικεντρωθεί τόσο στον ακριβή ρόλο των συγκεκριμένων υπαλλήλων όσο και στη ροή των χρημάτων και των δώρων που φέρονται να λάμβαναν. Στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν υπήρχε σταθερός μηχανισμός εξυπηρέτησης των επιχειρήσεων του κυκλώματος και εάν μέρος των παράνομων κερδών κατέληγε σε πρόσωπα που είχαν αρμοδιότητα να ελέγχουν τη λειτουργία τους.

Δύο αστυνομικοί προς ταυτοποίηση – Εξετάζεται και τρίτο πρόσωπο

Στο πλαίσιο της έρευνας, οι αστυνομικές αρχές προσπαθούν να ταυτοποιήσουν δύο αστυνομικούς που φέρονται να είχαν εμπλοκή με το κύκλωμα.

Ο πρώτος φέρεται να λειτουργούσε ως πληροφοριοδότης, ενημερώνοντας τα μέλη της ομάδας για το πότε επρόκειτο να πραγματοποιηθούν έλεγχοι στις επιχειρήσεις τους. Ο δεύτερος φέρεται να έλαβε το ποσό των 1.500 ευρώ από έναν από τους κατηγορουμένους, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί μέχρι στιγμής ο λόγος της συγκεκριμένης καταβολής.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, εξετάζεται το ενδεχόμενο εμπλοκής και τρίτου προσώπου εντός της ΕΛ.ΑΣ., το οποίο φέρεται να ενημέρωσε τον 57χρονο ιδιοκτήτη και φερόμενο ως εγκέφαλο του κυκλώματος ότι επίκειται η σύλληψή του.

Μετά την ενημέρωση αυτή, ο 57χρονος φέρεται να επιχείρησε να αποφύγει τη σύλληψη, αλλάζοντας διαδοχικά κρησφύγετα. Η προσπάθειά του, ωστόσο, δεν είχε αποτέλεσμα και τελικά συνελήφθη.

Η πιθανή εμπλοκή αστυνομικών αποτελεί ένα από τα σκέλη της υπόθεσης που αναμένεται να εξεταστούν περαιτέρω από τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς η ενημέρωση για επικείμενους ελέγχους ή συλλήψεις θα μπορούσε, εφόσον επιβεβαιωθεί, να έχει συμβάλει στην προστασία της δράσης του κυκλώματος.

Ο «Μεγάλος», ο «Daddy» και η 47χρονη συνεργάτιδά του

Ως εγκέφαλος του κυκλώματος φέρεται ο 57χρονος ιδιοκτήτης της αλυσίδας «Το Χωριάτικο», καθώς και άλλων γνωστών αλυσίδων φούρνων. Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα υπόλοιπα μέλη τον αποκαλούσαν «Μεγάλο» και «Daddy», ενώ η χρήση ψευδωνύμων ήταν εκτεταμένη, με σκοπό, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έρευνας, να αποκρύπτονται οι ταυτότητες των εμπλεκομένων και να καλύπτονται οι παράνομες δραστηριότητες.

Σημαντικό ρόλο φέρεται να είχε μια 47χρονη, η οποία περιγράφεται ως το δεξί χέρι του 57χρονου και αναλάμβανε δράση όταν προέκυπταν προβλήματα που μπορούσαν να εκθέσουν τις επιχειρήσεις του κυκλώματος.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση εργατικού ατυχήματος που σημειώθηκε πριν από λίγους μήνες σε φούρνο της ομάδας στη λεωφόρο Συγγρού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, η 47χρονη επικοινώνησε αρχικά με προϊσταμένη της Επιθεώρησης Εργασίας και στη συνέχεια με συνεργό της, στον οποίο έδωσε εντολή να αγοράσει αρώματα και κραγιόν για τουλάχιστον δέκα δημοσίους υπαλλήλους που επρόκειτο να συμμετάσχουν στον έλεγχο για το εργατικό ατύχημα.

Τα συγκεκριμένα αντικείμενα φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν ως δώρα με σκοπό τη δωροδοκία των υπαλλήλων και την εξασφάλιση ευνοϊκής αντιμετώπισης κατά τον έλεγχο.

Οι αρχές εξετάζουν, σύμφωνα με τις πληροφορίες, το ενδεχόμενο η συγκεκριμένη πρακτική να μην περιοριζόταν σε αυτό το περιστατικό, αλλά να αποτελούσε επαναλαμβανόμενο τρόπο εξυπηρέτησης των συμφερόντων του κυκλώματος. Τα αρώματα και τα κραγιόν φέρονται να αποτελούσαν μέρος ενός συστήματος παροχών προς πρόσωπα που μπορούσαν να διευκολύνουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων ή να παραβλέπουν παραβάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται να ελεγχθεί η οικονομική διαδρομή των χρημάτων, ώστε να διαπιστωθεί εάν μέρος των κερδών από τις φερόμενες παράνομες δραστηριότητες κατέληγε σε δημόσιους υπαλλήλους.

Μεταφορές χρημάτων στο εξωτερικό και ακίνητο στη Μύκονο

Ιδιαίτερη βαρύτητα στην έρευνα έχουν τα οικονομικά στοιχεία της υπόθεσης, καθώς τα μέλη του κυκλώματος φέρονται να είχαν μεταφέρει σημαντικά χρηματικά ποσά στο εξωτερικό, κυρίως στη Βουλγαρία, την Ολλανδία και τη Δανία, στο πλαίσιο της φερόμενης δραστηριότητας ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, μέρος των χρημάτων φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ακινήτου στη Μύκονο, έναντι τουλάχιστον 2,6 εκατομμυρίων ευρώ. Η αγορά εξετάζεται ως μέρος της προσπάθειας νομιμοποίησης των εσόδων που φέρεται να προέρχονταν από τις παράνομες δραστηριότητες.

Παράλληλα, τα μέλη της ομάδας φέρονται να είχαν δημιουργήσει εικονικές εταιρείες στο Ντουμπάι. Μέσω τρίτου προσώπου εκδίδονταν τιμολόγια προς τις συγκεκριμένες εταιρείες, τα οποία αντιστοιχούσαν στο 10% των κερδών. Τα χρήματα μεταφέρονταν στο εξωτερικό και, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, επέστρεφαν στην Ελλάδα σε μετρητά.

Η συγκεκριμένη διαδρομή του χρήματος φέρεται να προέκυψε από την έρευνα των αστυνομικών του αποκαλούμενου «ελληνικού FBI», οι οποίοι εξετάζουν τις οικονομικές συναλλαγές και τις εταιρικές δομές που ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν για την απόκρυψη της προέλευσης των χρημάτων.

Η διερεύνηση των συναλλαγών αναμένεται να συμβάλει στην αποτύπωση της έκτασης της φερόμενης εγκληματικής δραστηριότητας, καθώς και στον εντοπισμό των προσώπων που ενδέχεται να επωφελήθηκαν από αυτήν.

Τα στριπ κλαμπ και οι καταγγελίες για trafficking

Στη δικογραφία περιλαμβάνονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, και στοιχεία για νυχτερινά κέντρα που φέρονται να λειτουργούσαν μέλη του κυκλώματος. Πρόκειται για δύο στριπ κλαμπ στη λεωφόρο Συγγρού, ένα στα Ιλίσια και ένα στη Μύκονο.

Στους συγκεκριμένους χώρους, σύμφωνα με τις καταγγελίες και τις πληροφορίες που έχουν προκύψει από την έρευνα, φέρεται να λάμβανε χώρα εμπορία ανθρώπων (trafficking), με θύματα γυναίκες που φέρονται να εξαναγκάζονταν, μέσω εκβιασμών, να εκδίδονται.

Τα χρήματα που προέρχονταν από τις συγκεκριμένες δραστηριότητες φέρονται να διοχετεύονταν στις επιχειρήσεις των φούρνων, όπου, σύμφωνα με το εξεταζόμενο σενάριο, γινόταν η νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.