του Σπύρου Γιανναρά 

Το ερώτημα που εγείρεται με την επανέκδοση ενός βιβλίου είναι τι μπορεί να έχουμε να πούμε για ένα έργο τη δεύτερη φορά που καλούμαστε να μιλήσουμε για αυτό. Στην εποχή της ύστερης ή υστερικής εμπορευματοποίησης, η συζήτηση για κάτι που δεν είναι νέο (νέας κυκλοφορίας, νέας κοπής, νέας εσοδείας) μοιάζει σχεδόν αδόκιμη. Πράγμα απολύτως παράδοξο καθότι αν κάτι ξεχωρίζει το βιβλίο, όπως και κάθε τεχνούργημα, από κάθε άλλο εμπορεύσιμο, αλίμονο, αγαθό, είναι πως αυτό αρχίζει να υφίσταται, να αποκτά υπόσταση, δηλαδή μορφή στη συνείδηση του δέκτη, μετά την πρώτη του ανάγνωση. Και κατά συνέπεια το γεγονός ότι μεγαλώνει και θεριεύει μέσα από πολλαπλές αναγνώσεις.

Παρενθετικά να προσθέσω ότι αυτό που λέμε αντοχή στον χρόνο, όσον αφορά το βιβλίο και δη το λογοτέχνημα, δεν είναι παρά η αντοχή στις πολλές αναγνώσεις. Το λογοτέχνημα εν ολίγοις σφυρηλατείται μέσα από την αναγνωστική αυτή αντοχή – το δίκοπο αυτό μαχαίρι – το οποίο έχει ανάγκη για να υπάρξει, να θεριέψει και να διαρκέσει μέσα στον χρόνο. Με άλλα λόγια λοιπόν η συζήτηση με αφορμή την επανέκδοση ενός βιβλίου όχι μόνο δεν έχει τίποτε το παράδοξο, αλλά θα έπρεπε να σηματοδοτεί την απαρχή της όποιας συζήτησης για αυτό.

Το πρέπον συνεπώς θα ήταν – το λογοτεχνικά πρέπον, με τους ιδιαίτερους δηλαδή όρους και τους μυστήριους τρόπους της λογοτεχνίας – να παρουσιάζουμε τα βιβλία στη δεύτερη έκδοσή τους. Στον κόσμο της λογοτεχνίας, ο οποίος ιδανικά βρίσκεται στους αντίποδες του εμπορικού κόσμου, των εμπορικών τζίρων, των στατιστικών, της διαφήμισης και της φιλόφθονης φήμης, τα βιβλία που δεν κάνουν δεύτερη έκδοση θα ήταν ανάξια λόγου. Καθώς λοιπόν με τη Μαρία Κένσορα βρισκόμαστε με τα μπούνια μέσα στη λογοτεχνία, χωμένοι μέχρι το λαιμό ή για να έρθω πιο κοντά στον Τσίρο, με μόνο το κεφάλι έξω απ’ το νερό, η επανέκδοσή της πρώτης του συλλογής διηγημάτων σηματοδοτεί, κατά τη γνώμη μου, την απαρχή της ουσιαστικής συζήτησης για το έργο, που όλοι έχουμε διαβάσει κι έχουμε αφήσει να δουλεύει μόνο του μέσα στην ψυχή ή στα όνειρά μας – τον καθαυτό τόπο του αυγατίσματος, τη θερμοκοιτίδα του καλλιτεχνικού έργου.

Το βιβλίο αυτό ξεχώρισε αμέσως την εποχή της πρώτης κυκλοφορίας του, κι όπως κάθε τι που ξεχωρίζει, το έκανε διαφοροποιούμενο, δηλαδή κατ’ αντιδιαστολή προς την τρέχουσα διηγηματογραφία. Κριτικοί και αναγνώστες στάθηκαν στο πιο κραυγαλέο – υπόγεια και ύπουλα κραυγαλέο, τολμώ να πω – χαρακτηριστικό της συλλογής: την αινιγματική ασάφεια και το παράλογο των διηγημάτων που την απαρτίζουν. Διαβάζοντας τα διηγήματα και των δύο συλλογών του Πάνου Τσίρου έχει κανείς την απτή αίσθηση ότι υφαίνει τις ιστορίες του σαν τον ιστό της αράχνης, την επονομαζόμενη φαλάγγι, η οποία φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα, όπως μαθαίνουμε στο διήγημα «Το μάτι της Ελένης». Ύστερα, ακριβώς όπως ο ήρωας του διηγήματος, ως άλλος τσίφτης, ο Τσίρος χώνει ένα κλαδάκι στη σφαλισμένη φωλιά και την ανακατώνει, εκνευρίζοντας τον εκεί παρεπιδημούντα. Κι αυτός που κατοικεί το λογοτέχνημα, άπαξ και αυτό φύγει από τα χέρια του λογοτέχνη, δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον αναγνώστη.

Έχω δηλαδή την δόλια εντύπωση ότι αυτή η ενόχληση, η οιονεί παρενόχληση του αναγνώστη – με την πιο δυνατή (μεταφορικά και κυριολεκτικά) σημασία της λέξης, δηλαδή με την έννοια της σωματικής αλλά και βαθιά υπαρξιακής όχλησης – είναι αυτό στο οποίο αποσκοπεί με σαρδόνια ευχαρίστηση ο Τσίρος. Το σωματικό γαργάλημα και τον ψυχικό συνάμα νυγμό του αναγνώστη. Αν προσέξουμε όμως λίγο καλύτερα, θα διαπιστώσουμε, κάτι το οποίο γίνεται περισσότερο εμφανές στην επόμενη συλλογή με τίτλο Δεν είναι έτσι; Πως αυτό που εξυφαίνει ο συγγραφέας τους δεν είναι η ιστορία αλλά το κλίμα της, αυτό που στη δεύτερη συλλογή είναι μια διακριτή πλέον ατμόσφαιρα. Εκείνη, εν προκειμένω, την αινιγματική ασάφεια που δεν αποσαφηνίζεται ποτέ, αλλά αφήνει μετέωρο τον αναγνώστη να παλεύει με τον αναγνωστικό κνησμό που του προκάλεσε με το μαγικό του κλαδάκι ο συγγραφέας, είναι αυτό που μαεστρικά εξυφαίνει ο Πάνος Τσίρος παίζοντας ή μάλλον καλύτερα χαριτολογώντας με την παραδεδομένη λογική ή και γραμμική αφήγηση του σύγχρονου διηγήματος.

Τα νοηματικά, λογικά και αφηγηματικά, «ανοιχτά» διηγήματα της συλλογής ολοκληρώνονται με το που ολοκληρωθεί η ύφανση του κλίματος της αινιγματικής ανησυχίας που τα διέπει. Ο Τσίρος δεν «κλείνει» την ιστορία του, δεν λύνει το αίνιγμα, αλλά αυξάνει την έντασή του υψώνοντάς την αινιγματική τους δύναμη στη νιοστή, ξεκουφαίνοντας θα ’λεγε κανείς τον αναγνώστη. Έτσι προκύπτει θα ’λεγε και πάλι κανείς, λαϊκά, το «κουφό» των ιστοριών της Μαρίας Κένσορα.

Το δε κλίμα αμφιβολίας κι εν συνεχεία αδημονίας για το απρόσμενο που περιμένει στην τελική γωνία, δεν προκύπτει από την πλοκή ή την ιστορία – η ιστορία στον Τσίρο είναι το ιδιότυπο σκοτεινό κλίμα της – αλλά από τους ήρωες. Όλοι οι ήρωες που μοιάζουν σαν να κουβαλάνε στην πλάτη τους την ίδια μικροαστική μιζέρια που συναντάμε στους ήρωες του Χατζή, αποκαλύπτουν πολύ νωρίς ένα εσωτερικό, ενίοτε και εξωτερικό, έλλειμμα. Ο απομόναχος αποσυνάγωγος και σάμπως μισάνθρωπος γιος του πιο μοναχιασμένου εν τέλει πατέρα στο «Χωρίς στόμα», ο ψοφοδεής ερωτευμένος Κουμαριώτης ή ο σιωπηλός συρρικνωμένος διοπτροφόρος Συμπαλίδης. Η πρώτη αίσθηση είναι ότι οι ήρωες αυτοί δεν «πατάνε» καλά· δεν ισορροπούν πατώντας και με τα δυο πόδια στη ζωή. Κι αυτή η αίσθηση ανισορροπίας μεγεθύνεται και παίρνει απειλητικές διαστάσεις σπρώχνοντας απότομα στην τελευταία στροφή τον αναγνώστη στην αγκαλιά του παράδοξου, του τερατώδους παράδοξου που εξ αρχής καραδοκεί μέσα στο διήγημα. Το φουκαριάρικο παιδί δίχως στόμα, όπως και το πανομοιότυπο αντίγραφο του Γιάννη Συμπαλίδη δεν είναι, τολμώ να πω, παρά η ενσαρκωμένη, η υλική μορφή της ανισορροπίας, του υπαρξιακού ελλείμματος των ηρώων που ξαφνικά αποκαλύπτεται.

Αυτή η οριακή απώλεια της πραγματικότητας δεν αφορά όμως μονάχα τον Καρουάνα, όπως αναφέρει ο καθηγητής του, αλλά όλους τους ήρωες και κατ’ επέκταση τον αναγνώστη. Εκεί που τελειώνει η πραγματικότητα αρχίζει το παράλογο και η ενόχληση του αναγνώστη. Εκεί, στη χαρά της απώλειας για την απώλεια συναντάμε από άλλο δρόμο και πάλι τη σαρδόνια χαρά του συγγραφέα. Ο Τσίρος γράφει σαν να ρίχνει με τη σφεντόνα για τη χαρά της ρίψης, χωρίς να σημαδεύει κάποιον ιδιαίτερο στόχο. Κι ο αναγνώστης μένει να κοιτάζει απορημένος στο κενό.

Η δεύτερη μεγάλη διαφοροποίηση όσον αφορά την τρέχουσα πεζογραφία είναι ότι ο Τσίρος δεν επεξεργάζεται ως είθισται το προσωπικό ή το αλλότριο βίωμα, αλλά μεταπλάθει ξαπλώνοντας στο χαρτί θραύσματα της ίδια του της βιογραφίας. Ο βιογραφικός χαρακτήρας των διηγημάτων του είναι και πάλι πολύ πιο έκδηλος στο επόμενο βιβλίο. Και στην Κένσορα όμως συναντάμε το βιογραφικό πρότυπο του καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, ενώ έχουμε έντονη την εντύπωση ότι πολλές από τις ιστορίες είναι αντλημένες από πραγματικές εμπειρίες κάτω από την έδρα: από τη θέση του μαθητή. Η πατρογονική Νεάπολη Λακωνίας είναι συχνά παρούσα, ενώ αρκετές ιστορίες μοιάζουν αντλημένες κατευθείαν από το χωριό. Ο δε «χορός του Καρουάνα» μοιάζει με ιδιοφυώς επεξεργασμένο ανέκδοτο, δηλαδή και πάλι με ιστορία που ανδρώθηκε από στόμα σε στόμα. Ο Τσίρος ξαπλώνει τις ιστορίες που έχει αντλήσει από πρώτο χέρι από την καθημερινότητα και αφήνει να ξεσαλώσει απάνω στο ανυπεράσπιστο κορμάκι τους η οργιώδης κι αχαλίνωτη φαντασία του.

Θα τελειώσω επιστρέφοντας στην αρχή· δηλαδή στον τίτλο της συλλογής. Επιτρέψτε μου μια αυθαίρετη ενδεχομένως παραδοχή. Επιτρέψτε μου δηλαδή να διαβάσω δημιουργικά ως διηγηματογράφος κι εγώ, το ομώνυμο διήγημα της συλλογής. Έχω την πεποίθηση πως κάθε αρκούντως ολοκληρωμένο λογοτεχνικό έργο κρύβει στα σπλάχνα του και την ποιητική του. Πως κάθε σύγχρονος συγγραφέας γράφει σχολιάζοντας κάποια στιγμή εντός του έργου του την ίδια τη μυστηριώδη, τη μεταφυσική διαδικασία της γραφής.

Στο διήγημα «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» έχουμε ένα κοριτσάκι, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού που ως κλασική ηρωίδα του Τσίρου διαφέρει από τα υπόλοιπα παιδάκια. Γράφει ποιήματα τα οποία εντάσσονται και κοσμούν το διήγημα, και δείχνει μια υπερβολική, μανιώδη επιθυμία για το διάβασμα και τη συγγραφή ιστοριών. Αφηγείται την ιστορία των ναϊτών ιπποτών υπερβαίνοντας την ύλη του βιβλίου της ιστορίας και ονειρεύεται να γίνει δασκάλα. Η στάση και η συμπεριφορά της προκαλεί τη θυμηδία και τη χλεύη των συμμαθητών της. Στο όνειρό της με το οποίο κλείνει μένοντας και πάλι ανοιχτό το διήγημα, η Μαρία ανεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά του σχολείου ως δασκάλα για να διδάξει τα παιδιά. Μπαίνοντας στην αίθουσα συνειδητοποιεί ότι δεν έχει απέναντί της τους συμμαθητές της, αλλά τους παππούδες μας και τις γιαγιάδες μας. Και τότε ψάχνει να βρει τον δικό της παππού.

Στη δική μου ανάγνωση η δασκάλα Μαρία Κένσορα είναι μια αρχετυπική μεταφορά του συγγραφέα. Συγγραφέας δεν είναι εκείνος που διηγείται ιστορίες για να περάσει η ώρα ή να διασκεδάσει το απηυδισμένο αναγνωστικό κοινό, αλλά το περίεργο εκείνο είδος ανθρώπου που κλέβει τα βιώματα και τις ιστορίες των άλλων για να χτίσει μ’ αυτά τη φωλιά του. Για να χτίσει εξ υπαρχής έναν παράλληλο κόσμο. Ο αληθινός συγγραφέας είναι ένα ον βαθιά απειλητικό. Οι γύρω του ξέρουν πως δεν μπορούν να του εμπιστευτούν τα κομμάτια της ζωής ή της ψυχής τους, ακόμα και το πρόσωπό ή τη θωριά τους ελαφρά τη καρδία, γιατί ενδέχεται να τα μεταπλάσει παραμορφώνοντάς τα εσαεί, φυλακίζοντάς τα στο χαρτί.

Ο αληθινός συγγραφέας δεν αντέχει την πολυκοσμία γιατί βαθιά στο φυλλοκάρδι του γνωρίζει πως για την ιδιότητά του αυτή, οι άνθρωποι ζητούν την κεφαλή του επί πίνακι. Δεν υπάρχει μ’ άλλα λόγια συγγραφέας που να μην αισθάνεται έστω και αμυδρά στο βάθος της ψυχής του σαν ανεπαίσθητο που και που τσίμπημα, πως υπάρχουν άνθρωποι που τον κυνηγούν για να φέρουν ως μακάβριο πειστήριο θανάτου, το κεφάλι του σε άθλιο σακούλι. Η Κένσορα είναι εκείνο το ενοχλητικό παράξενο πλάσμα που ζει για να κατασκευάσει καινούργιους, αινιγματικούς, κι αλλοπρόσαλλους για τους πολλούς, κόσμους. Η Κένσορα όπως κάθε συγγραφέας μαθαίνει τη συγγραφή συνομιλώντας με τους νεκρούς συγγραφείς – τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας στη γραφή– και παρότι απευθύνεται στο ζωντανό κοινό διατηρεί πάντοτε ανοικτό τον ζείδωρο για κείνον δίαυλο επικοινωνίας με τους πεθαμένους. Που συχνά είναι πιο δικοί του, πιο κοντινοί του άνθρωποι, απ’ ό,τι οι ζωντανοί. Με του που γράψει ο συγγραφέας το πρώτο του βιβλίο αναζητεί, όπως η Μαρία, τον δικό του συγγραφικό, τον εκ λογοτεχνικού αίματος παππού του. Τον λογοτεχνικό του προπάτορα που θα τον κάνει να νιώσει μέλος της κοινότητας των λογοτεχνών. Δίνοντας τον τίτλο «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» στη συλλογή του, ο Πάνος Τσίρος βροντοφωνάζει έντρομος πως είναι συγγραφέας. Και δικαίως. Αλλά η ψυχούλα του το ξέρει, όπως και όλων ημών των γραφιάδων.