Στη δήλωσή του το θύμα της φασιστικής βίας άσκησε έντονη κριτική σε ΜΜΕ και αστυνομία για τον τρόπο που επιχείρησαν να παραποιήσουν τα γεγονότα, κάνοντας λόγο για «θέατρο του παραλόγου».
«Από την πρώτη μου κατάθεση, ενώ βρισκόμουν στο Κέντρο Υγείας για τις πρώτες βοήθειες, κατέστησα σαφές σε όλους τους τόνους ότι δεν έχω ουδεμία οπαδική ενασχόληση και πως το γεγονός ότι οι δράστες ήταν οπαδοί του Παναθηναϊκού με αφήνει παγερά αδιάφορο, ούτε άλλωστε και οι ίδιοι επικαλέστηκαν την οπαδική τους ιδιότητα. Το κίνητρο της επίθεσης ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή: ήταν πολιτικό», σημείωσε.
Ταυτόχρονα, εστίασε στις διαφορές που χαρακτηρίζουν τις δύο αντίπαλες πολιτικές ιδεολογίες σε επίπεδο ηθικό και υλικό, ξεκαθαρίζοντας: «Είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι».
«Όταν οι πρόγονοί τους, στα Τάγματα Ασφαλείας, ορκίζονταν πίστη στον Αδόλφο Χίτλερ, οι δικοί μας πρόγονοι ορκίζονταν στον ελληνικό λαό πως θα αγωνιστούν μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός τους για την απελευθέρωση της χώρας
Όταν οι πρόγονοί τους, φορώντας κουκούλες, κατέδιδαν Έλληνες αγωνιστές στους ναζί για να οδηγηθούν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στα μπλόκα της Ελευσίνας και της Καισαριανής, οι δικοί μας πρόγονοι στέκονταν όρθιοι και ατρόμητοι μπροστά στους εκτελεστές τους.
Όταν ο Παύλος Φύσσας στεκόταν αγέρωχος απέναντι σε μια ομάδα νεοναζί, χρειάστηκε να έρθει ο Ρουπακιάς και να τον μαχαιρώσει στην καρδιά για να του πάρουν τη ζωή», υπενθύμισε.
Αναλυτικά οι δηλώσεις του αντιφασίστα:
«Στις 8 Οκτωβρίου, στις 4 το μεσημέρι, ενώ έβγαζα ανυποψίαστος βόλτα τα σκυλιά μου στη γειτονιά μου, με προσέγγισαν δύο νεοναζί της περιοχής, με σκοπό να μου επιτεθούν.
Στα λεπτά που προηγήθηκαν της επίθεσης, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας, κατέστησαν σαφές το κίνητρό τους, λέγοντας μεταξύ άλλων: “Είμαστε φασίστες”, “η δύναμή μας έχει ανέβει”, “κάνουμε κουμάντο στην πόλη” και πως είχαν έρθει να με βρουν επειδή γνώριζαν ότι είμαι αντιφασίστας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης και των απειλών που εκτόξευαν, ο ένας νεοναζί ανοιγόκλεινε το τσαντάκι του, υπονοώντας ότι θα έκανε χρήση κάποιου μαχαιριού. Κάποια στιγμή, όταν επιχείρησε να κινηθεί επιθετικά προς το μέρος μου, αναγκάστηκα να αμυνθώ. Τότε, όλες οι μεγαλοστομίες και οι απειλές του μετατράπηκαν σε κραυγές και ενώ βρισκόταν στο μέρος που ταιριάζει σε κάθε φασίστα, δηλαδή ξαπλωμένος στα σκουπίδια, ούρλιαζε στον συνεργό του: «Σφάξ’ τον, σφάξ’ τον!».
Ο έτερος νεοναζί, ο οποίος είχε εξαρχής το μαχαίρι έτοιμο, γεγονός που δυστυχώς δεν είχα αντιληφθεί, με μαχαίρωσε δύο φορές πισώπλατα στα πόδια και επιχείρησε ένα τρίτο χτύπημα στο στέρνο μου, το οποίο κατάφερα να αποφύγω.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια περίοδος μακρών νοσηλειών, αλλά και ένα πραγματικό θέατρο του παραλόγου όσον αφορά τη διακίνηση της είδησης από τα ΜΜΕ και την αστυνομία.
Από την πρώτη μου κατάθεση, ενώ βρισκόμουν στο Κέντρο Υγείας για τις πρώτες βοήθειες, κατέστησα σαφές σε όλους τους τόνους ότι δεν έχω ουδεμία οπαδική ενασχόληση και πως το γεγονός ότι οι δράστες ήταν οπαδοί του Παναθηναϊκού με αφήνει παγερά αδιάφορο, ούτε άλλωστε και οι ίδιοι επικαλέστηκαν την οπαδική τους ιδιότητα. Το κίνητρο της επίθεσης ήταν ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή: ήταν πολιτικό.
Παρά ταύτα, άρχισε να διακινείται από τα ΜΜΕ η εκδοχή περί οπαδικής χροιάς του περιστατικού, ξυπνώντας μνήμες από τη δολοφονία του αντιφασίστα μουσικού Παύλου Φύσσα και τα δελτία ειδήσεων που παρουσίαζαν τη δολοφονία του ως αποτέλεσμα ποδοσφαιρικών διαφορών.
Η τακτική αυτή δεν μπορεί παρά να γεννά σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των κρατικών μηχανισμών, της αστυνομίας και των ΜΜΕ στην αποπολιτικοποίηση τέτοιων επιθέσεων, στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και στην αποδυνάμωση των κοινωνικών αντιδράσεων.
Το θέατρο του παραλόγου συνεχίστηκε όταν ο ένας νεοναζί κατέθεσε μήνυση εναντίον μου για ξυλοδαρμό, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι εγώ κρατούσα μαχαίρι, επιχειρώντας μια πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας.
Για κακή τους τύχη, όμως, η μήνυση με αυτούς τους ισχυρισμούς κατατέθηκε προτού γίνει γνωστή η ύπαρξη βίντεο από κάμερα ασφαλείας, το οποίο καταρρίπτει, όσα υποστήριξαν.
Με τη δημοσιοποίηση του βίντεο, οι ισχυρισμοί τους κατέρρευσαν και δεν χρειάστηκε να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι η προσπάθεια αποπολιτικοποίησης της επίθεσης και ξεπλύματος των νεοναζί συνάντησε την απάντηση του αντιφασιστικού κινήματος στον δρόμο.
Από την πρώτη στιγμή, το αντιφασιστικό κίνημα βρέθηκε στους δρόμους, δίνοντας μαζικές, συλλογικές και κοινωνικές απαντήσεις στους νεοναζί, με την ευρεία στήριξη της τοπικής κοινωνίας.
Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται και η σημερινή συναυλία. Τα εργατικά σωματεία, ο κόσμος της πόλης, οι καλλιτέχνες, οι αντιφασίστες και οι αντιφασίστριες βγαίνουν μπροστά και καθιστούν σαφές πως οι πλατείες, οι γειτονιές, τα σχολεία και οι χώροι δουλειάς αποτελούν πεδία αγώνα και διεκδίκησης. Είναι χώροι που μας χωρούν όλους, εκτός από τους φασίστες.
Οι νεοναζί, μέσα από τις απειλές τους, έκαναν ξεκάθαρο γιατί μου επιτέθηκαν. Εκτιμώ πως η επίθεση εντασσόταν σε μια ευρύτερη προσπάθεια τρομοκράτησης του αντιφασιστικού κινήματος, με τη λογική να χτυπήσουν έναν για να φοβηθούν οι υπόλοιποι.
Όμως αυτό που κατάφεραν ήταν να χτυπήσουν έναν και να συσπειρωθούν χιλιάδες.
Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, με τα εργασιακά δικαιώματα να καταπατούνται, την ανασφάλεια για το μέλλον να εντείνεται και τα κοινωνικά κινήματα να βρίσκονται συχνά σε υποχώρηση, πολλοί νέοι αναζητούν σε αυτές τις φασιστικές ομάδες μια απάντηση στα αδιέξοδα της ζωής τους.
Όμως ο φασισμός και ο νεοναζισμός δεν αποτελούν καμία διέξοδο για την ανθρωπότητα. Αυτό η Ιστορία το έχει αποδείξει οριστικά και αμετάκλητα. Αντιθέτως, αποτελούν μία από τις σκοτεινότερες και πιο διαστροφικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ιστορίας.
Τα κινήματα οφείλουν να συσπειρωθούν, να προτάξουν ακόμη πιο δυναμικά την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων που πλήττονται από τις κοινωνικές ανισότητες, να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής για την εργατική τάξη και τη νεολαία και να εξοβελίσουν τις φασιστικές ιδέες από την κοινωνία.
Η μάχη μεταξύ φασισμού και αντιφασισμού δεν αποτελεί μια σύγκρουση εξτρεμιστικών ομάδων, όπως επιχειρούν πολλές φορές να την παρουσιάσουν η άρχουσα τάξη και τα φερέφωνά της. Αποτελεί τη σύγκρουση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κόσμων.
Από τη μία βρίσκεται ο κόσμος των εργατικών διεκδικήσεων, της αλληλεγγύης και των αγώνων για μια καλύτερη ζωή για όλους μας. Από την άλλη, βρίσκονται τα δεκανίκια των αφεντικών, οι μπράβοι της νύχτας, οι μαστροποί και όσοι λειτουργούν ως το μακρύ χέρι του κεφαλαίου και των εξουσιαστών.
Ο κόσμος του αγώνα θα βρίσκεται μπροστά στις πύλες των εργοστασίων, διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες για τους εργάτες, ενώ οι φασίστες θα συγκροτούν απεργοσπαστικούς μηχανισμούς σε συνεννόηση με την εργοδοσία.
Ο κόσμος του αγώνα θα βρίσκεται στις καταλήψεις των σχολών, ενώ οι φασίστες θα βρίσκονται απέξω, επιχειρώντας στο πλευρό των ΜΑΤ.
Ο κόσμος του αγώνα θα διαδηλώνει για το έγκλημα των Τεμπών, ενώ οι φασίστες θα στήνουν ενέδρες στους γύρω δρόμους.
Όλα τα παραπάνω, καθώς και δεκάδες ακόμη παραδείγματα, τα έχουμε δει να συμβαίνουν πάμπολλες φορές. Καμία αμφιβολία δεν έχουμε για τον ιστορικό και κοινωνικό ρόλο των φασιστών.
Όταν οι πρόγονοί τους, στα Τάγματα Ασφαλείας, ορκίζονταν πίστη στον Αδόλφο Χίτλερ, οι δικοί μας πρόγονοι ορκίζονταν στον ελληνικό λαό πως θα αγωνιστούν μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός τους για την απελευθέρωση της χώρας.
Όταν οι πρόγονοί τους, φορώντας κουκούλες, κατέδιδαν Έλληνες αγωνιστές στους ναζί για να οδηγηθούν στα εκτελεστικά αποσπάσματα, στα μπλόκα της Ελευσίνας και της Καισαριανής, οι δικοί μας πρόγονοι στέκονταν όρθιοι και ατρόμητοι μπροστά στους εκτελεστές τους.
Όταν ο Παύλος Φύσσας στεκόταν αγέρωχος απέναντι σε μια ομάδα νεοναζί, χρειάστηκε να έρθει ο Ρουπακιάς και να τον μαχαιρώσει στην καρδιά για να του πάρουν τη ζωή.
Είμαστε δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Από τους αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, από τους Αρντίτι ντελ Πόπολο στην Ιταλία, από την Αντιφασιστική Δράση στη Γερμανία, από τις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία, πιάνουμε το νήμα της Ιστορίας στο σήμερα.
Μαχόμαστε, δεν υποχωρούμε και θα νικήσουμε.
ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΣΑΝ ΣΤΑΜΠΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙ.
ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ».