Ο κ. Ανδρουλάκης αναφέρει ότι η ελληνική κυβέρνηση «πιάστηκε στον ύπνο» και θέτει το ερώτημα γιατί δεν προέβλεψε και δεν απέτρεψε τη στροφή 180 μοιρών της κυβέρνησης της Ανατολικής Λιβύης, που σήμερα ταυτίζεται ανοιχτά με την Τουρκία. «Η απάντηση δίνεται από την ιστορία. Μια πολιτική διαρκών αντιφάσεων και παλινδρομήσεων, χωρίς στρατηγική, χωρίς πυξίδα, σε μια περιοχή με προφανή κρισιμότητα για τις θαλάσσιες ζώνες στη Μεσόγειο, τις ενεργειακές υποδομές και τις μεταναστευτικές ροές», γράφει, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση επικαλείται πλέον ότι «δεν ήταν στο χέρι της» να αποσοβήσει την εξέλιξη.

Στο πλαίσιο αυτό, εγείρει ερωτήματα για τον χειρισμό της υπόθεσης: «Τότε τι ακριβώς συζητούσε ο πρωθυπουργός με τον Χαφτάρ και τους υιούς του, όταν τους δεχόταν στο Μέγαρο Μαξίμου, έως και τον περασμένο Ιούνιο; Τι ακριβώς έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Γεραπετρίτης στις τόσες ανώφελες επισκέψεις του στη Λιβύη; Πώς ακριβώς συζητούσε η υφυπουργός Εξωτερικών για την οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη; Θα λογοδοτήσει κανείς; Θα αναλάβει κανείς την πολιτική ευθύνη γι’ αυτήν την πολύ σοβαρή αποτυχία;».

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αναφέρεται και στη σημερινή απάντηση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για το μνημόνιο, με αναφορά σε διμερείς διαφορές, καθώς και στην παραπομπή του κ. Ρούμπιο σε «ιδιωτική διπλωματία» σχετικά με την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου προς την Κύπρο. Κατά τον ίδιο, τα δύο αυτά στοιχεία «προκαλούν βαθύ προβληματισμό και πολύ σοβαρά ερωτήματα: Τι συζητήθηκε στην πρόσφατη παρουσία του Αμερικανού υπουργού στην Αθήνα; Πώς εννοεί η Ουάσιγκτον τη στρατηγική συμμαχία με την Ελλάδα; Εν τέλει, ποια οφέλη παράγονται για τη χώρα μας από τη συναλλακτική διπλωματία της Διοίκησης Τραμπ, όπως εκφράστηκε από την αποπεμφθείσα πρώην πρέσβειρα;».

Ο κ. Ανδρουλάκης τονίζει ότι απέναντι στο «παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο», το οποίο είναι «ευθέως αντίθετο στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας, καθώς αρνείται την επήρεια των ελληνικών νησιών», η χώρα οφείλει «ακόμη περισσότερο» να επιμείνει στη διεθνή νομιμότητα και να προχωρήσει «ανεμπόδιστα και αποφασιστικά» στην άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, ιδίως σε σχέση με τα ενεργειακά έργα εξόρυξης υδρογονανθράκων και το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου — έργα που, όπως σημειώνει, σχεδιάστηκαν επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου και εκκρεμούν πάνω από 15 χρόνια.

Κατά τον ίδιο, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, η πόντιση του καλωδίου GSI μπορεί και πρέπει να προχωρήσει χωρίς άδειες ή γνωστοποιήσεις. Χαρακτηρίζει «ανησυχητική εξέλιξη και επικίνδυνη επιλογή» το γεγονός ότι ο κ. Φιντάν αξιώνει γραπτή γνωστοποίηση με γεωγραφικές συντεταγμένες και ο κ. Γεραπετρίτης αποδέχεται το ενδεχόμενο μιας «ειδοποίησης» προς την Τουρκία. «Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό να αναγνωριστούν στην Τουρκία δικαιώματα που δεν έχει ή να δοθεί έστω και έμμεσα οποιαδήποτε νομική αξία στο παράνομο μνημόνιο με τη Λιβύη», υπογραμμίζει, προσθέτοντας ότι αυτό πρέπει να αποκλειστεί ακόμη κι αν η κυβέρνηση θελήσει να το «outsourcing» στη γαλλική ανάδοχο εταιρεία.

Κλείνοντας, ο κ. Ανδρουλάκης σημειώνει ότι η χώρα διατηρεί όλα τα δικαιώματα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και η εθνική της κυριαρχία, και υποστηρίζει ότι κινήσεις με υψηλή συμβολική και ουσιαστική αξία, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, «δεν ανακοινώνονται, υλοποιούνται» μετά από προσεκτική ανάλυση και υπολογισμό του πραγματικού εθνικού συμφέροντος, «με σχέδιο, διορατικότητα και τόλμη. Όσα δηλαδή χρειαζόμαστε, κι όσα ακριβώς στερούμαστε σήμερα».