Ανταπόκριση του Κωνσταντίνου Πουλή από την Καρδίτσα
Ο Βογιατζάκης άσκησε κριτική στην εισαγγελική πρόταση. Χαρακτηρίζει επιδερμική την εισαγγελική αντιμετώπιση μιας υπόθεσης που εκδικάζεται επί 30 συνεδριάσεις από τις 2 Απριλίου. Ακολούθως προχώρησε στην αμφισβήτηση των ιατρικών ευρημάτων. Συγκεκριμένα επιχείρησε να αμφισβητήσει ότι τα κατάγματα προκλήθηκαν από πολλαπλές κλωτσιές και γροθιές, υποστηρίζοντας ότι η διάταξή τους σε ευθεία γραμμή δεν συνάδει με έναν τέτοιο ξυλοδαρμό. Τέλος προσπάθησε να αποδομήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Υποστήριξε ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν στηρίζονται σε κοινό πολιτικό και οργανωτικό πλαίσιο, καθώς, κατά τον ίδιο, συνδέονται με τον «Συντονισμό Συλλογικοτήτων Βόλου», τον οποίο παρουσίασε ως ενιαία συλλογικότητα τον συντονισμό συλλογικοτήτων και είπε (ανακριβώς) ότι οι όλοι οι μάρτυρες ανήκουν εκεί. Επικαλέστηκε αναρτήσεις και δημόσιες ανακοινώσεις συλλογικοτήτων, επιχειρώντας να παρουσιάσει την υπόθεση ως μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής και κινηματικής δραστηριότητας. Ισχυρίστηκε έπειτα ότι η δημοσιοποίηση του περιστατικού και η υποβολή μηνύσεων αποτέλεσαν οργανωμένη προσπάθεια ανάδειξης της υπόθεσης και στοχοποίησης των αστυνομικών. «Η δημοκρατία μας μας επιβάλλει να δεχόμαστε όλες τις αποφάσεις. Βλέπετε τι λένε; Αν δεν τους αρέσει απειλούν το δικαστήριο;», αναρωτήθηκε διαβάζοντας ανάρτηση που κατέληγε με το σύνθημα «δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη», προσπαθώντας έτσι να δημιουργήσει την υπόνοια της απειλής από τις συλλογικότητες που στηρίζουν την οικογένεια Μάγγου.
Στη συνέχεια ο Βογιατζάκης προχώρησε στην αμφισβήτηση των περιστατικών στο αστυνομικό τμήμα. Επικαλέστηκε τις καταθέσεις των αστυνομικών, σύμφωνα με τις οποίες δεν σημειώθηκε μπροστά τους περιστατικό ξυλοδαρμού κατά την παραλαβή του Μάγγου. Αμφισβήτησε την περιγραφή της κατάστασής του κατά την αποχώρησή του από το αστυνομικό τμήμα, καθώς και την αξιοπιστία της εκδοχής ότι δεν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο επειδή αισθανόταν ανασφάλεια. Υποστήριξε ότι ο πόνος του ήταν αρχικά υποφερτός και εντάθηκε όταν πέρασε η επίδραση κάποιας ουσίας που είχε λάβει, ενώ αμφισβήτησε τις καταγγελίες ότι δεν του προσφέρθηκε νερό και ότι οι αστυνομικοί τον εγκατέλειψαν σε κατάσταση αδυναμίας.
Αυτά παρότι δεν υπάρχει τοξικολογική εξέταση και η ψυχιατρική γνωμάτευση που δημοσιοποιήθηκε πριν από λίγες μέρες δείχνει ότι η αγωγή που έλαβε δεν συνάδει με σύνδρομο στέρησης.
Επανέφερε το ζήτημα των καταθέσεων, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Όλες αυτές οι καταθέσεις έχουν γίνει με τον ίδιο υπολογιστή και δεν είχαν καν καταθέσει τη διεύθυνση κατοικίας. Την άλλαξαν με το χέρι».
Ο συνήγορος υπεράσπισης του Βασίλειου Παζαρά, Καπερνάρος, επικαλέστηκε την 29χρονη υπηρεσιακή του διαδρομή στην Ελληνική Αστυνομία, από το 1997, καθώς και την υπηρεσία του στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας από το 2011. Αναφέρθηκε στους επαίνους, τις διακρίσεις και το μετάλλιο ευδόκιμης υπηρεσίας που είχε λάβει, τονίζοντας ότι δεν είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν, ενώ παρουσίασε την επαγγελματική και οικογενειακή του ζωή ως στοιχεία που συνηγορούσαν υπέρ του χαρακτήρα και της αξιοπιστίας του.
Παράλληλα, αμφισβήτησε τη νομιμότητα της δικονομικής διαδικασίας, θέτοντας ζήτημα σχετικά με τον τρόπο εξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας. «Από την προδικασία αναρωτιόμουν αν η υπόθεση είναι στημένη ή είναι προϊόν ανεπάρκειας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Υποστήριξε ότι οι μάρτυρες κατέθεσαν με υπομνήματα αντί να εξεταστούν προφορικά, επικαλούμενος το άρθρο 217 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και χαρακτήρισε τη διαδικασία δικονομικά προβληματική, υποστηρίζοντας ότι οι συγκεκριμένες καταθέσεις δεν θα έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη. Επιπλέον, αμφισβήτησε την επάρκεια της εισαγγελικής πρότασης, επικαλούμενος την υποχρέωση υποβολής ειδικά αιτιολογημένης πρότασης.
Ως προς την κατάθεση μέσω υπομνήματος, οι μάρτυρες αυτοί έχουν εξεταστεί τώρα στο δικαστήριο, τους έχουν υποβληθεί ερωτήσεις, όλη αυτή η επιχειρηματολογία αντιστοιχεί σε προηγούμενο στάδιο της δίκης.
Τέλος, επικαλέστηκε το τεκμήριο αθωότητας, υπενθυμίζοντας ότι οι κατηγορούμενοι θεωρούνταν αθώοι μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, ενώ υποστήριξε ότι οι αστυνομικοί είχαν ήδη υποστεί δημόσιο διασυρμό, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης.
Ο Χατζιάρας χαρακτήρισε αναιτιολόγητη την εισαγγελική πρόταση, υποστηρίζοντας ότι δεν προσδιόρισε τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αδικημάτων ούτε αξιολόγησε ουσιαστικά τις καταθέσεις των μαρτύρων. Επιχείρησε να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της εκδοχής του Μάγγου, επικαλούμενος το ιστορικό χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών και μαρτυρίες που, κατά την υπεράσπιση, υποδείκνυαν ότι βρισκόταν υπό την επήρειά τους τόσο κατά την ημέρα των καταγγελλόμενων περιστατικών όσο και σε μεταγενέστερο χρόνο.
Αναφέρθηκε επίσης στο τροχαίο ατύχημα που είχε σημειωθεί την ημέρα του θανάτου του, υποστηρίζοντας ότι ο Μάγγος είχε τότε παραδεχτεί πως είχε κάνει χρήση ουσιών. Συγχέει εδώ σκοπίμως τη δήλωση ότι έχει υπάρξει χρήστης, που είναι ιατρικώς κρίσιμη, με τη δήλωση ότι είναι ενεργός χρήστης.
Παράλληλα, έθεσε ερωτήματα για το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε άμεσα μήνυση και υποστήριξε ότι η κατηγορία συγκροτήθηκε σταδιακά, μέσω συνεννόησης των μαρτύρων και αξιοποίησης καταθέσεων με κοινά χαρακτηριστικά. Αμφισβήτησε ακόμη την αξιοπιστία των μαρτυριών για τα περιστατικά στο αστυνομικό τμήμα, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας που να επιβεβαιώνει τον ξυλοδαρμό μέσα στο αυτοκίνητο ή στο ΑΤ.
Φυσικά, βασανισμός που γίνεται σε αστυνομικό τμήμα θα έχει μάρτυρες μόνο συνένοχους αστυνομικούς, δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγούμε από αυτόν τόν περιορισμό.
Επικαλέστηκε τις ιατρικές γνωματεύσεις και τις καταθέσεις τριών γιατρών, υποστηρίζοντας ότι τα κατάγματα ήταν συμβατά με τα χτυπήματα που είχαν καταγραφεί έξω από τα δικαστήρια και όχι με κάποιο μεταγενέστερο περιστατικό. Ως προς τα αδικήματα της έκθεσης και της παράνομης κατακράτησης, υποστήριξε ότι δεν αποδείχθηκε κίνδυνος για τη ζωή του Μάγγου ούτε συντρέχουσες προϋποθέσεις παράνομης κατακράτησης. Κατέληξε ζητώντας την αθώωση των κατηγορουμένων, επικαλούμενος το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή ότι κάθε αμφιβολία έπρεπε να λειτουργήσει υπέρ τους.
Ο Καραγιάννης επικέντρωσε την αγόρευσή του στη νομική ερμηνεία του αδικήματος των βασανιστηρίων, υποστηρίζοντας ότι για τη στοιχειοθέτησή του δεν αρκούσε η άσκηση βίας ή η πρόκληση σωματικής βλάβης, αλλά απαιτούνταν μεθοδευμένη, συστηματική και προγραμματισμένη πρόκληση έντονου πόνου, με ειδικό σκοπό την τιμωρία του παθόντος. Επικαλέστηκε σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου και την αιτιολογική έκθεση του νόμου, προκειμένου να υποστηρίξει ότι τα βασανιστήρια προϋπέθεταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κακοποίησης, όπως η μεθόδευση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η διαστροφή ή ο σαδισμός του δράστη. Αντιπαρέβαλε, μάλιστα, τα καταγγελλόμενα περιστατικά με παραδείγματα ιδιαίτερα ακραίων μορφών βασανισμού, επιχειρώντας να καταδείξει ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του συγκεκριμένου αδικήματος. Παράλληλα, αμφισβήτησε την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αντιπαραβάλλοντας τις καταθέσεις των αστυνομικών με εκείνες των φίλων και υποστηρικτών του Μάγγου. Επικαλέστηκε τις ιατρικές γνωματεύσεις, υποστηρίζοντας ότι οι γιατροί δεν μπορούσαν να συνδέσουν τα τραύματα με περιστατικό που συνέβη μέσα στο αστυνομικό τμήμα, ενώ αναφέρθηκε και στην απουσία άμεσης προσφυγής σε ιατρική φροντίδα μετά την αποχώρησή του. Επανέφερε, επίσης, το ιστορικό χρήσης ουσιών, επιχειρώντας να αμφισβητήσει την περιγραφή της κατάστασης και της συμπεριφοράς του Μάγγου. Υποστήριξε και αυτός ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηρίωνε ότι οι αστυνομικοί τον χτύπησαν ή τον κακομεταχειρίστηκαν μέσα στο τμήμα, θέτοντας το ερώτημα αν η κατηγορία στηριζόταν αποκλειστικά στη δική του κατάθεση.
Αναφερόμενος δε στην καταγγελία του στο Facebook είπε χαρακτηριστικά το εξής: « Αν ήταν θύμα βιασμού, δεν θα είχε φτάσει καν στο δικαστήριο, θα λέγαμε κυρία μου δεχτήκατε βιασμό και πήγατε και το γράφατε στο facebook;».
Βεβαίως, το να είναι κανείς θύμα αστυνομικής βίας είναι μάλλον εύλογο να υπονομεύει τη λογική να ζητήσει την προστασία της αστυνομίας για να βρει το δίκιο του.
Ο Κατσουλάκης, τέλος, υποστήριξε ότι η εισαγγελική πρόταση επιβεβαίωσε τις θέσεις της υπεράσπισης, καθώς, κατά την εκτίμησή του, δεν περιείχε επαρκή και αποδεδειγμένα στοιχεία που να θεμελιώνουν την ενοχή των αστυνομικών. Αμφισβήτησε ότι τα προηγούμενα περιστατικά αστυνομικής βίας μπορούσαν να αποδείξουν πρόθεση εκδίκησης ή ιδιαίτερο μένος των κατηγορουμένων απέναντι στον Μάγγο. Επιχείρησε να ανασκευάσει την εκδοχή του ξυλοδαρμού, υποστηρίζοντας ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν σκοπό να τον χτυπήσουν, αλλά επιχείρησαν να ανακόψουν την πορεία του και να τον οδηγήσουν στο αυτοκίνητο. «Του επιτίθενται προκειμένου να του ανακόψουν την πορεία», είπε χαρακτηριστικά, κρατώντας για τη συνέχεια μια δική του εκδοχή του επιχειρήματος ζαρντινιέρας:
Ως προς τους τραυματισμούς, υποστήριξε ότι τα κατάγματα στα πλευρά δεν προκλήθηκαν από χτυπήματα, αλλά ενδεχομένως από πτώση, κατά την οποία το χέρι του Μάγγου λειτούργησε ως μοχλός και προκάλεσε την πίεση στο θώρακα. Επικαλέστηκε προς ενίσχυση αυτής της εκδοχής την αναφορά του ΕΚΑΒ για πτώση, καθώς και το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα κατάγματα μπορούσαν, κατά την άποψή του, να προκληθούν από τροχαίο ή πτώση εξ ιδίου ύψους. Παράλληλα, αμφισβήτησε την αξιοπιστία των μαρτύρων, κάνοντας λόγο για «καραμπόλα μαρτύρων», δηλαδή για αλληλοεπιβεβαίωση καταθέσεων που, κατά τον ίδιο, δεν ήταν ανεξάρτητες μεταξύ τους. Υποστήριξε ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της μήνυσης αξιοποιήθηκε για να συγκεντρωθούν και να προετοιμαστούν οι κατάλληλοι μάρτυρες, ενώ αμφισβήτησε και τον τρόπο σύνταξης των καταθέσεων. Επανέφερε, επίσης, το ζήτημα της χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, επιχειρώντας να συνδέσει τη συμπεριφορά του Μάγγου με την κατάστασή του και να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της περιγραφής των γεγονότων. Ως προς τη μη μετάβασή του στο νοσοκομείο, υποστήριξε ότι ο ίδιος απέφευγε την ιατρική εξέταση επειδή δεν επιθυμούσε να υποβληθεί σε ερωτήσεις για τη χρήση ουσιών. Αμφισβήτησε ακόμη ότι οι αστυνομικοί θα μπορούσαν να έχουν πρόθεση να τον κακοποιήσουν σε χώρο του αστυνομικού τμήματος με παρουσία και διέλευση άλλων προσώπων. Βεβαίως, κακοποίηση υπήρξε και σε κοινή θέα, οπότε αυτά τα επιχειρήματα έχουν πολύ μικρή αξία, διότι υπάρχει βίντεο, οπότε ξεκινάμε πάντα με την αφετηρία ότι αυτό συνέβη.
Τέλος, έθεσε ζήτημα εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε να αποδοθεί συλλογικά ενοχή σε όλους τους αστυνομικούς χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για την πράξη και τη συμμετοχή του καθενός, και ζήτησε την αθώωσή τους λόγω έλλειψης αποδείξεων που να θεμελιώνουν με βεβαιότητα την ενοχή τους.
Μετά τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης η έδρα έχει αποσυρθεί και η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται από στιγμή σε στιγμή, σήμερα το απόγευμα.