Ο Νετανιάχου, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην ιστορία της χώρας, επιχειρεί να παραμείνει στην εξουσία, παρά την απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από τον θρησκευτικό-εθνικιστικό κυβερνητικό συνασπισμό του. Παρά την εκλογική του υποχώρηση, το μπλοκ του εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.

Ο Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και επικεφαλής του κόμματος Yashar, έχει αρνηθεί μέχρι στιγμής να συνεργαστεί με τα αραβικά κόμματα, η στήριξη των οποίων θα μπορούσε να του εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία. Ωστόσο, οι Άραβες πολιτικοί ηγέτες, που αντιδρούν στις πολιτικές του Νετανιάχου και των ακροδεξιών συμμάχων του, τον υπέδειξαν πρώτο για την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, συγκεντρώνοντας τις περισσότερες κοινοβουλευτικές υποστηρίξεις.

«Ο πρόεδρος Χέρτσογκ κάλεσε τον Γκάντι Άιζενκοτ στην προεδρική κατοικία, όπου αύριο θα του ανατεθεί ο σχηματισμός κυβέρνησης», ανακοίνωσε εκπρόσωπος της ισραηλινής προεδρίας.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο Άιζενκοτ υπογράμμισε ότι «ήρθε η ώρα να σχηματιστεί μια κυβέρνηση εθνικής έκτακτης ανάγκης», προσθέτοντας ότι θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανταποκριθεί σε αυτή την αποστολή.

Περιορισμένες οι πιθανότητες σχηματισμού κυβέρνησης

Ο Άιζενκοτ διαθέτει 28 ημέρες για να συγκροτήσει κυβερνητικό συνασπισμό, με δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας κατά 14 ημέρες. Αναμένεται, ωστόσο, να προηγηθούν παρατεταμένες και δύσκολες διαπραγματεύσεις.

Τα πιθανά σενάρια περιλαμβάνουν τον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας, με την υποστήριξη των αραβικών κομμάτων σε κρίσιμες κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες, τη συνεργασία με τα υπερορθόδοξα θρησκευτικά κόμματα, με τα οποία ο ίδιος και οι σύμμαχοί του έχουν κατά το παρελθόν αρνηθεί να συνεργαστούν, ή ακόμη και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τη συμμετοχή του Νετανιάχου.

Και τα τρία ενδεχόμενα θεωρούνται από αναλυτές ιδιαίτερα δύσκολα.

Σε περίπτωση αποτυχίας του Άιζενκοτ, η εντολή μπορεί να δοθεί σε άλλον υποψήφιο, ενώ, εάν αποτύχει και η δεύτερη προσπάθεια, το κοινοβούλιο μπορεί να υποδείξει νέο πρόσωπο. Η συνολική διαδικασία έχει χρονικό ορίζοντα περίπου 100 ημερών. Εάν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, η χώρα θα οδηγηθεί σε νέες εκλογές.

Στις εκλογές, το κόμμα Λικούντ του Νετανιάχου αναδείχθηκε πρώτο μεταξύ των μεμονωμένων κομμάτων, καταλαμβάνοντας 27 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ. Ωστόσο, ο ευρύτερος θρησκευτικός-εθνικιστικός συνασπισμός του συγκέντρωσε συνολικά μόλις 53 έδρες, απέχοντας οκτώ από την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61.

Το κόμμα Yashar του Άιζενκοτ αναδείχθηκε δεύτερο, με 21 έδρες, ενώ ο συνασπισμός του, στον οποίο συμμετέχουν τέσσερα κόμματα από την κεντροαριστερά έως τη δεξιά, εξασφάλισε συνολικά 48 έδρες. Τα δύο κόμματα που εκπροσωπούν την αραβική μειονότητα του Ισραήλ συγκέντρωσαν συνολικά 19 έδρες, αριθμό πρωτοφανή για τα δεδομένα της χώρας.

Η στρατιωτική διαδρομή και οι αντιπαραθέσεις με τον Νετανιάχου

Ο 66χρονος Άιζενκοτ, γιος Μαροκινών μεταναστών, θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ που προέρχεται από την κοινότητα των Μιζραχί, δηλαδή των Εβραίων με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, εφόσον καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.

Πρόκειται για πολιτικό που διατηρεί χαμηλό δημόσιο προφίλ και απέφευγε μέχρι πρόσφατα την προβολή στα μέσα ενημέρωσης. Εισήλθε στην πολιτική το 2022 και συμμετείχε για σύντομο διάστημα στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου, μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Στη συνέχεια επέστρεψε στην αντιπολίτευση.

Από τη θέση αυτή άσκησε δημόσια κριτική στον Νετανιάχου για την πολιτική του ηγεσία και τη διαχείριση της στρατιωτικής επιχείρησης στη Γάζα, αποκλείοντας κατηγορηματικά το ενδεχόμενο συμμετοχής του σε κυβέρνηση υπό τον σημερινό πρωθυπουργό.

Η πολιτική του παρουσία συνδέεται και με το βαρύ προσωπικό τίμημα που έχει πληρώσει η οικογένειά του από το 2023: ένας γιος του και δύο ανιψιοί του σκοτώθηκαν πολεμώντας στη Γάζα.

Κατά την προεκλογική εκστρατεία, ο Άιζενκοτ προέβαλε τη στρατιωτική του εμπειρία, επικαλούμενος το λεγόμενο «δόγμα Νταχιγιέ», το οποίο προβλέπει την απάντηση σε επιθέσεις με δυσανάλογη στρατιωτική ισχύ. Το δόγμα είχε εφαρμοστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ισραήλ το 2006 στον Λίβανο, εναντίον της Χεζμπολάχ, η οποία υποστηρίζεται από το Ιράν.

Παράλληλα, έχει επικρίνει τη βία των Ισραηλινών εποίκων σε βάρος Παλαιστινίων, η οποία έχει ενταθεί από το 2023, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις σχέσεις του Ισραήλ με δυτικές χώρες.

Έχει επίσης αντιταχθεί στη συμμετοχή στην κυβέρνηση των ακροδεξιών πολιτικών Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς, οι οποίοι έχουν δεχθεί κυρώσεις από ορισμένες δυτικές χώρες για υποκίνηση βίας κατά των Παλαιστινίων.

Πηγή: Reuters