Σε ανακοίνωσή του, ο Τομέας Στεγαστικής Πολιτικής της ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι, παρά τις διακηρύξεις περί προστασίας των συνεπών οφειλετών, το επίμαχο άρθρο εισάγει μια πρωτοφανή, όπως τη χαρακτηρίζει, αλλαγή στο πλαίσιο εκτέλεσης των δανειακών συμβάσεων, επιτρέποντας την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση ιδιωτικές συμβάσεις, χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση, διαταγή πληρωμής ή ανεξάρτητο έλεγχο της απαίτησης.
«Πίσω από τις λέξεις περί “προστασίας”, όμως, κρύβεται μια πρωτόγνωρη θεσμική εκτροπή για τις δανειακές συμβάσεις. Με το άρθρο 23 η κυβέρνηση επιτρέπει στους servicers και τα funds να επιβάλλουν κατασχέσεις και να επισπεύδουν πλειστηριασμούς με βάση μια ιδιωτική σύμβαση, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση, διαταγή πληρωμής ή οποιοσδήποτε ανεξάρτητος έλεγχος για την ύπαρξη και το πραγματικό ύψος της απαίτησης. Ο πιστωτής υπολογίζει την απαίτηση. Ο πιστωτής κρίνει ότι υπάρχει αθέτηση. Ο πιστωτής καταγγέλλει τη ρύθμιση. Ο πιστωτής προσδιορίζει το ύψος του χρέους που αναβιώνει. Η ιδιωτική σύμβαση που έχει υπογράψει ο οφειλέτης αρκεί πλέον ως εκτελεστός τίτλος για την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης», αναφέρει η ΕΛ.Α.Σ.
Η οργάνωση υποστηρίζει ότι με τη συγκεκριμένη διάταξη η κυβέρνηση αναλαμβάνει ουσιαστικά τον ρόλο του εκτελεστικού βραχίονα των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, καθώς, κατά την εκτίμησή της, αποδυναμώνει τις δικονομικές εγγυήσεις που ίσχυαν έως σήμερα και προσδίδει στην ιδιωτική σύμβαση τη δυνατότητα να ενεργοποιεί διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.
«Η κυβέρνηση μετατρέπεται σε εκτελεστικό βραχίονα των servicers, όχι επειδή διενεργεί η ίδια τις κατασχέσεις, αλλά επειδή ξηλώνει τις προηγούμενες δικονομικές εγγυήσεις και προσδίδει στην ιδιωτική σύμβαση τη δύναμη εκτελεστού τίτλου», σημειώνει.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η ΕΛ.Α.Σ. στις συνέπειες που, σύμφωνα με την ίδια, θα έχει η ρύθμιση για τη δυνατότητα των οφειλετών να αμφισβητούν τις απαιτήσεις των πιστωτών και να προστατεύουν την περιουσία τους από αναγκαστική εκτέλεση.
Όπως επισημαίνει, μέχρι σήμερα η εκτέλεση μιας δανειακής απαίτησης μέσω διαταγής πληρωμής προϋπέθετε θεσμικό έλεγχο των εγγράφων, της νομιμότητας και του εκκαθαρισμένου χαρακτήρα της απαίτησης. Παράλληλα, ο οφειλέτης είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ανακοπή και να ζητήσει την αναστολή της διαδικασίας.
Η ΕΛ.Α.Σ. εκτιμά ότι η προτεινόμενη ρύθμιση περιορίζει ουσιαστικά αυτές τις δυνατότητες, μεταφέροντας κρίσιμες αποφάσεις στον πιστωτή ή στον διαχειριστή της απαίτησης.
«Μέχρι σήμερα, για να εκτελεστεί μια δανειακή απαίτηση με διαταγή πληρωμής, έπρεπε να προηγηθεί θεσμικός έλεγχος των εγγράφων, της νομιμότητας και του εκκαθαρισμένου της απαίτησης. Ο οφειλέτης είχε το αυτοτελές δικαίωμα της ανακοπής και τη δυνατότητα να ζητήσει αναστολή. Η κυβέρνηση εξουδετερώνει αυτή τη δυνατότητα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, καθοριστικό στοιχείο της νέας διαδικασίας είναι η υπογραφή του ίδιου του δανειολήπτη στη συμφωνία ρύθμισης. Η οργάνωση υποστηρίζει ότι μια συμφωνία που υπογράφεται με σκοπό τη διάσωση της περιουσίας του οφειλέτη μπορεί τελικά να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την απώλειά της.
«Και το κλειδί που θέτει σε λειτουργία αυτή τη διαδικασία είναι η υπογραφή του ίδιου του δανειολήπτη. Η ρύθμιση που υπογράφει για να σώσει δήθεν την περιουσία του, μετατρέπεται στο όπλο με το οποίο μπορεί να τη χάσει», σημειώνει.
Η ΕΛ.Α.Σ. εντάσσει την προτεινόμενη διάταξη σε μια ευρύτερη κριτική για την κυβερνητική πολιτική στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους και την προστασία της κατοικίας.
Ειδικότερα, αναφέρεται στον νόμο 5313/2026, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών μετατράπηκε από εργαλείο διάσωσης της περιουσίας σε διαδικασία που διευκολύνει τη συμβατική ρευστοποίησή της, περιορίζοντας σημαντικά τον δικαστικό έλεγχο μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
Η οργάνωση απορρίπτει, παράλληλα, τον κυβερνητικό ισχυρισμό ότι η νέα ρύθμιση αποσκοπεί στο κλείσιμο των κενών που αξιοποιούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Αντιθέτως, εκτιμά ότι διευρύνονται οι δυνατότητές τους να προχωρούν σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης με ταχύτερο τρόπο.
«Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι κλείνει τα “παραθυράκια” των servicers. Στην πραγματικότητα τους παραδίδει το κλειδί της κεντρικής εισόδου για άμεσους και fast track πλειστηριασμούς», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Τα αιτήματα της ΕΛ.Α.Σ.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ζητά την άμεση απόσυρση του άρθρου 23 και την κατοχύρωση συγκεκριμένων εγγυήσεων για τους δανειολήπτες, προκειμένου να μην προχωρούν κατασχέσεις και πλειστηριασμοί χωρίς προηγούμενο έλεγχο της απαίτησης και χωρίς ουσιαστική δυνατότητα δικαστικής προστασίας.
Συγκεκριμένα, διεκδικεί:
- Την άμεση απόσυρση του άρθρου 23 του νομοσχεδίου.
- Την απαγόρευση έκδοσης εκτελεστού τίτλου βάσει σύμβασης ρύθμισης χωρίς προηγούμενο δικαστικό έλεγχο της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησης.
- Την υποχρεωτική παροχή ανεξάρτητης νομικής συμβουλής στον οφειλέτη πριν από την υπογραφή της συμφωνίας ρύθμισης.
- Την πλήρη και αναλυτική αποτύπωση της οφειλής, μέσω ενός «διαβατηρίου οφειλής» που θα περιλαμβάνει τον υπολογισμό του κεφαλαίου, των τόκων, των εξόδων και των καταβολών.
- Την κατοχύρωση αυτοτελούς δικαιώματος ανακοπής και την εξασφάλιση πραγματικής δυνατότητας αναστολής της διαδικασίας πριν από οποιαδήποτε κατάσχεση ή πλειστηριασμό.
- Τη διαμόρφωση δεσμευτικών και πραγματικά βιώσιμων προτάσεων ρύθμισης για τους οφειλέτες.
Παράλληλα, η ΕΛ.Α.Σ. δηλώνει ότι δεσμεύεται να προωθήσει ένα διαφορετικό πλαίσιο προστασίας των οφειλετών, με βασικούς άξονες τη νομοθετική επαναθεμελίωση της προστασίας της πρώτης κατοικίας, τη διεύρυνση των κριτηρίων ευαλωτότητας και τη δημιουργία δημόσιου φορέα απόκτησης και ρύθμισης απαιτήσεων.