«Είναι τεράστια δικαίωση, γιατί είναι ένας αγώνας έξι χρόνων» τόνισε αρχικά. «Από τις πρώτες μέρες μετά το περιστατικό, εγώ αντιλήφθηκα ότι ξεκίνησε προσπάθεια συγκάλυψης, με τις μεθοδεύσεις που επιχειρήθηκαν από δύο εισαγγελείς εδώ στον Βόλο, για να τελειώσουν την υπόθεση με ένα απλό πλημμέλημα. Ξεκινήσαμε έναν τεράστιο αγώνα τον οποίον τον στήριξε πολύ γρήγορα το κίνημα και κατ επέκταση η κοινωνία, που πίστεψε στο δίκιο μας. Και με τον αγώνα μας αυτόν φτάσαμε στην προχθεσινή απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καρδίτσας, που είναι μια ιστορική απόφαση, πραγματικά. Δεν ακούμε συχνά για καταδίκες αστυνομικών στην Ελλάδα για βασανιστήρια».

Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε τρία βασικά ζητήματα που προκύπτουν από την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Καρδίτσας. «Αποδείχτηκε ότι ο Βασίλειος Μάγγος βασανίστηκε. Επομένως εμείς δεν φωνάζαμε έτσι στον αέρα γιατί το συναίσθημα μας παρέσυρε. Εμείς είχαμε υπόψιν τα ντοκουμέντα, που ήταν συντριπτικά εις βάρος τους» τόνισε και πρόσθεσε: «

Το δεύτερο που βάζει, είναι ότι γνωρίζουμε πως διεξήχθη η ΕΔΕ η οποία εκδικάστηκε και το Γενικό Επιτελείο της ΕΛ.ΑΣ αποφάσισε να παραπέμψει και τους έξι αστυνομικούς με τις ίδιες κατηγορίες, στο πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αστυφυλάκων Θεσσαλονίκης. Τώρα είναι καιρός να δικάσουν υπηρεσιακά την υπόθεση αυτή»

«Το τρίτο και κύριο στοιχείο» συνέχισε ο κ.Μάγγος, «είναι ότι αποδείχθηκε ότι στην Ελληνική Αστυνομία υπάρχουν βασανιστές. Στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας υπάρχουν βασανιστές. Τι θα γίνει με αυτούς τώρα; Θα πληρώνονται με τα λεφτά του ελληνικού λαού, με τα δικά μου χρήματα, για να χτυπάνε παιδιά, να βιάζουν, να βασανίζουν, να πυροβολούν, να δολοφονούν… γιατί γίνονται όλα αυτά. Και θα τους πληρώνω κι εγώ ο γονιός που έχασα το παιδί μου από αυτούς;». Σχετικά με τον θάνατο του Βασίλη Μάγγου, έναν μήνα μετά, ο πατέρας του υπενθύμισε ότι «βγήκε και η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη, που παρήγγειλε το Δικαστήριο Βόλου, όχι εμείς οι γονείς. Σε αυτήν, ο πραγματογνώμονας που όρισε το δικαστήριο αποδεικνύει ότι υπάρχει αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στον θάνατου του Βασιλείου και τα βασανιστήρια που υπέστη».

Απαντώντας σε ερώτηση για το αν ήταν αισιόδοξος για την απόφαση, ανέφερε: «Ενδομύχως ήμουν. Αλλά δεν το είπα σε κανέναν, ούτε στην γυναίκα μου καλά καλά. Ήμουνα πεισμένος, όχι από το συναίσθημά μου επαναλαμβάνω, από τα ντοκουμέντα, ότι η απόφαση θα ήταν αυτή που πρέπει να ήταν. Δεν το άφησα να βγει όμως και προετοιμάστηκα για όλα τα σενάρια».

Αναφέρθηκε στο κίνημα αλληλεγγύης, λέγοντας ότι «πρέπει να τονίσω ότι νέα παιδιά, φοιτητές, εργαζόμενοι ήταν αυτοί που έρχονταν. Το Σάββατο κάθονταν υπομονετικά στο δικαστήριο, από τις 9 το πρωί μέχρι τα μεσάνυχτα για να ακούσουν την απόφαση. Στρεφόμουν σε αυτά τα παιδιά και έλεγα ότι εγώ θα χαμογελάω και πρέπει να χαμογελάνε κι αυτά με όποια απόφαση κι αν βγάλει το δικαστήριο».

Συνεχίζοντας, εκμυστηρεύτηκε το εξής:

«Την ώρα που τον έκτο κατηγορούμενο τον βγάλανε και τον βάλανε να καθίσει δίπλα τον είδα πώς σηκώθηκε, σαν ένας άνθρωπος που του είχαν περάσει αγχόνη στον λαιμό και του τη βγάλανε. Και μέσα μου με έπιασε μιά συμπόνια, γι αυτόν τον άνθρωπο που πιστεύω ότι ήταν βασανιστής του παιδιού μου. Και λέω “κοίταξε να δεις ο άνθρωπος σώθηκε”. Ξέφυγα από το δικό μου ζήτημα και μπήκα στο δικό του. Γι αυτό λέω ότι εμείς είμαστε ένας άλλος κόσμος. Και ξέρουμε ότι αυτοί δεν πρόκειται ποτέ να σκεφτούν έτσι. Γι αυτό δεν ζήτησαν ποτέ μια συγγνώμη, από την οικογένεια του Βασίλειου. Δεν ζήτησαν μια συγγνώμη, γιατί ήταν αμετανόητοι».

«Ο Βασίλειος παραδόθηκε δικαιωμένος στην ιστορία» τόνισε κλείνοντας ο Γιάννης Μάγγος. «Μεγάλη υπόθεση για το παιδί μου. Μεγάλη υπόθεση για το παιδί ενός ανθρώπου. Μεγάλη υπόθεση για ένα παιδί του λαού, του ελληνικού λαού».