Όπως τονιζει η οργάνωση, «τα διαθέσιμα δεδομένα του Παρατηρητηρίου Αυτοκτονιών της ΚΛΙΜΑΚΑ καταγράφουν διαχρονικά περιστατικά αυτοκτονιών σε πολύ μικρές ηλικίες. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ήδη μέσα στους πρώτους μήνες του 2026 καταγράφεται αύξηση στις ηλικίες 15–19 ετών, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και υποστήριξης της ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων».

Παράλληλα, τονίζει πως «περιστατικά με αδιευκρίνιστα χαρακτηριστικά αναδεικνύουν τη σημασία επιστημονικών εργαλείων διερεύνησης, όπως η ψυχολογική αυτοψία. Η συστηματική διερεύνηση των ψυχοκοινωνικών, οικογενειακών και περιβαλλοντικών συνθηκών που προηγήθηκαν ενός βίαιου θανάτου μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην κατανόηση των παραγόντων που σχετίζονται με το περιστατικό όσο και στη βελτίωση της πρόληψης σε επίπεδο δημόσιας υγείας. Η απουσία θεσμοθετημένων μηχανισμών τέτοιου τύπου στην Ελλάδα αφήνει συχνά αναπάντητα ερωτήματα για τις οικογένειες, περιορίζει την επιστημονική γνώση και δυσχεραίνει την ανάπτυξη στοχευμένων στρατηγικών πρόληψης»

Η ΚΛΙΜΑΚΑ λειτουργεί από το 2007, τη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία, στον τηλεφωνικό αριθμό 1018. Όπως τονίζει, οι κλήσεις είναι ανώνυμες και εμπιστευτικές και η γραμμή απευθύνεται σε:

  • Ανθρώπους που σκέφτονται να αυτοκτονήσουν
  • Ανθρώπους που έχουν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν στο παρελθόν
  • Ανθρώπους με αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
  • Ανθρώπους που βιώνουν την απώλεια, ή ανησυχούν για κάποιο δικό τους άνθρωπο

Στην ανακοίνωσή της μετά την είδηση για τις δύο 17χρονες στην Ηλιούπολη, η ΚΛΙΜΑΚΑ επισημαίνει ότι «η αυτοκτονικότητα δεν αποτελεί ένα αιφνίδιο ή μονοπαραγοντικό γεγονός, αλλά μια πολυπαραγοντική και δυναμική διαδικασία με σημαντικές γενετικές συνιστώσες. Ιδιαίτερα στην εφηβεία, η ψυχική δυσφορία συχνά δεν εκφράζεται με τρόπο άμεσα αναγνωρίσιμο από το περιβάλλον, ενώ η αίσθηση αδιεξόδου, η συναισθηματική απορρύθμιση, η απομόνωση και η δυσκολία διαχείρισης επώδυνων εμπειριών μπορεί να παραμένουν αόρατες μέχρι την εκδήλωση μιας κρίσιμης κατάστασης που θα κινητοποιήσει την ευαλωτότητά τους».

Αναφέρει επίσης ότι «στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν περιγραφεί αντίστοιχα περιστατικά κοινής αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς κυρίως ανάμεσα σε ηλικιωμένα παντρεμένα ζευγάρια που αποφασίζουν να βάλουν τέλος στη ζωή τους από κοινού, επειδή ο ένας ή και οι δύο αντιμετωπίζουν είτε θάνατο είτε μόνιμο χωρισμό λόγω σοβαρής ιατρικής ασθένειας ή εξουθενωτικής πάθησης. Η άλλη αποτελείται από νεότερους ενήλικες ή νέους σε στενές ή στενές σχέσεις ή δεσμούς που είναι πιθανό να τερματιστούν λόγω εξωτερικών στρεσογόνων παραγόντων».

Και εξηγεί ότι «κοινός παρονομαστής σε αυτή τη διχοτομία είναι ότι η σύνδεση μεταξύ των επηρεαζόμενων ατόμων είναι ευάλωτη και η απειλή θεωρείται βέβαιη. Ωστόσο, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε να προχωρούμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα χωρίς ολοκληρωμένη επιστημονική διερεύνηση. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνύουν την ανάγκη έγκαιρης επαγγελματικής υποστήριξης παιδιών και εφήβων που βιώνουν σοβαρή ψυχική δυσφορία. Το περιστατικό επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι είναι αυτό που δυσκολεύει τόσο τους εφήβους να εκφράσουν την ψυχική τους δυσφορία και να αναζητήσουν βοήθεια εγκαίρως; Η σύγχρονη επιστημονική γνώση δείχνει ότι η ψυχική ευαλωτότητα δεν διαμορφώνεται αποκομμένα από το περιβάλλον. Αντιθέτως, η ποιότητα των σχέσεων, η αίσθηση ασφάλειας, η συναισθηματική διαθεσιμότητα και η ύπαρξη υποστηρικτικών πλαισίων μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά απέναντι στην επιβάρυνση και την εκδήλωση αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα στην εφηβική ηλικία. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόληψη δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και τη δημιουργία «ασφαλών» οικογενειακών, σχολικών και κοινωνικών περιβαλλόντων που επιτρέπουν στο άτομο να εκφράσει εγκαίρως τον ψυχικό του πόνο».

Καταλήγει λέγοντας πως «η πρόληψη της αυτοκτονίας στην παιδική και εφηβική ηλικία δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων διαχείριση τραγικών γεγονότων. Απαιτεί τη συστηματική ενίσχυση των δομών ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους, την εκπαίδευση οικογενειών και σχολικών κοινοτήτων στην έγκαιρη αναγνώριση της ψυχικής επιβάρυνσης, την αποστιγματοποίηση της αναζήτησης βοήθειας και την ανάπτυξη μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης πριν από την εκδήλωση κρίσιμων καταστάσεων».