Το μεικτό ορκωτό δικαστήριο της Καρδίτσας αποφάσισε αργά το βράδυ του Σαββάτου ότι οι πέντε από τους έξι κατηγορούμενους αστυνομικούς είναι ένοχοι για τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου στο αστυνομικό τμήμα. Για την επίθεση που έγινε στο αυτοκίνητο, κατά τη μεταφορά του στην ασφάλεια, υποβάθμισε την κατηγορία σε απλή σωματική βλάβη και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, πράξεις για τις οποίες θα έπρεπε να έχει ασκηθεί μήνυση, συνεπώς δεν τους αθώωσε γι’ αυτές, θεώρησε ότι πράγματι συνέβησαν, αλλά δεν μπορούσαν πια να διωχθούν. Τους έκρινε επίσης ένοχους για επικίνδυνη σωματική βλάβη. Για την έκθεση σε κίνδυνο, θεώρησε ότι θα έπρεπε να τον έχουν πάει στο νοσοκομείο, συνεπώς δεν πείστηκε από τα επιχειρήματα των συνηγόρων ότι ο ίδιος δεν ήθελε. Όπως εξήγησε η εισαγγελέας, οποιαδήποτε κίνηση, είτε αποφάσιζαν να τον συλλάβουν είτε να τον πάνε στο νοσοκομείο, θα τους έφερνε αντιμέτωπους με το ότι τον είχαν χτυπήσει.  Κάπως έτσι προτίμησαν να τον πετάξουν στον δρόμο. Τέλος, τους έκρινε ένοχους για την παράνομη κατακράτηση, αφού τον κρατούσαν εκεί χωρίς να του ασκηθεί δίωξη, με το παράλογο επιχείρημα ότι δεν τους άφησαν οι ανώτεροί τους, από φόβο ότι θα καταληφθεί η ασφάλεια του Βόλου αν το κάνουν. Έξι χρόνια και δέκα μήνες είναι η ποινή που αποφασίστηκε για όλα αυτά.

Η στιγμή κατά την οποία δικάζονται οι βασανιστές αποκαθιστά κατά κάποιον τρόπο την αξιοπρέπεια του θύματος. Το αδίκημα των βασανιστηρίων, όπως είπε ένας από τους συνηγόρους υπεράσπισης, είναι πιο κοντά στο αδίκημα του βιασμού, ως προς την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την κατάλυση της αυτονομίας και του σεβασμού και τις συνέπειες που έχει στον ψυχισμό του ατόμου. Βεβαίως, εκείνος το είπε μόνο για να ειρωνευτεί ότι ο Μάγγος δεν κατέθεσε μήνυση, και συνέχισε λέγοντας: αν μια γυναίκα είχε υποστεί βιασμό και το έγραφε στο Facebook, ούτε που θα το λαμβάναμε υπόψιν. Το αφήνω ασχολίαστο, για να πω ότι μετά από αυτή τη βάναυση παραβίαση που υφίστανται τα θύματα, η ώρα της δίκης τούς φέρνει μπροστά στους θύτες ως ίσους. Ως πρόσωπα με δικαιώματα, νομική προστασία, που ζητούν οι παντοδύναμοι βασανιστές τους να τεθούν προ των ευθυνών τους, να καταστούν υπόλογοι για τα εγκλήματά τους. 

Ο Βασίλειος Μάγγος δεν βρισκόταν στην αίθουσα για να ζήσει αυτήν την αποκατάσταση, για να δει τους βασανιστές του να καταδικάζονται, διότι ο βασανισμός του τον οδήγησε στον θάνατο, αλλά καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί ο πατέρας του Βασίλη μίλησε για δικαίωση του παιδιού του. 

Οι συνήγοροι υπεράσπισης είχαν εντολείς που είναι αμετανόητοι, και οι ίδιοι δεν τσιγκουνεύτηκαν καμία προσβολή που να μην την απευθύνουν προς τον νεκρό και την οικογένειά του. Επέμειναν ενάντια στα στοιχεία ότι ο Βασίλειος ήταν ενεργός χρήστης, αξιοποιώντας όλα τα στιγματιστικά στερεότυπα για τη χρήση, επέμειναν στο ότι ήταν αποξενωμένος από την οικογένειά του, προσβολές που είχαν ως στόχο είτε να υπονομεύσουν τη συμπάθεια προς το θύμα, είτε να κολακεύσουν τους εντολείς τους, ότι τα είπαν χύμα και σταράτα, ότι δεν φοβήθηκαν να επιτεθούν στην οικογένεια. Το αποτέλεσμα ήταν να εμφανίσουμε μια εικόνα που μπορεί να άρεσε στους εντολείς τους, αλλά εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι δεν έπεισε το δικαστήριο.

Για τεχνικούς λόγους, χρειάστηκε η συνεδρίαση να διακοπεί λίγο νωρίτερα από το προγραμματισμένο την Παρασκευή το μεσημέρι, αναβάλλοντας μία αγόρευση για την επομένη, και να ξεκινήσει το μεσημέρι αντί για το πρωί, το Σάββατο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι περάσαμε πάρα πολλές ώρες αναμονής. Όπως είπε κάποια στιγμή ο Γιάννης Μάγγος, όσοι έχουν κάνει σε νησί, ξέρουν από αναμονή. Και διηγόταν για την αναμονή περιμένοντας το καράβι στην Τήλο, όταν είχε πάει με τον Βασίλειο μωρό 16 μηνών. 

Δεν έχω ιδέα από πού προκύπτει η δύναμη της οικογένειας του Βασίλη να χαμογελάει και να είναι πάντα ψύχραιμη. Ο πατέρας του έλεγε διαρκώς πως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του και θεωρούσε πως έχει αποδειχτεί ήδη μέσα στην αίθουσα ότι οι βασανιστές είναι ένοχοι. Δεν μιλάει με τον ρητορικό στόμφο των δικηγόρων, με θεατρινίστικες παύσεις και ξαφνικές αλλαγές στην ένταση και τη χροιά της φωνής του. Έχει το σταθερό πάθος ενός γονιού που δεν κάνει πίσω. Κυκλοφορεί εδώ και χρόνια με ένα πλακάτ που γράφει «όχι στη συγκάλυψη», μέχρι που τα κατάφερε, για δεύτερη φορά, να καταδικαστούν αστυνομικοί. Και μάλιστα το καταφέρνει χωρίς να υφίσταται στην αίθουσα υποστήριξη κατηγορίας. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αλωνίζουν ψευδόμενοι μέχρι την τελευταία στιγμή. Αναφέρουν ότι ο Βασίλειος είχε χτυπήσει τον διοικητή της αστυνομίας, που βεβαίως δεν αληθεύει, έχει δικαστεί αυτός που όντως τον είχε χτυπήσει, αλλά τι σημασία έχει; 

Αναμένει στωικά, όλον αυτόν τον καιρό, πότε πότε εξεγείρονταν και αποβαλλόταν από την αίθουσα, ξανά και ξανά, αμέτρητες φορές, με την πρόεδρο να τον επιπλήττει ευγενικά και να συνεχίζει. Για το προεδρείο και την εισαγγελέα ας πούμε μια κουβέντα τώρα που τέλειωσε η διαδικασία. Υπέμειναν το γλιτσερό mansplaining της υπεράσπισης μέχρι το τέλος, μέχρι που ο συνήγορος της εξηγούσε τι πρέπει να ακολουθήσει στη διαδικασία το βράδυ του Σαββάτου. Απαντούσε χαμογελώντας η πρόεδρος ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί, γνωρίζει το προεδρείο, αλλά τελικά υπήρξε μια διαδικασία για την οποία οι συνήγοροι δεν μπορούσαν να παραπονεθούν ότι τους αδίκησε, και είδαν τα μπουμπούκια που υπερασπίζονται να κρίνονται ένοχοι για κακούργημα. 

Αφού η έδρα είχε διακόψει «για δύο τρεις ώρες» στις τέσσερις, περίπου στις εφτά το βράδυ ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται μέσα στην αίθουσα. Θα χρειάζονταν πάνω από τρεις ώρες ακόμα για να ακούσουμε την απόφαση. 

Περπατάμε μέσα στη βροχή, από το καφέ μέχρι το δικαστήριο, και ο Γιάννης Μάγγος αφηγείται πώς ο Βασίλειος συνδύαζε τον πολιτικό δυναμισμό με μια σπάνια ευγένεια. Μου έλεγε πώς του λείπουν οι πεζοπορίες στα βουνά με τον γιο του. Όταν μπαίνουμε στην αίθουσα υπάρχει μία διμοιρία στην πλευρά της πόρτας, μία ακόμα στην πλευρά των παραθύρων, δίπλα μας, στο σημείο που καθόμαστε οι δημοσιογράφοι, και άλλη μία έξω από την πόρτα, στον διάδρομο που οδηγεί προς τα έξω. Θέλω να πω ότι ετοιμαζόμαστε να ακούσουμε την απόφαση περιτριγυρισμένοι από δεκάδες ένστολους, συναδέλφους των κατηγορουμένων. 

Όταν ακούγεται επιτέλους η καταδικαστική απόφαση, μετράμε μία μία τις κατηγορίες, ακούμε πολύ προσεκτικά ότι η κατηγορία για τα βασανιστήρια μέσα στο αυτοκίνητο έχει υποβαθμιστεί σε απλή σωματική βλάβη και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, οπότε παύει η δίωξη, διότι δεν υπήρχε έγκληση.

Στη συνέχεια όμως ακούμε την πρόεδρο να λέει ότι για το αδίκημα των βασανιστηρίων που έγιναν μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα, είναι όλοι πλην ενός ένοχοι όπως κατηγορούνται.

Χρειάζεται λίγη ώρα να ακούσουμε προσεκτικά μέχρι τέλους την απόφαση του δικαστηρίου για όλα τα αδικήματα: τα βασανιστήρια, την επικίνδυνη σωματική βλάβη, την έκθεση σε κίνδυνο, την παράνομη κατακράτηση. Χρειάζονται λίγα λεπτά για να πλησιάσει ο Γιάννης Μάγγος τον δικηγόρο Θοδωρή Καπάτο, και μετά να πει αυτό που είπε και στις δηλώσεις του: για το παιδί μας δεν αλλάζει τίποτα, αλλά κάποιος θα το σκεφτεί πριν να σηκώσει το γκλομπ ή το πιστόλι.

Την ώρα πια που έχει γίνει η επιμέτρηση των ποινών και η συζήτηση για τα ελαφρυντικά, και ξέρουμε ότι τα θρασύτατα αυτά ανθρωπάρια που ξυλοκόπησαν τον Βασίλειο Μάγγο και τον έστειλαν στον θάνατο έχουν καταδικαστεί, το δικαστήριο δονείται από το σύνθημα «ΟΠΚΕ βασανιστές ακούστε το καλά, τον Βασίλη Μάγγο κανένας δεν ξεχνά».

Ομολογώ ότι η ανατριχίλα του συνθήματος πολλαπλασιάζεται όταν ένα πλήθος το φωνάζει δίπλα σε μέλη της ΟΠΚΕ που έχουν μόλις ακούσει την καταδικαστική απόφαση και εμείς ξέρουμε ότι κάθε αστυνομικός που βρίσκεται εκεί ξέρει ότι μόλις πριν λίγο πέντε συνάδελφοί του βρέθηκαν ένοχοι για το κακούργημα του βασανισμού.

Αυτή είναι η τεράστια, ιστορική παρακαταθήκη αυτής της δικαστικής επιτυχίας. Οι αστυνομικοί δεν καταδικάζονται σχεδόν ποτέ. Ούτε όταν χτυπάνε κάποιον μέρα μεσημέρι στην Ομόνοια μέχρι να πεθάνει, ούτε όταν πυροβολούν άοπλους εφήβους.

Πλήθος σχετικών μελετών και εκθέσεων τεκμηριώνει τη διαπίστωση ότι η ατιμωρησία είναι αυτή που οπλίζει το χέρι τους. Αν κάποιος μας πει ότι η αστυνομία είναι απαραίτητη διότι χωρίς τον φόβο των συνεπειών οι πολίτες θα κινούνται ανεξέλεγκτοι μέχρι τον φόνο, εγώ θα απαντούσα ότι έχουμε ένα τέτοιο παράδειγμα, που μας δείχνει πού μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι που δεν αντιμετωπίζουν καμία συνέπεια, και αυτό το παράδειγμα είναι η ελληνική αστυνομία. Μπορεί να υπάρχουν πολλά καθάρματα γύρω μας στην πραγματική ζωή, αλλά δεν είναι εύκολο να βρεις ανθρώπους βυθισμένους στη βία, οι οποίοι να απολαμβάνουν τέτοια θεσμική προστασία για τα εγκλήματά τους. Γι’ αυτό χαιρόμαστε τώρα, γιατί είναι μία φορά που αυτή η προστασία δεν έπιασε τόπο.

Ξαναδιαβάζω το: 

«δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, όσους από μας κι αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούν πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθετι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. 

Κι ας μη νικήσουμε ποτέ, θα πολεμάμε πάντα!»

 

Δεν είναι συνηθισμένο, αλλά είναι πολύτιμο, ο γιος να εμπνέει τον πατέρα. Μέσα σε αυτή τη μικρή παρέα των ανθρώπων που χάσαν τους δικούς τους, στην εισαγγελική πρόταση ήταν παρών ο Νίκος Κωστόπουλος, την ημέρα της απόφασης η Μάγδα Φύσσα και ο Αναστάσης Μανιαδάκης, μια χούφτα άνθρωποι που δεν τους ενώνει ο πόνος. Τους ενώνει ότι έκαναν τον πόνο τους μέρος ενός πολιτικού κινήματος που τα έχει βάλει με θηρία και που ενίοτε νικάει. 

Ο Γιάννης ευχαρίστησε τα Προσφυγικά και ανέφερε προσωπικά τον Αρίστο, για τη συμπαράστασή τους. Θέλω να πω μία κουβέντα για το σύνθημα με το οποίο έχουμε ταυτίσει αυτή την υπόθεση. Το «κι ας μη νικήσουμε ποτέ». Δεν ξέρουμε ποιοι αγώνες θα είναι νικηφόροι. Δεν ξέρουμε αν οι πιο ευγενείς και άξιοι άνθρωποι δίπλα μας θα συντριβούν από ανθρωπάρια καθοδηγούμενα από το συμφέρον και την ισχύ. Ξέρουμε όμως ότι γνωρίσαμε σε αυτές τις μάχες πεισματάρηδες που δεν τους σταματάει τίποτα, ακόμη κι όταν τίποτα δεν είναι δεδομένο.